Legislator Case Law & Legislation
1425/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding abuse of process and property ownership claims.

Case Number 1425/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's final judgment regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider their claims of abuse of process and lack of ownership rights, but the court found these arguments were either procedurally inadmissible or merely evidentiary points without independent legal standing. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 559, 577, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible only against the final judgment of the second instance, and arguments regarding abuse of process or ownership must have independent legal standing to be considered by the Supreme Court.

Keywords

AI generated
abuse of process property ownership final judgment second instance procedural admissibility legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 309 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1425 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1425 /2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Γ. Δ., κατοίκου ..., 2. Α. Γ. Δ., κατοίκου ... και 3. Δ. Γ. Δ., κατοίκου Μελβούρνης Αυστραλίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Δαμούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Γεωργικού Συνεταιρισμού πωλήσεως εσπεριδοειδών και δενδρυλίων Λυκοποριάς, που εδρεύει στην Λυκοποριά Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γαρούφη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση υποθέσεως, η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θεωρούνται δε ότι έχουν συμπροσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις, που έχουν όμως εκδοθεί προηγουμένως επί της ιδίας υποθέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν ασκήσει την από 8-4-1985 διεκδικητική αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά του αναιρεσιβλήτου και της πρώην Κοινότητας Λυκοποριάς, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους επί των αναφερομένων επίδικων ακινήτων και να διαταχθεί η απόδοσή τους σ' αυτούς.

Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο: α) η 243/1986 απόφαση-πράξη με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή ως προς την Κοινότητα Λυκοποριάς και τάχθηκαν τα θέματα αποδείξεως ως προς τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, β) η 388/1995 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια αυτοψίας και γ) η 56/1998 οριστική απόφαση που δέχτηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.

Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση ο εναγόμενος ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 366/1999 προδικαστική απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και στη συνέχεια η 591/2002 απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Ακολούθως, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου την από 12-8-2003 νέα αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο η 16/2006 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή, διότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και η προγενέστερη από 8-4-1985 διεκδικητική αγωγή δεν επέφερε διακοπή της ήδη αρξαμένης χρησικτησίας του εναγομένου, αφού απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς (ως αόριστη) και οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες δεν άσκησαν νέα αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την τελεσίδικη απόρριψή της, στη συνέχεια δε, μετά την άσκηση εφέσεως από τους ηττηθέντες ενάγοντες, εκδόθηκε η 272/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντας όμως αιτιάσεις κατά των ανωτέρω 366/1999 και 591/2002 αποφάσεων του ιδίου Εφετείου, που, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, εκδόθηκαν επί προγενέστερης αγωγής των εναγόντων και δεν αφορούν την προκείμενη δίκη. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά των 366/1999 και 591/2002 προγενέστερων αποφάσεων του Εφετείου και όχι κατά της προσβαλλομένης απόφασης, είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 261 εδάφ. α' ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες (από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής), η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της εγέρσεως αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, που απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί νέα αγωγή εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης, οπότε η διακοπή της παραγραφής αναβιώνει.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 παρ. 1 ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου. Η διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος. Οι διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση της αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως.

Η διάταξη αυτή ομιλεί μόνο για έγερση της διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της όμως είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται, όταν το μέλλον να αποκτηθεί βάσει αυτής δικαίωμα, δηλαδή η κυριότητα, γίνεται επίδικο. Έτσι, η συνεπεία ασκήσεως διεκδικητικής αγωγής διακοπή της χρησικτησίας λογίζεται ως μη επελθούσα, αν η αγωγή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς και ο ενάγων δεν ασκήσει νέα αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία μέσα σε έξι μήνες από την τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης.

Εξάλλου, η διεκδικητική αγωγή ως αξίωση υπόκειται στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, σύμφωνα δε με το άρθρο 251 ίδιου Κώδικα, η παραγραφή αυτή αρχίζει από την στιγμή που προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας, με την δημιουργία καταστάσεως αντιτιθεμένης σ' αυτό και επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής που ασκεί ο προσβολέας, ούτε αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δικαιούται ο υπόχρεος να προβάλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικουμένου ακινήτου, χωρίς όμως η παραγραφή αυτή να επιφέρει απόσβεση της κυριότητας που εξακολουθεί να παραμένει στο δικαιούχο, εκτός αν συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου και οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας (κτητικής παραγραφής).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αντιφατικές αιτιολογίες, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και αφορούν πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν μπορούν να συνυπάρχουν, αφού η ύπαρξη του ενός αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει και όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη από 12-8-2003 διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11-10-1951 απεβίωσε ο πατέρας των εναγόντων-αναιρεσειόντων Γ.

