1425/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1425/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες και ενώ η συναισθηματική εξάρτησή του από την ήδη εφεσίβλητη μεγάλωνε, η τελευταία κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 1993, του παρέστησε ψευδώς ότι ανήγειρε στο Λαγονήσι Αττικής επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της πολυκατοικία, επιδεικνύουσα προς αυτόν και σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα και έγγραφα της πολεοδομίας τα οποία αναφέρονταν σε υπό ανέγερση.
Full text
Απόφαση 1425 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1425/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α.-Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σπηλιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γασπαρινάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7992/1999 προδικαστική, 953/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3017/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 30-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί κατά ένα μέρος οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Ο αποβιώσας στις 23-11-1996 Θ. Μ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-7-1996 αγωγή του, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι η εναγόμενη του απέσπασε με απάτη το ποσό των 60.000.000 δρχ. και ότι η ίδια του υπεξαίρεσε τα ποσά των 23.960,000, 11.630.00, 15.370.000 και 19.347.000 δρχ., τα οποία κατά παράβαση της εντολής του και εν αγνοία του κατέθεσε στον προσωπικό της τραπεζικό λογαριασμό, αντί στον δικό του, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει τα παραπάνω χρηματικά ποσά, καθώς και το ποσό των 10.000.00 δρχ.
ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 953/1999 απόφαση του άνω δικαστηρίου. Κατ' αυτής ο εκ των κληρονόμων του ενάγοντος (αδελφός του) Κ. Μ. (αναιρεσίβλητος) άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επιδίκασε στον εκκαλούντα το αναλογούν στην εξ 1/2 εξ αδιαιρέτου κληρονομική μερίδα του ποσό των 155.752,01 ευρώ.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο αρχικώς ενάγων Θ. Μ., Έλλην εκ ..., γεννηθείς εκεί το έτος 1922 και ήδη αποβιώσας στις 23-11-1996, κατά το έτος 1988 ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα του, στο .... Κατά το έτος 1988 περίπου αυτός συνήψε σχέση με την εναγομένη-εφεσίβλητη. Στα πλαίσια αυτά ο ήδη θανών, ως ανωτέρω, αρχικώς ενάγων εξεδήλωνε εμπράκτως την επιθυμία του να προσφέρει στην ήδη εφεσίβλητη, με την οποία είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας (αφού αυτή έχει γεννηθεί το έτος 1939) πλούσια οικονομικά ανταλλάγματα, ταξίδια, δώρα και πάσης φύσεως παροχές, επιζητών κυρίως να τον περιβάλει εκείνη με αισθήματα αγάπης και τρυφερότητος, καθώς και με ιδιαίτερη φροντίδα και περιποίηση, διότι όπως αποδείχθηκε αυτός από ετών έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και έκανε καθημερινώς ενέσεις ινσουλίνης, καθώς και από (χρονία) νεφρική ανεπάρκεια αλλά η πνευματική του κατάσταση ήταν αρίστη.
Υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες και ενώ η συναισθηματική εξάρτησή του από την ήδη εφεσίβλητη μεγάλωνε, η τελευταία κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 1993, του παρέστησε ψευδώς ότι ανήγειρε στο Λαγονήσι Αττικής επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της πολυκατοικία, επιδεικνύουσα προς αυτόν και σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα και έγγραφα της πολεοδομίας τα οποία αναφέρονταν σε υπό ανέγερση.
πολυκατοικία και ότι, λόγω προσκαίρων οικονομικών προβλημάτων που αυτή αντιμετώπιζε, είχε άμεση ανάγκη χρημάτων και συγκεκριμένα ποσού 60.000.000 δραχμών, διότι άλλως κινδύνευε να χάσει το οικόπεδο και τα χρήματα που μέχρι τότε είχε επενδύσει στην ανέγερση της επ' αυτού οικοδομής. Προκειμένου μάλιστα να πείσει τον Θ.
Μ. να της παραδώσει το ποσό αυτό των 60.000.000. δραχμών, του υποσχέθηκε ότι με την αποπεράτωση της πολυκατοικίας θα του μεταβίβαζε ένα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου αυτής επιφανείας 150 τ.μ. Έτσι τον έπεισε και ο Θ. Μ. της παρέδωσε το ποσό των 60.000.000 δραχμών, πράξη στην οποία αυτός δεν θα προέβαινε αν δε επείθετο στις ανωτέρω ψευδείς, όπως αποδείχθηκε, διαβεβαιώσεις της.
