Supreme Court dismisses appeal on common sense error grounds as facts are non-reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment regarding a car accident compensation claim. The appellant argued the lower court erred in applying common sense principles regarding the driver's reaction time and the vehicle's behavior. The court rejected this argument, stating that the evaluation of evidence and factual circumstances falls exclusively within the discretion of the court of first instance and is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the factual evaluation or the application of common sense principles by the court of first instance, as these constitute non-reviewable matters of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1424 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1424/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. (G. K.) του Γ. (G.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δεβελάσκα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 257/18-7-2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2124/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1097/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-11-2022, με γεν. αριθμ. καταθ. 3482/2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.1097/27-5-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1097/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των ήδη αναιρεσίβλητων την από 1-11-2019 με αρ. καταθ. ΓΑΚ22266/ΕΑΚ 18522/2019 αγωγή της, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Α. Κ., οδηγώντας την ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένη στην δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" δίκυκλη μοτοσικλέτα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.
Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 325.550 ευρώ ως αποζημίωση για θετική, αποθετική ζημία, πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ.2124/2021 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά την άσκηση έφεσης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ'ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.
β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 1223/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια ((ΑΠ 1178/2023,ΑΠ 607/2023,ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Περαιτέρω, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' του ΚΠολΔικ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 225/2024, ΑΠ 69/2019,ΑΠ 176/2011)..
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022,ΑΠ 35/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021,ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση το, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη με αριθμ.1097/2022 απόφασή του, ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "......Στις 11-07-2018 και περί ώρα 10:10, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής TRIUMPH-TIGER ιδιοκτησίας της μη διαδίκου Κ. Α., που ήταν ασφαλισμένη με έγκυρη σύμβαση ασφαλίσεως για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στη δεύτερη των εναγομένων ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην περιοχή της ... (πρώην ...), στην κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Ν.
Μηχανιώνα. Η Λεωφόρος Θεσσαλονίκης (πρώην ...), στο ύψος του αρ. 60 (22,5° χλμ. πρώην Επαρχιακής Οδού Θεσσαλονίκης - Ν- Μηχανιώνας) όπου συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, είναι διπλής κατεύθυνσης χωρίς κεντρικό διαχωριστικό με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,50 μ. (4,25 μ ανά κατεύθυνση).
Μεταξύ των δύο κατευθύνσεων κυκλοφορίας υφίσταται διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Δεξιά του οδοστρώματος στην κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη υφίσταται χαλικόστρωτο έρεισμα, το πλάτος του οποίου ανέρχεται σε 5,50 μ., ενώ στην αντίθετη κατεύθυνση προς Ν. Μηχανιώνα, δεξιά του οδοστρώματος υφίσταται έρεισμα με επιφάνεια από χώμα και χαλίκι, πλάτους 3,00 μ., το οποίο έχει κατηφορική κλίση και οδηγεί προς τις παρόδιες ιδιοκτησίες, που απέχουν περί τα 10,00 μ.
από το άκρο της οδού. Η οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία άνω των 100 μέτρων, το δε όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 50 χλμ./ώρα, λόγω του κατοικημένου της περιοχής. Δεξιά της οδού στην κατεύθυνση προς Ν. Μηχανιώνα, υφίστατο κατά τον ως άνω χρόνο super market με τον διακριτικό τίτλο "...",ενώ στην αντίθετη πλευρά και σε απόσταση 40,00 περίπου μέτρων μετά το εν λόγω σημείο (στην ίδια κατεύθυνση) υφίσταται άλλο super market με τον διακριτικό τίτλο "...".
Στο παραπάνω σημείο δεν υφίσταται διάβαση πεζών, ενώ ο φωτεινός σηματοδότης, που ρυθμίζει την κίνηση των οχημάτων, είναι τοποθετημένος 200,00 περίπου μέτρα πριν το ύψος του αρ. 60 της Λ. Θεσσαλονίκης, στην κατεύθυνση προς Ν. Μηχανιώνα. Στην κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, υφίσταται στο ύψος του αρ. 60 φωτεινός σηματοδότης με παλλόμενο, κίτρινο φως, που προειδοποιεί για την ύπαρξη φωτεινού σηματοδότη στη διασταύρωση με την οδό ...
