Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding bank auction property defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's decision rejecting their claim for damages regarding legal defects in property acquired through a bank auction. The appellants argued that the bank knew of the defects and failed to disclose them, while the Court of Appeal found that the bank's lack of knowledge was established by the passage of ten years without objection and the nature of the loan. The Court held that the Court of Appeal's assessment of evidence regarding the bank's knowledge was not appealable, and the appellants' arguments were merely judicial observations rather than legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1017 para. 2 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: In cases of auction sales, liability for legal defects rests solely on the party who expedited the sale if they knew of the defects at the critical time; appellate courts cannot re-evaluate the trial court's findings of fact regarding the seller's knowledge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1424 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1424/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Π., ατομικά και ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του 2) Π. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρνέζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατηφόρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/6/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 271/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία, αφού δέχθηκε την από 31-10-2014 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 171/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 15-4-2011 αγωγή των αναιρεσειόντων, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο, το οποίο απέκτησαν με αναγκαστικό πλειστηριασμό, που επισπεύθηκε από την αναιρεσίβλητη και η οποία γνώριζε την ύπαρξή του κατά το χρόνο του πλειστηριασμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος, κινητού ή ακινήτου, υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος. Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά, κατά το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, το δικαίωμα μόνο στην έκταση, που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει στον καθού η εκτέλεση ή δεν ανήκει εξ ολοκλήρου σ' αυτόν ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, δικαιούται να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ζητήσει, εφόσον, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος (Ολ ΑΠ 1177/1984), αποζημίωση κατά τις συρρέουσες ενδεχομένως διατάξεις αφενός μεν των άρθρων 1017 παρ. 2 εδ.
β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382, 297 - 298 ΑΚ, αφετέρου δε των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ (ΑΠ 11/2015, ΑΠ 470/2013, ΑΠ 1036/2009, ΑΠ 453/2006). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 191/2013).
Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1333/2018).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία: "Δυνάμει της με αριθμό 1411/13-11-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Χ.
Α. επιβλήθηκε στις 13-11-2006 αναγκαστική κατάσχεση επί δύο κάθετων ιδιοκτησιών, φερόμενων να ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα του Γ. Σ. του Ι., (ο οποίος απεβίωσε στις 22-04-2012 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους πρώτο, δεύτερη και τρίτη των υπεισελθόντων στην θέση του εναγομένων, ως προς τους οποίους παραιτήθηκαν οι ενάγοντες παραδεκτά απ' την αγωγή τους), για την ικανοποίηση απαίτησης της επισπεύδουσας δανείστριας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος - (στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος η τέταρτη εναγομένη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ λόγω συγχώνευσης αυτών), για συνολικό ποσόν 61.441,72 ευρώ, δυνάμει του με αριθμού 438/2006 πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό 339/2006 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Οι κάθετες ιδιοκτησίες είχαν συσταθεί από τον Γ. Σ., δυνάμει της με αριθμό …/2003 πράξης σύστασης οριζόντιων κατ' έκταση-κάθετων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χαράλαμπου Τσόγκα, νόμιμα μεταγεγράμμενης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο … και με αριθμό …, επί οικοπέδου έκτασης κατά τους απώτερους τίτλους 2.100 τ.μ., κατά δε νεότερη καταμέτρηση 1.365 τ.μ., κείμενου εντός των ορίων του οικισμού ...
του ομώνυμου Δ.Δ. του τέως Δήμου ... Ν. …, στην ειδική θέση "...", όπως εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ- Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Α στο από μήνα Οκτώβριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Γ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στην ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιων κατ' έκταση - κάθετων ιδιοκτησιών, Είναι, δε, οι ακόλουθες:
α) Το με αριθμό 1 οικοπεδικό τμήμα αποκλειστικής χρήσης (κάθετη ιδιοκτησία), που έχει συνολική έκταση 523 τ.μ. και αναλογικό ποσοστό συνιδιοκτησίας 383,15/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και συμμετέχει στη συνολική δόμηση με αναλογικό ποσοστό 400/1000 εξ αδιαιρέτου, και β) το με αριθμό 2 οικοπεδικό τμήμα αποκλειστικής χρήσης (κάθετη ιδιοκτησία), που έχει συνολική έκταση 842 τ.
μ., αναλογικό ποσοστό συνιδιοκτησίας 616,85/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου του οικοπέδου που συμμετέχει στη συνολική δόμηση με αναλογικό ποσοστό 600/1000 εξ αδιαιρέτου. Η παραπάνω αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε από την Εμπορική Τράπεζα για την ικανοποίηση απαίτησής της κατά του Γ. Σ., προερχόμενης από σύμβαση εγγύησης.