Ότι όλες οι ανωτέρω προς αυτόν διαβεβαιώσεις της εναγομένης - εφεσιβλήτου ήταν ψευδείς, το διαπίστωσε ο άνω αρχικώς ενάγων Θ. Μ. όταν, μετά πάροδο σχεδόν διετίας, τον Απρίλιο του έτους 1995 και αφού η εφεσίβλητη σε ουδεμία μέχρι τότε μεταβίβαση διαμερίσματος προς αυτόν είχε προβεί ως του είχε υποσχεθεί ούτε του είχε αποδώσει το άνω ποσό, μετέβη, μαζί με τον αδελφό του και ήδη ενάγοντα - εκκαλούντα και τη σύζυγό του τελευταίου Κ.
Μ., στο Λαγονήσι για να ανεύρει την, όπως του είχε παραστήσει η εναγομένη - εφεσίβλητη, εκεί ευρισκομένη πολυκατοικία της. Αντί όμως τούτου και αφού προέβησαν οι ανωτέρω σε σχετική έρευνα στην οικεία πολεοδομία, εν τέλει διαπίστωσαν ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ουδέποτε είχε ιδιοκτησία και πολυκατοικία στο Λαγονήσι αλλ' αντ' αυτού διέθετε αυτή μια πολυτελή διώροφη βίλλα μεγάλης επιφανείας στην Αγία Μαρίνα Κορωπίου.
Από όλα τ' ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο Θ. Μ., πεισθείς στις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις της εναγομένης - εφεσιβλήτου, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 60.000.000 δραχμών που της κατέβαλε και το οποία αυτή καρπώθηκε εις βάρος της περιουσίας του. Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε από τα αυτά άνω αποδεικτικά στοιχεία ο (αρχικώς ενάγων) Θ.
Μ. διατηρούσε στην τράπεζα American Εxpress σε προθεσμιακό λογαριασμό τέσσερα γραμμάτια σε συνάλλαγμα. Η εναγομένη - εφεσίβλητη, την οποία κατά τα άνω, εμπιστευόταν απολύτως, τον έπεισε ότι ήταν προφανώς επωφελέστερο οικονομικώς για τον ίδιο, με τη λήξη των προθεσμιών, να δραχμοποιήσει το συνάλλαγμά του για να του αποφέρει τούτο υψηλότερο τόκο και να μεταφέρει τις καταθέσεις του στην Εμπορική Τράπεζα ...
Ο Θ. Μ. πείσθηκε και, έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι τον Nοέμβριο του έτους 1994 και, συγκεκριμένα στις 4.7.1994 δραχμοποίησε συνάλλαγμα και έλαβε από την άνω τράπεζα American Εxpress το ισόποσό του, με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ποσού 23.960.000 δραχμών, β. στις 27.7.1994 δραχμοποίησε συνάλλαγμα και έλαβε από την άνω τράπεζα American Express το ισόποσό του, με την υπ' αριθμ. ...
επιταγή της ποσού 11.630.000 δραχμών, γ. στις 14.11.1994 δραχμοποίησε συνάλλαγμα και έλαβε από την άνω τράπεζα American Express το ισόποσό του, με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ποσού 15.370.000 δραχμών και δ. στις 21.11.1994 δραχμοποίησε συνάλλαγμα και έλαβε από την άνω τράπεζα American Express το ισόποσό του, με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ποσού 19.347.000 δραχμών.
Στις σχετικές αναλήψεις, κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, ο Θ. Μ. συνοδευόταν, όπως αποδείχθηκε, από την εναγομένη - εφεσίβλητη, με την οποία, αφού ανελάμβαναν τις σχετικές επιταγές σε δραχμές μετέβαιναν στην Εμπορική Τράπεζα, όπου η τελευταία τον άφηνε να περιμένει καθήμενο στο σαλόνι "για να μη ταλαιπωρείται".
Όμως αντί να καταθέσει, όπως αποδείχθηκε, στις 4.7.1994 και 14.11.1994 τα πιο πάνω ποσά των 23.960.000 δραχμών και 15.370.000 δραχμών αντιστοίχως, στον προσωπικό λογαριασμό του Θ. Μ., κατά τις σχετικές προς τούτο εντολές του προς αυτή, όπως είχαν συμφωνήσει και όπως εκείνος υπελάμβανε ότι συνέβαινε, η εναγομένη -εφεσίβλητη τα κατέθετε σε δικό της ατομικό-λογαριασμό, την άρση του απορρήτου, του οποίου, όπως προκύπτει, ζήτησε και έλαβε η 9η τακτική ανακρίτρια, που είχε επιληφθεί της υποθέσεως στην οποία κατηγορουμένη ήταν η εναγομένη κατόπιν μηνύσεως του άνω Θ.