Δ., κάτοικος εν ζωή Λυκοποριάς Κορινθίας, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ο εν λόγω αποβιώσας είχε στην πλήρη και αποκλειστική, κυριότητα, νομή και κατοχή του, μεταξύ άλλων, και τα εξής ακίνητα: α) μία οικία, ισόγεια, πλινθόκτιστη και πεπαλαιωμένη μετά του οικοπέδου της, του προαυλίου της και του συνεχόμενου περιβολιού εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων, κείμενη στη θέση "..." της περιφέρειας της τότε Κοινότητας και ήδη δημοτικού διαμερίσματος Λυκοποριάς, του Δήμου Ξυλοκάστρου.

Το ακίνητο αυτό οριζόταν ανατολικά με κοινοτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία Π. Γ. Π., νότια με ιδιοκτησία Ι. Π. και δυτικά εν μέρει με τον εν συνεχεία αναφερόμενο αγρό και εν μέρει με κοίτη Σκουπέϊκου ποταμού και β) έναν αγρό ξερικό εκτάσεως ενός περίπου στρέμματος, κείμενο στην ίδια ως άνω θέση, οριζόμενο ολόγυρα με το προπεριγραφέν ακίνητο, με ιδιοκτησία Ι.

Π., με ιδιοκτησία Π. Γ. Π. και κοίτη Σκουπέϊκου ποταμού. Τα ακίνητα αυτά είναι συνεχόμενα, έχουν υψομετρική διαφορά και μεταξύ τους μεσολαβεί πρανές ύψους 6-7 μέρων. Ο θανών άφησε ως πλησιέστερους συγγενείς του κατά το χρόνο του θανάτου του τη σύζυγό του Β. το γένος Α. Μ. και τα πέντε γνήσια τέκνα του, ήτοι τους ενάγοντες, και τα αμφιθαλή αδέλφια τους Θ.

Γ. Δ. και Α. Γ. Δ., σύζυγο Β. Κ.. Οι εν λόγω συγκληρονόμοι, με την επαγωγή της κληρονομιάς, εγκαταστάθηκαν στα ως άνω ακίνητα, κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου έκαστο των τέκνων και κατά ποσοστό 1/4 ή 5/20 εξ αδιαιρέτου η μητέρα τους Β. Δ.. Την κληρονομιά του πατέρα τους Γ. Θ. Δ. αποδέχθηκαν ρητώς άπαντες οι συγκληρονόμοι (πλην του τρίτου των εναγόντων), με την .../1-4-1966 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Πέτρου Ανδρικοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δε τρίτος ενάγων με την .../19-9-1973 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ιδίου συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα.

Στις 7-3-1968 απεβίωσε η μητέρα των εναγόντων Β. χήρα Γ. Δ., κάτοικος στη ζωή Λυκοποριάς Κορινθίας, χωρίς επίσης να αφήσει διαθήκη και άφησε πλησιέστερους κατά το χρόνο του θανάτου της συγγενείς τα πέντε προαναφερθέντα τέκνα της, και έτσι τα προπεριγραφέντα ακίνητα περιήλθαν κατά (το επιπλέον) ποσοστό 1/20 (1/4:5) εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών.

Την επαχθείσα κληρονομιά της μητέρας τους αποδέχθηκαν με την 7243/19-9-1973 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν στα ως άνω πέντε αδέλφια κατά πλήρη συγκυριότητα και κατά ποσοστό (3/20 + 1/20=) 4/20 ή 1/5 εξ αδιαιρέτου σε καθένα.

Με το .../19-9-1973 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Δερβενίου Πέτρου Ανδρικοπούλου που μεταγράφηκε, οι εν λόγω αδελφοί συγκληρονόμοι διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία. Σύμφωνα με το εν λόγω διανεμητήριο τα προπεριγραφόμενα ακίνητα περιήλθαν ως ακολούθως : Το δεύτερο εξ αυτών στον πρώτο ενάγοντα Π.

