Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to state material facts required for legal review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding lawyer fees. The appellant argued the lower court violated statutory fee provisions, but failed to articulate the specific factual circumstances necessary to assess the legal error. The court ruled that an appeal must explicitly state the material facts supporting the claim of legal violation, rather than merely citing the document history or the opposing party's position.
Legislator headnote
AI generatedArticles 152, 155, 98 of the Lawyers Code; Article 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal must explicitly state the material facts constituting the legal basis for the alleged violation of substantive law to allow the court to verify the correctness of the decision's operative part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1425 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1425/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........ Δικηγόρου, κατοίκου Κορίνθου, ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Σπύρο Λάλα.
Της αναιρεσίβλητης: Κοινοπραξίας «ΑΤΕΚΛ – ΚΛΑΜΠ ΟΤΕΛ ΛΟΥΤΡΑΚΙ Α.Ε.», που εδρεύει στο Λουτράκι Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δήμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/5/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/2/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 11/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 152 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος Δικηγόρων», που είναι εντεταγμένο στο Ι Κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις», το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις, ορίζεται: «Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λ.π.
νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30, 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζονται κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40».
Με το άρθρ. 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων… » στο τέλος του άρθρ. 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε εδάφιο β' στο οποίο ορίζεται ότι «Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν:
α) Δια τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου διακαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις.
Στη συνέχεια με το άρθρ. 8 του ν. 950/1979 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων» ορίσθηκε ότι: «Αι διατάξεις του άρθρου 155 του Ν.Δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ. 2 του άρθρ. 4 το υν. 4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων».
Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρ. 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρ. 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες (Ολ.
ΑΠ 7/2005), ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, κατά τις στις διατάξεις αυτές διακρίσεις. Με βάση τις διακρίσεις αυτές το ελάχιστο όριο της αμοιβής ορίζεται α) για τη σύνταξη κυρίας αγωγής, προς την οποία εξομοιούται και η κυρία παρέμβαση, σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής β) εάν το αντικείμενο της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση (π.χ.
αγωγές αναγνωριστικές, νομής, κυριότητας, δουλειών, διανομής, ακυρότητας, διαλύσεως εταιρίας κ.λ.π.) με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής γ) εάν το αίτημα της αγωγής είναι περιοδικές παροχές ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου με βάση το δεκαπλάσιο της ενιαύσιας παροχής ή προσόδου και δ) εάν το αντικείμενο της αγωγής δεν μπορεί από την φύση του να αποτιμηθεί σε χρήμα (π.χ.
αγωγές διαζυγίων, ακυρότητας γάμου, αποδοκιμασίας κ.λ.π.) σε 20 δρχ. για τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγές, δρχ. 50 για τις ενώπιον του Πρωτοδικείου και δρχ. 100 για τις ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων αγωγές. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, ή έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς δηλαδή η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Εξάλλου η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. Α.Π. 27/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 152, 155 εδ.
β, 100 παρ. 1 και 98 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων και 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. του Συντάγματος και δη ότι εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 152 εδ. β' και 98 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων, η προτελευταία των οποίων αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ δεν εφήρμοσε τις εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 155 εδ.
β' και 100 παρ. 1 του άνω Κώδικα. Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται μόνο το ιστορικό της ένδικης υποθέσεως η άποψή του αναιρεσείοντος ενάγοντος για την έννοια των ως άνω διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και η καταληκτική κρίση του Εφετείου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού και υπαγωγικού σφάλματος, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει τη νομική κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφήρμοσε.
Ταύτα μάλιστα ενόψει και του ότι κατά το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, πραγματικό της υποθέσεως, αντικείμενο της δίκης, στην οποία αυτός παρέστη ως δικηγόρος της αντιδίκου του και άσκησε παρέμβαση, δεν ήταν αυτό τούτο το αναφερόμενον ακίνητον, ώστε να υπολογισθεί η αιτηθείσα αμοιβή του σε ποσοστό επί της αξίας του, αλλά η ακύρωση αποφάσεως της διοικήσεως περί συνεχίσεως των εργασιών ανεγέρσεως κτίσματος.
Ετσι η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μπορεί να ελεγχθεί από την άποψη της ευθείας παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ανεξαρτήτως τυχόν εσφαλμένης αιτιολογίας της. Επομένως οι προαναφερόμενοι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 24-2-2005 αίτηση του ......... για αναίρεση της 317/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα [770] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