Κατά τον ως άνω χρόνο η κίνηση των αυτοκινήτων και στα δύο ρεύματα πορείας της οδού ήταν μέτρια, επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, η άσφαλτος ήταν ξηρά, επικρατούσε άπλετος φυσικός φωτισμός ημέρας, η ορατότητα δεν περιορίζονταν και στο σημείο εκείνο η οδός, όπως ήδη εκτέθηκε είναι ευθεία. (βλ. περί όλων αυτών την από 11/07/2018 έκθεση αυτοψίας του επιδίκου που συνέταξαν οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει).
Ο πρώτος εναγόμενος κινούνταν με την προαναφερθείσα μοτοσικλέτα του στο άκρο δεξιό τμήμα της οδού στην κατεύθυνση προς Ν. Μηχανιώνα με ταχύτητα, που εκτιμάται ότι δεν υπερέβαινε τη μέγιστη των 50 χλμ/ώρα λαμβανομένου υπόψη ότι μόλις είχε ξεκινήσει από τον προαναφερόμενο φωτεινό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του πριν από τον αριθ....
της οδού σε συνδυασμό με το είδος και την έκταση του τραυματισμού αμφοτέρων των διαδίκων -φυσικών προσώπων και ιδίως την απουσία εκτίναξης της ενάγουσας μετά την επαφή της μοτοσικλέταςστο σώμα της, όπως γίνεται λόγος παρακάτω. Την ίδια στιγμή η ενάγουσα, που βρισκόταν πεζή στο υφιστάμενο έρεισμα του οδοστρώματος στα δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας εισήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα, προτιθέμενη να το διασχίσει το οδόστρωμα της οδού από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας και σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως στα αριστερά της την κίνηση, την απόσταση και την ταχύτητα των κινουμένων επί του προς Ν.
Μηχανιώνα ρεύματος πορείας των οχημάτων ούτε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους, αντιθέτως έχοντας στραμμένη την προσοχή της στα δεξιά της οδού με ελαφρά κλίση του σώματός της στα δεξιά ξεκίνησε αιφνίδια να διασχίζει το οδόστρωμα όταν η μοτοσικλέτα βρίσκονταν σε απόσταση 6-7 μέτρων πριν το ύψος του αρ. 60, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας, την παρουσία της οποίας στο οδόστρωμα και στ' αριστερά της ουδόλως είχε προηγουμένως αντιληφθεί αν και η οδός είναι ευθεία και οι συνθήκες ορατότητας ήταν ιδανικές (καλοκαιρία, ευθύ οδόστρωμα, άπλετος φυσικός φωτισμός ημέρας).
Συνεπεία της αιφνιδιαστικής και αμελούς ως άνω συμπεριφοράς της ενάγουσας ο πρώτος εναγόμενος, που την τελευταία στιγμή επιχείρησε ενστικτώδη αποφευκτικό αριστερό ελιγμό, δεν κατάφερε να αποφύγει το ατύχημα και επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας του, στην οπίσθια αριστερή πλευρά του σώματος της ενάγουσας, καθ' ον χρόνο η τελευταία βρίσκονταν σε απόσταση ενός (1,00) μ.
από το δεξί άκρο του οδοστρώματος. Λόγω δε της χαμηλής ταχύτητας της μοτοσικλέτας χωρίς το σώμα της ενάγουσας να εκτιναχθεί ή να παρασυρθεί, τούτη επέπεσε επί τόπου στο οδόστρωμα με τελική θέση ευρισκόμενη σε απόσταση ενός (1,00) μέτρου από το δεξί άκρο του οδοστρώματος και τραυματίστηκε αποκλειστικά στο σημείο της κεφαλής καθώς υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική και κρανιοπροσωπική κάκωση (κάταγμα κροταφικού οστού δεξιά, επισκληρίδιο αιμάτωμα βρεγματικά δεξιά, αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου μετωποκροταφικά αριστερά και κάταγμα ρινικών) και κατέστη αναγκαία η νοσηλεία της επί τέσσερις ημέρες στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου Παπανικολάου, στο οποίο διακομίσθηκε (11/7/2018 έως 15/7/2018, οπότε και εισήχθη στο νευροχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου έως 20/07/2018).