Μ.. Συγκεκριμένα, από την κίνηση του εν λόγω υπ' αριθμόν ... λογαριασμού ταμιευτηρίου που η εναγομένη εφεσίβλητη τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα και ο οποίος άνοιξε στις 11.5.1994 και έκλεισε στις 31.3.1995, προκύπτει ότι η τελευταία κατέθεσε σ' αυτόν: Στις 4.7,1994 τα εξής ποσά με ΚΕΠ (Κατάθεση Επιταγής): 9.000.000 δρχ., 9.000.000 δρχ.
και 5.960.006 δρχ., ήτοι συνολικά 23.960.000 δραχμές, που αντιστοιχούν στο ποσό της άνω υπ' αριθ. ... επιταγής της American Express ποσού 23.960.000 δραχμών που ανέλαβε την ίδια ο Θ. Μ. και στις 14.11.1994 τα εξής ποσά με ΚΕΠ (Κατάθεση. Επιταγής) 6.000.000 δρχ. και 9.370.000 δρχ., ήτοι, συνολικά 15.370.000 δραχμές, που αντιστοιχούν στο ποσό της άνω υπ' αριθμόν ...
επιταγής της Amerίcan Express ποσού 15.370.000 δραχμών που ανέλαβε την ίδια ημέρα ο Θ Μ., Ισχυρίζεται, αορίστως, η εναγομένη - εφεσίβλητη ότι τα ποσά των επιδίκων επιταγών ο Θ. Μ. της τα δώρισε με "ελευθέρα δική του προαίρεση" επειδή ο ίδιος το επιθυμούσε, ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Ζημιώθηκε, επομένως, ο Θ. Μ. κατά τα άνω ποσά των 23.960.000 και 15.370.000 δραχμών, τα οποία η εναγομένη - εφεσίβλητη ιδιοποιήθηκε παρανόμως κατά κατάχρηση της εμπιστοσύνης με την οποία αυτός την περιέβαλε ... Από τις προπεριγραφείσες παράνομες πράξεις της εναγομένης εις βάρος του ο αρχικώς ενάγων Θ. Μ. υπέστη ζημία ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 99.330.000 δραχμών (60.000.000 + 23.960.000 + 15.370.000), ήτοι των 291.504,03 ευρώ.
Επιπλέον αυτός υπέστη ηθική βλάβη και προς τούτο εδικαιούτο ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της, το ύψος της οποίας (χρηματικής ικανοποιήσεως) πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού και, κατόπιν σταθμίσεως του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η εξ αυτού ζημία του αρχικώς ενάγοντος, καθώς και της κοινωνικοοικονομικής θέσεως και καταστάσεως των μερών, να καθορισθεί στο ποσό των 20.000ευρώ, το οποίο κρίνεται ικανό και εύλογο.
Συνεπώς η συνολική απαίτηση του αρχικώς ενάγοντος κατά της εναγομένης ανερχόταν στο ποσό των 311.504,03 ευρώ (291.504,03 + 20.000) ...". Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 155.752,01 (311.504,03 χ 1/2 ) ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 297, 298 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 386, 375 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, που υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου όσον αφορά την υπεξαίρεση από την εναγόμενη του ποσού των 39.330.000 δρχ. (23.960.000 + 15.370.000), καθόσον διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν.
Οι περί του αντιθέτου πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι κατά τούτο αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που πλήττουν την με επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων, με την αιτίαση ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση υπεξαίρεσης των χρημάτων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το μέρος, όμως, που το Εφετείο δέχθηκε ότι " η εναγόμενη παρέστησε ψευδώς στον αρχικώς ενάγοντα Θ. Μ. ότι ανήγειρε στο Λαγονήσι Αττικής επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της πολυκατοικία, επιδεικνύουσα προς αυτόν και σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα και έγγραφα της πολεοδομίας τα οποία αναφέρονταν σε υπό ανέγερση πολυκατοικία και ότι, λόγω προσκαίρων οικονομικών προβλημάτων που αυτή αντιμετώπιζε, είχε άμεση ανάγκη χρημάτων και συγκεκριμένα ποσού 60.000.000 δρχ., διότι άλλως κινδύνευε να χάσει το οικόπεδο και τα χρήματα που μέχρι τότε είχε επενδύσει στην ανέγερση της επ' αυτού οικοδομής και έτσι τον παράπεισε και της κατέβαλε το ποσό των 60.000.000 δρχ., κατά το οποίο και ζημιώθηκε, ενώ το αληθές ήταν ότι η εναγόμενη δεν είχε ιδιοκτησία και πολυκατοικία στο Λαγονήσι, αλλά πολυτελή διώροφη βίλλα στην Αγία Μαρίνα Κορωπίου", η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον δεν παραθέτει αιτιολογίες σχετικώς με τον τρόπο και χρόνο καταβολής του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού των 60.000.000 δρχ., ήτοι αν ο ενάγων το ανέλαβε και πότε από τραπεζικό λογαριασμό του και ποίο ή το εξηύρε από άλλη πηγή και ποία, ούτε προσδιορίζει σε τι συνίσταντο τα οικονομικά προβλήματα που παρέστησε ψευδώς ότι είχε η εναγόμενη και τα οποία παραπλάνησαν τον ενάγοντα, ούτε γιατί κατά την παράσταση της εναγόμενης κινδύνευε αυτή να χάσει την ιδιοκτησία της αν δεν της κατέβαλε ο ενάγων 60.000.000 δρχ.