Ειδικότερα, ο Γ. Σ., προκειμένου να χορηγηθεί από την Εμπορική Τράπεζα πίστωση με ανοικτό λογαριασμό ποσού 50.000 ευρώ στην Α. Δ. συμβλήθηκε στη με αριθμό …/…-12-2003 σύμβαση παροχής πίστωσης ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτριας, για δε την εξασφάλιση της απαίτησής της η παραπάνω τράπεζα ενέγραψε, με τη συναίνεσή του, προσημείωση υποθήκης επί της προαναφερόμενης με αριθμό 2 κάθετης ιδιοκτησίας για το ποσό των 50.000 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 110/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που ακολούθως τράπηκε σε υποθήκη.
Οι παραπάνω κάθετες ιδιοκτησίες εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε στις 02-05-2007 στο ..., συντάχθηκε δε η με αριθμό …/…-05-2007 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Δερβενίου Μαρίας Διαμαντοπούλου-Παπαδοπούλου. Η μεν πρώτη από τις κάθετες ιδιοκτησίες (με αριθμό 1) κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., αντί του ποσού των 47.100 ευρώ, συντάχθηκε δε η με αριθμό …/…-05-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στις 03-08-2007 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δερβενίου, στον τόμο … και με αριθμό …., η δε δεύτερη από τις κάθετες ιδιοκτησίες (με αριθμό 2) κατακυρώθηκε στους υπερθεματιστές -ενάγοντες από κοινού, σε έκαστο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντί του ποσού των 40.010 ευρώ, συντάχθηκε δε η με αριθμό …/…-05-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 03-08-2007 στα παραπάνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … και με αριθμό ….
Ακολούθως, συντάχθηκε ο με αριθμό …/….-08-2007 πίνακας κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Δερβενίου Μαρίας Διαμαντοπούλου-Παπαδοπούλου ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Σύμφωνα με τον πίνακα αυτόν, τα έξοδα της εκτέλεσης ανήλθαν στο ποσό των 6.666,58 ευρώ και επιμερίστηκαν εξ ημισείας σε βάρος των δύο επιτευχθέντων εκπλειστηριασμάτων.
Η μεν ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., που είχε αναγγελθεί στον πλειστηριασμό για απαίτησή της κατά του Γ. Σ. ποσού 98.508,22 ευρώ και είχε εγγράψει στις 25-01-2005 προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Δερβενίου για ποσό 58.500 ευρώ επί της με αριθμό 1 κάθετης ιδιοκτησίας, δηλαδή επί της κατακυρωθείσας σε αυτήν κατά τον πλειστηριασμό ιδιοκτησίας, κατετάγη επί του ποσού του εκπλειστηριάσματος που απέμεινε μετά την αφαίρεση του ημίσεος των εξόδων της εκτέλεσης, δηλαδή επί του ποσού των 43.766,72 ευρώ, η δε επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό Εμπορική Τράπεζα, η οποία προς ασφάλεια της απαίτησής της είχε εγγράψει στις 22-01-2004 προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Δερβενίου, στον τόμο … και αριθμό …, για ποσό 50.000 ευρώ, μετατραπείσα στις 5-02-2007 σε υποθήκη, επί της με αριθμό 2 κάθετης ιδιοκτησίας, που κατακυρώθηκε από κοινού στους ενάγοντες, κατετάγη επί του ποσού του εκπλειστηριάσματος που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης, δηλαδή επί του ποσού των 36.676,72 ευρώ.
Εξάλλου, το οικόπεδο επί του οποίου ο Γ. Σ. συνέστησε τις κάθετες ιδιοκτησίες είχε περιέλθει αρχικά στον ίδιο (Γ. Σ.) και στον αποβιώσαντα στις 13-8-1993 αμφιθαλή αδελφό του Χ. Σ. του Ι., σε έκαστο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ως εξής: α) κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από κληρονομιά της αποβιώσασας άνευ διαθήκης το έτος 1933 μητέρας τους Α.
συζ. Ι. Σ., στην οποία υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν με πρόθεση συγκληρονόμων κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, β) κατά ποσοστό 20/32 εξ αδιαιρέτου κοινά αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά 10/32 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν, με αγορά από τις αδελφές τους Μ. συζ. Δ. Μ. το γένος Ι. Σ., Α. συζ. Γ.