Πλήρως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος υπό την ανωτέρω εξέλιξη του ατυχήματος και ιδιαίτερα λόγω της αιφνίδιας κίνησης της ενάγουσας στο οδόστρωμα της οδού δεν είχε ικανά χρονικά και τοπικά περιθώρια να τροχοπεδήσει και ως εκ τούτου, χωρίς να λάβει χώρα τροχοπέδηση, η μοτοσικλέτα του, όπως και ο αναβάτης, ανατράπηκαν αμέσως μετά την πρόσκρουση και σύρθηκαν σε διαγώνια αριστερή πορεία, σε σχέση με την αρχική κατεύθυνση, για απόσταση 28,5 μ., η δε μοτοσικλέτα ακινητοποιήθηκε, μετά από πρόσκρουσή της στο εμπρόσθιο τμήμα ΔΧΦ οχήματος, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο χαλικόστρωτο έρεισμα, που υφίσταται στην αντίθετη κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη δεξιά του οδοστρώματος.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η ενάγουσα υπήρξε αμελής και ουδόλως αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα της οδού, ενισχύεται και από το περιεχόμενο της από 14/09/2018 προανακριτικής κατάθεσης της ίδιας της ενάγουσας καθώς ανεξάρτητα από την εκδοχή των συνθηκών του ατυχήματος, που περιγράφει στην ανωτέρω κατάθεσή της και δεν συμπίπτει με αυτό της κρινόμενης αγωγής της, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί, η ίδια η ενάγουσα αναφέρει ότι η προσοχή της ήταν στραμμένη σε συγκεκριμένη κατεύθυνση μήπως δει το γιο της ("όση ώρα περίμενα περπατούσα στο πεζοδρόμιο για λίγα μέτρα και επέστρεφα στο ίδιο περίπου σημείο ενώ ταυτόχρονα κοίταζα μήπως δω τον γιο μου") και επιπλέον η ίδια περιγράφει ότι εν τέλει δεν κατάλαβε πως έλαβε χώρα το ατύχημα καθώς για τον προ του ατυχήματος χρόνο δεν αναφέρει καμία κυκλοφοριακή συνθήκη της οδού ούτε την παρουσία της μοτοσικλέτας έστω και σε μακρινή απόσταση (" Ενώ λοιπόν βρισκόμουν στο πεζοδρόμιο παραπλεύρως αυτού του δρόμου ξαφνικά ένιωσα ένα πολύ δυνατό χτύπημα χωρίς να προλάβω να δω από τι ακριβώς προήλθε......" και αλλού "Αργότερα ενημερώθηκα από υπαλλήλους καταστημάτων που ήταν μπροστά στο ατύχημα ότι ένας μοτοσικλετιστής έπεσε πάνω μου και με παρέσυρε επειδή έχασε τον έλεγχο της μηχανής και βγήκε από τον δρόμο και έπεσε πάνω μου").
Η προανακριτική ως άνω περιγραφή του ατυχήματος από την ενάγουσα, διαφοροποιείται αισθητά συγκρινόμενη με την περιγραφή του ένδικου ατυχήματος στο κρινόμενο δικόγραφο της αγωγής όπου διαλαμβάνει ότι η ίδια (ενάγουσα) βρίσκονταν εκτός οδοστρώματος και δη εντός του χαλικόστρωτου ερείσματος, που υφίσταται δεξιά της οδού, όπου ανέμενε τον υιό της, κινούμενη πότε με μέτωπο προς Ν.
Μηχανιώνα και πότε με μέτωπο προς Θεσσαλονίκη, ότι κατά τον χρόνο της πρόσκρουσης του πρώτου των εναγομένων επ' αυτής είχε μέτωπο προς Ν. Μηχανιώνα, ότι ο πρώτος εναγόμενος κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα και επιχείρησε παράνομη υπέρβαση άλλου ομορρόπως κινούμενου οχήματος εκ δεξιών, ότι στην προσπάθεια αυτή απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και εισήλθε εν μέρει δεξιά εντός του ερείσματος παρασύροντάς τη με σφοδρότητα και ρίχνοντάς την στο οδόστρωμα και εν συνεχεία η μοτοσικλέτα, εξετράπη αριστερά σε σχέση με την πορεία της, και αφού διέσχισε διαγώνια όλο το οδόστρωμα της Λεωφόρου ακινητοποιήθηκε προσκρούοντας στο ΔΧΦ αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο εκτός οδοστρώματος στο έρεισμα μπροστά από το super market ...