Γ.Δ. περιήλθε ακίνητο εμβαδού 1388 τ.μ, υπό τα όρια, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του, δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του και πέραν αυτής με αγροτική οδό και χείμαρρο, βόρεια με ιδιοκτησία του Α. Γ. Δ. και νότια με ιδιοκτησία Ι. Π.. Στον δεύτερο ενάγοντα Α. Γ. Δ. περιήλθε ακίνητο εμβαδού 500 τ.μ, υπό τα όρια ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του, δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του και πέραν αυτής με αγροτική οδό και χείμαρρο, βόρεια με ιδιοκτησία του Δ.

Δ. και νότια με ιδιοκτησία Π. Γ. Δ.. Στον τρίτο ενάγοντα Δ. Γ. Δ. περιήλθε ακίνητο εμβαδού 550 τ.μ. υπό τα όρια ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του, δυτικά εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του και πέραν αυτής με αγροτική οδό και χείμαρρο, βόρεια με ιδιοκτησία Θ. Δ. και νότια με ιδιοκτησία Α.

Γ. Δ.. Το έτος 1968, με την ευκαιρία εκτέλεσης έργων διάνοιξης της νέας εθνικής οδού Κορίνθου - Πατρών, η εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Οδών και Οδοστρωμάτων", που εκτελούσε το έργο, εναπέθεσε τα μπάζα που προέκυπταν από τη διάνοιξη της οδού αυτής κατά μήκος της όχθης του Σκουπέϊκου ποταμού, εκτός των άλλων και στην περιοχή, όπου βρίσκονται τα επίδικα.

Οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι η εναπόθεση των μπάζων έγινε με δική τους συγκατάθεση. Αντίθετα, ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος υποστηρίζει, ότι την σχετική άδεια έδωσε η άμεση δικαιοπάροχός του Κοινότητα Λυκοποριάς, εκδοχή που φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο πρώτος των εναγόντων από του έτους 1963 που νυμφεύτηκε, εγκατεστάθηκε μονίμως στον Άσσο Κορινθίας, ο δεύτερος εξ αυτών, όντας δημόσιος υπάλληλος, διέμενε μονίμως στην Αθήνα και ο τρίτος από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 εγκατεστάθηκε στην Αυστραλία.

Επομένως, ήταν αν όχι αδύνατο, οπωσδήποτε εξαιρετικά δύσκολο να δώσουν την συγκατάθεσή τους. Πάντως, ουδείς των διαδίκων προσκομίζει κάποιο έγγραφο σχετικά με την παροχή συγκαταθέσεως. Επομένως, είναι ουσιαστικά αβάσιμο το διατυπούμενο με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως παράπονο των εκκαλούντων, ότι δηλαδή η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχθηκε, ότι τη συγκατάθεση για την εναπόθεση των μπάζων στα επίδικα την έδωσε η κοινότητα Λυκοποριάς.

Από την εναπόθεση πάντως των μπάζων διαμορφώθηκαν δύο επίπεδα, ένα χαμηλότερο, όπου και τα επίδικα ακίνητα, και ένα υψηλότερο. Η εναπόθεση των μπάζων είχε ως αποτέλεσμα το χαμηλότερο επίπεδο, όπου και τα επίδικα, να διαπλατυνθεί και να ανυψωθεί. Στο από Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Ν.

Κ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 366/1999 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με αφορμή προηγούμενη ταυτόσημη αγωγή, τα επίδικα ακίνητα απεικονίζονται ως ακολούθως: Ως επίδικο 1, ανήκον στην ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος, επιφανείας 1481,60 τμ, το εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Ν-Ξ-Α. Ως επίδικο 2, ανήκον στην ιδιοκτησία του δευτέρου ενάγοντος, επιφανείας 553,90 τμ, το εμφαινόμενο με τα στοιχεία Γ-Δ-Ε-Μ-Ν-Γ.