Επομένως, ως προς το ζήτημα αυτό οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ.1 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 24/05, 62/04).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο κατά το τρίτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι η εναγόμενη εξαπάτησε τον αρχικώς ενάγοντα και της κατέβαλε το ποσό των 60.000.000 δρχ., παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία δεν νοείται εξαπάτηση για ποσό 60.000.000 δρχ.
χωρίς να προκύπτει ότι τούτο είχε κατατεθεί ποτέ σε τράπεζα. Επίσης, με την παραδοχή ότι η εναγόμενη υπεξαίρεσε τα ποσά δύο επιταγών που είχε εκδώσει ο αρχικώς ενάγων, 23.960.000 δρχ. και 15.370.000 δρχ., με το να καταθέσει αυτά στον προσωπικό της λογαριασμό και όχι στον λογαριασμό του ενάγοντος, όπως είχε εντολή, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία αν δεν υπήρχε εντολή του δικαιούχου να κατατεθούν τα χρήματα στον προσωπικό της λογαριασμό ο δικαιούχος οπωσδήποτε θα διαμαρτύρονταν όταν έλαβε γνώση της κίνησης του λογαριασμού του, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας και σε κάθε περίπτωση αυτά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρησιμοποιούνται για την υπαγωγή των περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, ώστε η παραβίασή τους να ιδρύει τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εναγόμενη εξαπάτησε τον ενάγοντα και τον ζημίωσε κατά το ποσό των 60.000.000 δρχ., καθώς και ότι υπεξαίρεσε τα ποσά των 23.960.000 δρχ. και 15.370.000 δρχ., που ανήκαν στον ενάγοντα, χωρίς να λάβει υπόψη του τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο και επικληθείσες με τις προτάσεις της εναγόμενης δικαστικές αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν επί των ποινικών κατηγοριών σε βάρος της για απάτη και υπεξαίρεση, τα περιστατικά των οποίων ταυτίζονται με εκείνα της ένδικης αγωγής και ιδίως δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. 380/1999 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος της εναγόμενης για απάτη 60.000.000 δρχ.
σε βάρος του ενάγοντος και υπεξαίρεση των ποσών των δύο επιταγών εκδόσεως του ενάγοντος ύψους 23.960.000 δρχ. και 15.370.000 δρχ., ελλείψει σοβαρών ενδείξεων ενοχής. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και όλες τις δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και Εφετών, αντιστοίχως, που εκδόθηκαν στα πλαίσια "άλλων (ποινικών) δικών".
Από τη ρητή αυτή αναφορά στις δικαστικές αποφάσεις και βουλεύματα, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα (δικαστικές αποφάσεις και βουλεύματα) που αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα οποία δεν ήταν ανάγκη να εξατομικεύσει και από τα οποία δεν δεσμευόταν ως προς την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν βάση της κατά της εναγόμενης ποινικής κατηγορίας.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει κατά παραδοχή των πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγων του αναιρετηρίου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, ως κληρονόμο του αρχικώς ενάγοντος, αποζημίωση 30.000.000 δρχ. (60.000.000 Χ 1/2) συνεπεία απάτης που μετήλθε σε βάρος του η εναγόμενη και ήδη αναιρερσείουσα, καθώς και κατά την αρρήκτως με αυτήν συνδεόμενη διάταξη περί επιδίκασης ηθικής βλάβης, αφού το ύψος της τελευταίας υπολογίσθηκε με βάση και την αδικοπραξία από απάτη, κατά το οποίο κεφάλαιο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3017/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