και σε απόσταση 28,5 μέτρων από το σημείο που την παρέσυρε, ενώ ο οδηγός του βρέθηκε μετά το έρεισμα. Η εκδοχή αυτή του ατυχήματος ωστόσο δεν επαληθεύεται από αντικειμενικά ευρήματα και ιδίως τα όσα βεβαιώνει ο συντάκτης του σχεδιαγράμματος, που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας του επιδίκου και συγκεκριμένα τις βεβαιώσεις: 1ον ότι το σώμα της ενάγουσας, βρέθηκε εντός του οδοστρώματος κατά την άφιξη των αστυνομικών 20ν ότι το πιθανό σημείο πρόσκρουσης εντοπίζεται σε απόσταση 1,0 μ.
από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και εντός αυτού και 3ον ότι οι κηλίδες αίματος εντοπίζονται πλησίον της θέσης όπου βρέθηκε η παθούσα-ενάγουσα και εντός του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας. Τα παραπάνω αντικειμενικά ευρήματα δεν είναι απότοκος της περιγραφής του ατυχήματος από τον εναγόμενο οδηγό αλλά διαπιστώσεις των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων για ζητήματα που έγιναν αντιληπτά με τις αισθήσεις τους από τους ίδιους και έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα λόγω και της απουσίας αυτοπτών μαρτύρων, καθώς δεν μνημονεύονται τέτοιοι στην έκθεση αυτοψίας του επιδίκου.
Η απουσία χρήσιμου βιντεοληπτικού υλικού από τις κάμερες ασφαλείας των παρακείμενων πολυκαταστημάτων, παρά την υποβολή του από 15-02-2019 σχετικού αιτήματος της ενάγουσας-εκκαλούσας, δεν άγει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση παρόλο που η μη έγκαιρη λήψη του υλικού αυτού δεν ανήκει στη σφαίρα ευθύνης της ενάγουσας-εκκαλούσας.
Η τελευταία εξακολουθεί να φέρει δικονομικά το βάρος αποδείξεως των αγωγικών ισχυρισμών της, οι οποίοι έμειναν αναπόδεικτοι καθώς δεν ενισχύθηκαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ούτε και από τα όσα αυτή κατέθεσε εξεταζόμενη χωρίς όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο επιμελεία της εξετασθείς μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος και επιπλέον δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις ιδίως αναφορικά:
α) με τους λόγους που η ενάγουσα- μητέρα του ανέμενε τον ίδιο επί ώρα σε συνθήκες ζέστης στο έρεισμα της οδού β) τους λόγους για τους οποίους οι μάρτυρες του ατυχήματος-υπάλληλοι παρακείμενων καταστημάτων δεν έδωσαν ένορκες καταθέσεις για τις συνθήκες του ατυχήματος και γ) τους λόγους για τους οποίους αν και η τροχαία προσήλθε στον τόπο του ατυχήματος στις 10.25 πμ (βλ έκθεση αυτοψίας), ο ίδιος, δεν είχε φθάσει στο σημείο συνάντησης με την ενάγουσα μητέρα του παρά το ότι είχε αναχωρήσει από ώρα 9.30 πμ για να μεταβεί στο σημείο εκείνο και επρόκειτο για μια απόσταση 10 λεπτών, όπως ο ίδιος κατέθεσε.