Και ως επίδικο 3, επιφανείας 586,80 τμ, ανήκον στην ιδιοκτησία του τρίτου εναγομένου, το εμφαινόμενο με τα στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ε. Η διαπιστωθείσα μεγαλύτερη επιφάνεια των επιδίκων, σε σχέση με την αναγραφόμενη στο προμνησθέν διανεμητήριο συμβόλαιο, προφανώς οφείλεται στην εκ της ρίψεως των μπαζών επιχωμάτωση και τμήματος κοίτης του ποταμού Σκουπέϊκου.

Το έτος 1971 η κοινότητα Λυκοποριάς, αφού εφοδιάστηκε από το Δασαρχείο Ξυλοκάστρου με δενδρύλλια ευκαλύπτου, φύτευσε αρκετά από αυτά στον χώρο των επιδίκων, ενώ επέτρεψε στους νέους του Αθλητικού Ομίλου Λυκοποριάς να διαμορφώσουν σε γήπεδο ποδοσφαίρου μέρος του χαμηλότερου επιπέδου. Επίσης, διαμόρφωσε τον υπάρχοντα αγροτικό δρόμο σε κοινοτικό (κοινόχρηστο).

Κατά το χρονικό διάστημα από 4-11-1967 έως τις 18-9-1974 και, επομένως, και κατά τον χρόνο που έγιναν οι εν λόγω υλικές πράξεις, πρόεδρος της κοινότητος ήταν ο αμφιθαλής αδελφός των εναγόντων Θ. Δ.. Στις 6-8-1982 η εν λόγω κοινότητα καταχώρισε στο κτηματολόγιό της με αριθμό … κοινοτικό κτήμα με εμβαδόν 6.726 τμ που περιλαμβάνει τα επίδικα.

Ως τίτλο κτήσεως ανέγραψε την χρησικτησία. Ακολούθως με το .../6-12-1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δερβενίου Πέτρου Ανδρικόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ευρωστίνης στον τόμο … και αριθμό …, δώρισε τμήμα του στον εναγόμενο Γεωργικό Συνεταιρισμό, που περιλάμβανε και τα επίδικα.

Ο δωρεοδόχος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος αμέσως εγκαταστάθηκε στο δωρηθέν εδαφικό τμήμα και άρχισε να ασκεί πράξεις νομής, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου. Ειδικότερα, αφού το περιέφραξε με συρματόπλεγμα, εγκατέστησε γεφυροπλάστιγκα και κατασκεύασε διαδοχικά αποθήκη και φούρνο αποπρασινισμού λεμονιών.

Μετά τις ενέργειες αυτές του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες κατέθεσαν στις 5-5-1983 στο Ειρηνοδικείο Δερβενίου την με αριθμό 8/5-5-1983 αίτηση. Σ' αυτή εξέθεσαν ότι "στις 2-12-1982 ο (εκεί καθού η αίτηση και εδώ εναγόμενος) συνεταιρισμός άρχισε εκσκαπτικές εργασίες στο δυτικό τμήμα του κτήματος τους ....Και ενώ τον κάλεσαν κατ' επανάληψη να συμμορφωθεί...

από 15ηθημέρου άρχισε περίφραξη εκτάσεως 2 περίπου στρεμμάτων του κτήματός τους..". Ζήτησαν δε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα. Η αίτηση αυτή απερρίφθηκε με την 14/1983 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δερβενίου με την αιτιολογία ότι δεν πιθανολογήθηκε νομή των αιτούντων κατά τον χρόνο της προσβολής. Μετά την εξέλιξη αυτοί οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες άσκησαν κατά του ήδη εναγομένου-αναιρεσιβλήτου και της κοινότητας Λυκοποριάς Κορινθίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 8-4-1985 και με αριθμό καταθέσεως 74/1985 διεκδικητική αγωγή.

Σ' αυτή εξέθεσαν, ότι από κληρονομιά του άνευ διαθήκης αποβιώσαντος το έτος 1951 πατρός τους Γ. Θ. Δ. και της ομοίως άνευ διαθήκης αποβιωσάσης το έτος 1968 μητρός τους Β. Γ. Δ., που αποδέχτηκαν νόμιμα με τα αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα και μετέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις στα οικεία βιβλία μεταγραφών, σε συνδυασμό με το νόμιμα μεταγραφέν .../19-9-1973 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δερβενίου Πέτρου Ανδρικόπουλου, κατέστη έκαστος εξ' αυτών αποκλειστικός κύριος του ανωτέρω περιγραφομένου ακινήτου, επιφανείας 1388, 500 και 550 τμ, αντιστοίχως.