Αλλά και η ενάγουσα-εκκαλούσα δεν αποσαφηνίζει τις συνθήκες του ατυχήματος καθώς όπως ήδη εκτέθηκε, στην περιγραφή του ατυχήματος στην από 14-09- 2018 ένορκη κατάθεσή της κάνει λόγο για απώλεια ελέγχου της μοτοσικλέτας από τον εναγόμενο οδηγό χωρίς να την αποδίδει σε συγκεκριμένη αιτία ενώ στην κρινόμενη αγωγή αναδεικνύει ως αιτία του ατυχήματος την παράνομη, αντικανονική και ανέλεγκτη εκ δεξιών υπέρβαση ομορρόπως κινούμενου αυτοκινήτου από τον εναγόμενο οδηγό σε συνδυασμό με την υπερβολική ταχύτητα, ισχυρισμοί όμως που δεν επιβεβαιώνονται από οιονδήποτε αυτόπτη μάρτυρα ή από οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω, υπό την εκδοχή της εκτροπής της μοτοσικλέτας στα δεξιά δεν παρίσταται κατανοητή η ακόλουθη προς τ' αριστερά πορεία της καθώς είναι αντικειμενικό εύρημα η τελική θέση της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα στο σημείο, που προαναφέρθηκε και αριστερά της αρχικής της πορείας. Η τελική αυτή θέση είναι συμβατή με τη διαγώνια αριστερή πορεία, που διέγραψε η μοτοσικλέτα μετά την ανατροπή της λόγω ακριβώς του ενστικτώδους αριστερού αποφευκτικού ελιγμού που πραγματοποίησε ο εναγόμενος οδηγός κατά τα προαναφερθέντα.
Η κρίση του Δικαστηρίου για την προπεριγραφόμενη εξέλιξη του ατυχήματος δεν διαφοροποιείται από τις επικαλούμενες από την ενάγουσα -εκκαλούσα από 09-01-2020 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των φίλων του υιού της εκκαλούσας Γ. Θ. και Α. Π. ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, που δόθηκαν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του ατυχήματος και κατά τους ισχυρισμούς τους διερχόμενοι από τον τόπο του ατυχήματος κοιτώντας από μακριά είδαν μια γυναίκα να κείτεται εκτός οδοστρώματος χωρίς να προσεγγίσουν το σημείο και ενώ βρίσκονταν πλήθος συγκεντρωμένου κόσμου γύρω της.
Οι καταθέσεις αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα κατέγραψαν στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι που επιλήφθηκαν του ατυχήματος προσδιορίζοντας με σαφήνεια εντός του οδοστρώματος την θέση του σώματος της ενάγουσας -εκκαλούσας μετά τη σύγκρουση, το δε πρόχειρο σχεδιάγραμμα-υπόμνημα και η έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος, συντασσόμενα, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ.
και 180 Κ.Π.Δ, από την αρμόδια αστυνομική αρχή, είναι δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 438, 439 και 440 Κ.ΠολΔ. (βλ. Α.Π. 788/2006 ΝοΒ 2006.1280, Α.Π. 1286/2003 ΧρΙΔ 2004. 245/ΕλλΔνη 46.406, Α.Π. 1492/2002 δημ. σε Νόμος, Α.Π. 1428/2000 ΕλλΔνη 42.678, Α.Π.159/1992 ΕλλΔνη 33.814). Υπό τα αποδεικνυόμενα αυτά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού τραυματισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας οφείλονται σε υπαιτιότητα της ίδιας η οποία από αμέλειά της, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός πεζός, κατήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει από τα δεξιά προς τ' αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την απόσταση και την ταχύτητα των κινούμενων επί του προς Ν.
Μηχανιώνα ρεύματος πορείας οχημάτων, ούτε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους, με αποτέλεσμα κατά την είσοδό της στο οδόστρωμα σε απόσταση 6-7 μέτρων προ της μοτοσικλέτας, να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία της, με τη συμπεριφορά της δε αυτή παραβίασε τις από το άρθρο 38 παρ. 4 του ΚΟΚ επιβαλλόμενες υποχρεώσεις της, οι εν λόγω δε παραβάσεις, ικανές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσουν ατύχημα, προκάλεσαν τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό.
Η υπαιτιότητα αυτή είναι αποκλειστική της ενάγουσας, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός της μοτοσικλέτας, δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά βρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, αφού αυτός ευθύς μόλις αντιλήφθηκε από απόσταση 6-7 μέτρων την πεζή να κατέρχεται εντελώς αιφνίδια και απρόβλεπτα στο οδόστρωμα, προέβη σε ενδεδειγμένο ενστικτώδη αριστερό ελιγμό της τελευταίας στιγμής πλην όμως, λόγω της ελάχιστης απόστασης που τον χώριζε από την πεζή, δεν κατόρθωσε να την αποφύγει ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι αυτός εκινείτο με ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα και δεν βαρύνεται με (συν-)υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό της ενάγουσας.