Ότι η εκεί δεύτερη εναγομένη κοινότητα, δολίως ενεργούσα και με σκοπό να αποκτήσει ο πρώτος εναγόμενος Γεωργικός συνεταιρισμός τίτλο, του δώρισε ακύρως τις εν λόγω ιδιοκτησίες τους, επί των οποίων τον Δεκέμβριο 1982 ο συνεταιρισμός παρανόμως εγκατέστησε γεφυροπλάστιγκα, κατασκεύασε ράμπα φορτώσεως αυτοκινήτων και οικίσκο ζυγιστηρίου, εν συνεχεία τον Σεπτέμβριο 1983 προέβη στην περίφραξη των ακινήτων τους με συρματόπλεγμα και σιδηρένιους πασάλους σε τσιμεντένια βάση και τον Δεκέμβριο 1984 κατασκεύασε και θάλαμο αποπρασινισμού εσπεριδοειδών, με αποτέλεσμα να τους αποβάλουν παρανόμως.

Ζήτησαν δε, να αναγνωρισθεί έκαστος εξ αυτών κύριος του αντίστοιχου εδαφικού τμήματος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η αποβολή τους (τουλάχιστον) τον Δεκέμβριο 1982, δεν είχε νόημα να ασκηθεί η εν λόγω από 5-5-1983 και με αριθμό καταθέσεως 8/5-5-1983 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στην οποία γίνεται λόγος για αρξάμενη περίφραξη και αποβολή.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 243/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που την απέρριψε ως προς την εναγόμενη κοινότητα, ενώ υποχρέωσε τους μεν ενάγοντες να αποδείξουν τους ουσιώδεις και αμφισβητούμενους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, τον δε εναγόμενο συνεταιρισμό την ένσταση ιδίας κυριότητας.

Μετά την διεξαγωγή των εμμαρτύρων αποδείξεων, εκδόθηκε η 388/1995 απόφαση του εν λόγω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που διέταξε αυτοψία, η οποία και διεξήχθη. Ακολούθως εκδόθηκε η 56/1998 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τον εναγόμενο συνεταιρισμό, αναγνώρισε έκαστο των εναγόντων κύριο του αντίστοιχου εδαφικού τμήματος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να το αποδώσει.

Ειδικότερα, δέχτηκε ότι η κοινότητα Λυκοποριάς και ο ειδικός της διάδοχος συνεταιρισμός ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου από του έτους 1968 και εφεξής, ήτοι για συνολικό χρονικό διάστημα 17 ετών, που δεν αρκούσε για την από αυτόν κτήση της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο ηττηθείς πρωτοδίκως συνεταιρισμός άσκησε την από 18-6-1998 και με αριθμό 142/22-6-1998 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 366/1999 απόφαση, που την δέχτηκε τυπικά και διέταξε πραγματογνωμοσύνη, και στη συνέχεια (μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης) η 591/20-11-2002 απόφαση που έκανε την έφεση ουσιαστικά δεκτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς, ήτοι ως αόριστη.

Μετά την εξέλιξη αυτή, οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση από 12-8-2003 και με αριθμό καταθέσεως 286/ΤΜ 286/12-9-2003 νέα αγωγή, η οποία θεωρείται ως επανέγερση, αφού στηρίζεται στην ίδια με την προαναφερόμενη αγωγή ιστορική και νομική αιτία, με την προσθήκη απλώς των αναγκαίων περιστατικών για την κάλυψη της απαγγελθείσας αοριστίας της.

Την νέα αυτή αγωγή την επέδωσαν στον εναγόμενο στην 14-10-2003 (βλ. την με αριθμό 4.396 β /14-10-2003 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Κορίνθου Β. Κ. Π.). Κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπό κρίση δεύτερης αγωγής, ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός υποστήριξε, ότι ουδέποτε τα επίδικα ακίνητα αποτέλεσαν ιδιοκτησίες των ιδίων των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, αλλά απεναντίας κύριος αυτών είναι ο ίδιος παραγώγως και πρωτοτύπως.