Επομένως, η αγωγή ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ελλείψει υπαιτιότητας, ως βασικής προϋποθέσεως της προς αποζημίωση υποχρεώσεως (άρθρο 914 ΑΚ) του πρώτου εναγόμενου οδηγού και ήδη πρώτου εφεσίβλητου. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αν και εν μέρει διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι η ενάγουσα και απέρριψε την αγωγή, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιόν του και είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσής της και τον δεύτερο λόγο που υποβάλλεται ενιαία και αφορά στα αιτούμενα κονδύλια αποζημίωσης....." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν.
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της. προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες επικαλούμενη τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι το Δικαστήριο ουδόλως εξηγεί, προσδιορίζει και διευκρινίζει (όπως αυτολεξεί αναφέρεται στο δικόγραφο της υπό κρίση αναίρεσης) γεγονότα που έχουν ουσιώδη σημασία στην κρίση σχετικά με την υπαιτιότητα ή μη του πρώτου εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Συγκεκριμένα: 1) δεν διευκρινίζει και δεν εξηγεί αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος βρέθηκε να οδηγεί την ιδιοκτησίας της μη διαδίκου Κ. Α. δίκυκλη μοτοσικλέτα, έχοντας δανειστεί αυτήν για πρώτη φορά ή αν είναι ουσιαστικά δική του και επομένως αν γνώριζε ή όχι τα χαρακτηριστικά της, γεγονός που έχει ουσιώδη σημασία στην πρόκληση του ατυχήματος, 2) δεν διευκρινίζει και δεν προσδιορίζει τις προδιαγραφές της εν λόγω μοτοσικλέτας,γεγονός που έχει ουσιώδη σημασία για να προσδιοριστεί έστω και κατά προσέγγιση η ταχύτητα με την οποία κινούνταν ο αναιρεσίβλητος, 3) δεν προσδιορίζει, ούτε διευκρινίζει τις προδιαγραφές της εν λόγω μοτοσικλέτας, γεγονός που έχει ουσιώδη σημασία για να προσδιοριστεί και ο λόγος για τον οποίο δεν τον αντιλήφθηκε η ίδια, 4) δεν εξηγεί και δεν διευκρινίζει πως βρέθηκαν ίχνη πλαγιολίσθησης στο χαλικόστρωτο έρεισμα πλάγια και εκτός του οδοστρώματος, στο σημείο που στεκόταν η ίδια, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, γεγονός, που έχει ουσιώδη σημασία καθόσον αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η μοτοσικλέτα εξήλθε του οδοστρώματος και επέπεσε επάνω στην ίδια, 5)δεν εξηγεί γιατί ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν την είδε να στέκεται παραπλεύρως της οδού, και αν την είδε ποια μέτρα έλαβε και επίσης για ποιο λόγο δεν υπάρχουν καθόλου ίχνη τροχοπέδησης,6) δεν εξηγεί για ποιο λόγο προσδιορίζει την ταχύτητα του οχήματος βάσει του εάν η ίδια εκτινάχθηκε, και επίσης:
α) ουδόλως εξηγεί πώς είναι δυνατόν να σύρθηκε σε απόσταση 28,5 μέτρων, ενώ δήθεν εκινείτο με ταχύτητα 40 χλμ/ώρα, β) ούτε και διευκρινίζει σε τι απόσταση θα εξακολουθούσε να σύρεται εάν δεν υφίστατο στην πορεία του το ΔΧΦ αυτοκίνητο, γ) δεν διευκρινίζει πως δέχεται ότι δεν εκτινάχθηκε αλλά παρέμεινε στη θέση που βρισκόταν, ενώ βρέθηκαν ίχνη πλαγιολίσθησης, 7) ουδόλως διευκρινίζει για ποιο λόγο το σώμα της κατά την άφιξη των αστυνομικών δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στο οδόστρωμα, ούτε προσδιορίζει πού θα έπρεπε να βρεθεί αυτό, ούτε εξηγεί για ποιο λόγο δεν θα έπρεπε να βρεθούν κηλίδες αίματος αφού στο σημείο αυτό κατέληξε μετά το χτύπημα το σώμα και η κεφαλή της και προσέκρουσε με το οδόστρωμα.