Και δη παραγώγως μεν λόγω της προμνησθείσας δωρεάς με συμβολαιογραφικό έγγραφο νόμιμα μεταγραμμένο παρά της αληθούς κυρίας κοινότητος Λυκοποριάς Κορινθίας, η οποία πλέον της συνεχούς 100ετίας το νεμόταν καλόπιστα και με διάνοια κυρίου, το δε πρωτοτύπως με τακτική, άλλως με έκτακτη, χρησικτησία, καθόσον το νέμεται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πλέον της 10ετίας, προ της ασκήσεως της νέας (υπό κρίση) αγωγής, άλλως με διάνοια κυρίου πλέον της συνεχούς εικοσαετίας.

Το χρόνο ενάρξεως της χρησικτησίας του, προσμετρουμένου και του με τα αυτά προσόντα χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του κοινότητας Λυκοποριάς, εντοπίζει το έτος 1968, σε κάθε δε περίπτωση τον Δεκέμβριο του 1982. Επομένως, (υποστήριξε) κατά τον χρόνο ασκήσεως της νέας αυτής αγωγής (14-10-2003), αφενός μεν είχε συμπληρωθεί η κτητική παραγραφή και είχε σε κάθε περίπτωση καταστεί κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, αφετέρου δε λόγω της παρόδου εικοσαετίας είχε παραγραφεί η ασκηθείσα διεκδικητική αγωγή.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης δεύτερης αγωγής ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, διότι τα νεμόταν, προσμετρουμένου και του με τα ίδια προσόντα χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου συνεχώς για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1968 και σε κάθε περίπτωση από το μήνα Δεκέμβριο του 1982 και εφεξής, μέχρι την 14-10-2003, και, ότι η από 8-4-1985 διεκδικητική αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων δεν επέφερε διακοπή της ήδη αρξαμένης χρησικτησίας του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, αφού απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς (ως αόριστη) και οι ενάγοντες δεν άσκησαν νέα αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την τελεσίδικη απόρριψή της.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την περί κτητικής παραγραφής ένσταση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 363, 974, 1045, 1049 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία και της μη διακοπής της χρησικτησίας αυτής από την άσκηση της από 8-4-1985 διεκδικητικής αγωγής, αφού η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη και οι ενάγοντες δεν άσκησαν νέα αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την τελεσίδικη απόρριψή της.

Επομένως, οι συναφείς δεύτερος και έκτος από τον αριθμό 19, και πέμπτος, κατά το τρίτο μέρος του, επίσης από τον αριθμό 19, όπως εκτιμάται, (και όχι από τον αριθμό 9, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), καθώς και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποιά επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 421/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους, που προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν στο Εφετείο, περί καταχρηστικής άσκησης των ενστάσεων του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου περί κτητικής παραγραφής και ιδίας κυριότητας.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και δη τις από 18-4-2007 προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης, προβαίνοντας απλώς σε μία ιστορική διαδρομή της αντιδικίας τους με τον εναγόμενο με βάση την προγενέστερη από 8-4-1985 αγωγή τους και της επικαλούμενης παρελκυστικής τακτικής αυτού, και χωρίς να προβάλλεται ειδικό αίτημα, για να γίνει δεκτή αντένσταση καταχρηστικής άσκησης.

Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε σιωπηρά, αφού δεν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και συνακόλουθα ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, που πρόβαλλαν προς αντίκρουση της περί ιδίας κυριότητας ένστασης του εναγομένου, "ότι τα επίδικα τμήματα ευρίσκονται εκτός του μεταβιβασθέντος από την Κοινότητα τμήματος επιφάνειας 2625 τ.μ. σχήματος παραλληλογράμμου, διότι το τμήμα τούτο κείται βορείως της όλης εκτάσεως και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία του αδελφού τους Θ.

Δ.. Το γεγονός μάλιστα ότι το εις τον αναιρεσίβλητο περιελθόν συνόρευε μόνο με την ιδιοκτησία του αδελφού τους προς ανατολάς επιβεβαιώνει την έλλειψη οποιασδήποτε σχέσης του με την ιδιοκτησία τους που βρίσκεται νοτίως αυτής του αδελφού τους". Σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη αλλά αποτελούν επιχειρήματα πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση των 1) Π. Δ. κ.λ.π. για αναίρεση της 272/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