Οι ως άνω αιτιάσεις περί ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και τους εξ αυτής τραυματισμού της πεζής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, εκτίθεται με σαφήνεια.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, ορθά εκτιμούμενο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεχόμενο ότι ο εναγόμενος οδηγός της μοτοσικλέτας δεν ήταν υπαίτιος του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού της και απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, διότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο "ο Δικαστής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γνωρίζει, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητάς του και της μεγάλης εμπειρίας που έχει, λόγω του ότι υπηρετεί στον ευαίσθητο χώρο της δικαιοσύνης επί πολλά έτη, ότι εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος πορευόταν με μικρή ταχύτητα, κατώτερη του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ/ώρα και εφόσον οι καιρικές συνθήκες ήταν ιδανικές και η οδός ευθεία, ακόμη και στην περίπτωση που εγώ είχα πράγματι εισέλθει εντός του οδοστρώματος περί τα 6-7 μέτρα πριν τον αριθ. 60, θα είχε τροχοπεδήσει, ανεξαρτήτως του εάν θα είχε προλάβει να ακινητοποιήσει πλήρως το όχημά του πριν την ' πρόσκρουση και θα είχαν βρεθεί επί του οδοστρώματος τα ίχνη πεδήσεως.
Επίσης, γνωρίζει ότι οι μοτοσυκλέτες αυτού μεγάλου κυβισμού, όπως αυτή που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν κινούνται στο όριο μεταξύ του οδοστρώματος και του ερείσματος πλαγίως της οδού, αλλά στο μέσο του ρεύματος, εκτός εάν τη συγκεκριμένη στιγμή πορεύεται ομορρόπως της μοτοσυκλέτας άλλο όχημα και επιχειρείται προσπέραση.
Εν προκειμένω, δηλαδή, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, εάν δεν είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και δεν επιχειρούσε προσπέραση από τα δεξιά, δεν είχε λόγο να βρίσκεται στο όριο μεταξύ οδού και ερείσματος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου (βλ. την κατάθεσή του που εμπεριέχεται στα υπ' αριθμ. 2124/2021 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, 22π σελίδα προς το τέλος) ήταν μόνος στο δρόμο, ενώ επέπεσε επάνω μου στο δεύτερο βήμα μου εντός του οδοστρώματος ("στο δεύτερο {ενν.
βήμα} πρέπει να την βρήκα"). Περαιτέρω, γνωρίζει ο Δικαστής ότι σε περίπτωση που ένα όχημα έχει μικρή ταχύτητα και επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό, κάποια στιγμή ο οδηγός, που έχει τον έλεγχό του, θα τροχοπεδήσει, αλλά σε ΚΑΜΙΑ περίπτωση δε θα συρθεί επί τριάντα περίπου μέτρα και μάλιστα θα σταματήσει όχι λόγω της τριβής, αλλά επειδή επέπεσε σε ΔΧΦ, σταθμευμένο στην απόσταση".
Με αυτό το περιεχόμενο,ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως,λόγω αοριστίας. Διότι, δεν αναφέρονται α)τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, σημειουμένου ότι η ιδιότητα και εμπειρία του δικαστή δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας με την προπαρατεθείσα έννοια, β) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και γ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, ενώ και η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά στην χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εκτίμηση αποδείξεων και για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, επομένως, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αλλά, επίσης με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ).
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, χωρίς να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/ 2010. Τέλος, λόγω της νομικής παρασχεθείσας στην αναιρεσείουσα νομικής βοήθειας κατά τα άρθρα των Ν. 3226/2004 και Ν. 4274/2014 η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε ατελώς χωρίς την κατάθεση παραβόλων, δεν διατάσσεται, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ, η εισαγωγή του μη καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2022 και με γεν. αριθμ. καταθ. 3482/2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.1097/27-5-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