Τ. το γένος Ι. Σ., Ε. συζ. Σ. Σ. το γένος Ι. Σ. και Ν. Σ. του Ι., δυνάμει του με αριθμό …/1967 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Πέτρου Ανδρικόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου, γ) κατά ποσοστό 24/256 (ή 3/32) εξ αδιαιρέτου κοινά αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά τα 12/256 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν, με αγορά από τους Α.
Σ. του Κ. και Μ. Σ. του Κ., δυνάμει του με αριθμό …./1971 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Λάμπρου Θέμελη, νομίμως μεταγεγραμμένου, και δ) κατά ποσοστό 24/256 (ή 3/32) εξ αδιαιρέτου, κοινά αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά 12/256 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν, με δωρεά εν ζωή από την Ά. χήρα Β. Γ. το γένος Α.
και Α. Σ., δυνάμει του με αριθμό …/1975 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Πέτρου Ανδρικόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ωστόσο, παρόλο που το οικόπεδο επί του οποίου ο Γ. Σ. συνέστησε, τις κάθετες ιδιοκτησίες είχε περιέλθει αρχικά στον ίδιο και στον αποβιώσαντα αδελφό του Χ. Σ., σε έκαστο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, φερόταν τόσο στη με αριθμό …/2003 πράξη σύστασης οριζόντιων κατ' έκταση-κάθετων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπου Τσόγκα, που προσκόμισε στην εναγομένη Τράπεζα για την προσημείωση της υποθήκης και τη λήψη του δανείου, όσο και στις ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, περίληψη έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του Γ.
Σ., κι αυτό γιατί ο Γ. Σ. εφέρετο να κληρονόμησε, ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος, το ιδανικό μερίδιο των 16/32 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου του αποβιώσαντος αδελφού του Χ. Σ., σύμφωνα με την από 25-05-1993 ιδιόγραφη διαθήκη του τελευταίου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το με αριθμό 188/1993 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κληρονομιά που αποδέχθηκε ο Γ.
Σ. με τη με αριθμό …/….-05-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Αθανασίου Κολοκυθά, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δερβενίου, στον τόμο …. και με αριθμό …. Όμως, η παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία ο Χ. Σ. φερόταν να εγκαθιστά τον αδελφό του Γ.
Σ. ως μοναδικό κληρονόμο του σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, συνεπώς και επί του ως άνω οικοπέδου, κατά το ανήκον σε αυτόν ποσοστό των 16/32 ή 1/2 εξ αδιαιρέτου, δεν ήταν γνήσια, αφού δεν γράφτηκε από τον αποβιώσαντα με το χέρι του και δεν φέρει την γνήσια υπογραφή του, αλλά πλαστή, διότι γράφτηκε από τρίτο πρόσωπο κατ' ανεπιτυχή απομίμηση της γνήσιας γραφής και υπογραφής του διαθέτη, αναγνωρίστηκε, δε, η ακυρότητά της, ύστερα από αγωγή που άσκησαν το έτος 1993 κατά του Γ.
Σ. οι αδελφές του Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Σ., Α. συζ. Γ. Τ., το γένος Ι. Σ. και Ε. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. Σ., με τη με αριθμό 214/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 61/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Δεδομένης, λοιπόν, της ακυρότητας της διαθήκης, ματαιώθηκε ως μηδέποτε υφιστάμενη (άρθρ. 1718, 180 ΑΚ) η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, η δε κληρονομιαία περιουσία του Χ.
Σ. περιήλθε σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής στον αδελφό του Γ. Σ. και στις αδελφές του Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Σ., Α. συζ. Γ. Τ., το γένος Ι. Σ. και Ε. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. Σ. (άρθρ. 1814 ΑΚ - βλ. το με αριθμό …/…-03- 2009 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ...), σε έκαστο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.
Δηλαδή, τα προαναφερόμενα αδέλφια του Χ. Σ. υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία αναφορικά με το επίδικο ακίνητο κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο έκαστος επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου που ανήκε στον αποβιώσαντα, ήτοι έκαστος κατά το 1/8 ή 10/80 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου. Μάλιστα οι παραπάνω αδελφές του αποβιώσαντος είχαν ήδη αποδεχτεί από το 1994, δυνάμει της με αριθμό …./….-5-1994 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Δερβενίου Αθανασίου Κολοκυθά, που νόμιμα μετέγραψαν, την επαχθείσα σε αυτές, εξ αδιαθέτου κληρονομιά, έκαστη κατά ποσοστό 9/80 εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα να μεταβιβαστεί σε κάθε μία η κυριότητα του επιδίκου κατά το παραπάνω, μόνο, ποσοστό, για το οποίο μεταγράφηκε η παραπάνω δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς, και όχι κατά το υπόλοιπο 1/80 εξ αδιαιρέτου ως προς το οποίο ελλείπει η απαιτούμενη για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, κατ' άρθρα 1193 και 1199 ΑΚ μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, ακολούθως, δε, οι προαναφερόμενες αδελφές του Χ.
Σ., Α. συζ. Γ. Τ., το γένος Ι. Σ. και Ε. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. Σ., καθώς και ο Ι. Μ. του Δ., καθολικός διάδοχος της ήδη αποβιώσασας αδελφής του Χ. Σ., Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Σ., επικαλούμενοι ότι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου της κληρονομιαίας περιουσίας με παράγωγο τρόπο και δη με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του Χ.
Σ., άσκησαν ως προς το επίδικο ακίνητο, την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 104/ΤΜ104/2008 διεκδικητική αγωγή τους κατά του Γ. Σ., των νυν εναγόντων, της Εμπορικής Τράπεζας και της τράπεζας EFG Eurobank, η οποία έγινε δεκτή με τη με αριθμό 146/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Βάσει, λοιπόν, των προαναφερομένων, κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου, (2-5-2007), αυτό βαρυνόταν με νομικό ελάττωμα, καθώς ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης Γ.
Σ. δεν ήταν αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, όπως φερόταν, αλλά συγκύριος αυτού κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου [1/2 (ή 4/8) εξ αδιαιρέτου που αρχικά ανήκε σε αυτόν + 1/8 εξ αδιαιρέτου που κληρονόμησε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού του Χ. Σ.), η δε συγκυριότητα των προαναφερόμενων αδελφών του αποβιώσαντος, κατά το συνολικό ποσοστό των 27/80 (9/80 Χ 3) εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο αποδέχθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, την κληρονομιά, μεταγράφοντας τη δήλωση αποδοχής τους, συνιστούσε κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού ενεργό δικαίωμα συγκυριότητας τρίτου και όχι απλή αμφισβήτηση του (δήθεν) δικαιώματος της αποκλειστικής κυριότητας του Γ.
Σ. επί του επιδίκου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, καθώς απ' το 2006 είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση περί πλαστότητας της διαθήκης και το δικαίωμα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων μπορούσε να ασκηθεί κατά των υπερθεματιστών εναγόντων και εμπόδιζε την ελεύθερη μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου που πλειστηριάστηκε και την άσκηση των εξ αυτής εξουσιών.
Περαιτέρω όμως, δεν αποδείχτηκε ότι η ύπαρξη του νομικού αυτού ελαττώματος ήταν γνωστή, στους νομίμους εκπροσώπους της επισπεύδουσας την εκτέλεση δανείστριας Εμπορικής Τράπεζας κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού αφού, και η ίδια η εξετασθείσα, με την επιμέλεια των εναγόντων μάρτυς, ερωτηθείσα σχετικά, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αν η προβολή δικαιώματος εκ μέρους των αδελφών του Γ.
Σ. ήταν γνωστή στην εναγόμενη Τράπεζα, αλλά υπέθεσε ότι θα έπρεπε αυτή να το γνωρίζει, εφόσον προβαίνει σε πλειστηριασμό ακινήτου, θέλοντας, δε, να δικαιολογήσει γιατί παρά την γνώση της, χορήγησε τελικά το δάνειο, υπέθεσε ότι χορηγήθηκε για να γίνει εξυπηρέτηση στον Γ. Σ., λόγω του ότι ήταν γνωστός, μάλλον με τον διευθυντή του καταστήματος ή τέλος πάντων με τον υπεύθυνο των δανείων και επειδή, ίσως πιστεύανε ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα στην αποπληρωμή του, χωρίς όμως να καταθέτει περαιτέρω που στήριζε η εναγόμενη τις πιθανότητες ικανοποίησης της απαίτησης της, χωρίς να απαιτηθεί η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, αναφέροντας ειδικότερα σχετικά με την επαγγελματική και γενικότερα την οικονομική κατάσταση του εγγυητή Γ.
Σ.. Βέβαια οι ενάγοντες υποστηρίζουν επίσης, ότι η Εμπορική Τράπεζα, πριν τη χορήγηση της πίστωσης στην Α. Δ., που ήταν η νύφη του καθού η εκτέλεση, Γ. Σ., ανέθεσε τον έλεγχο των τίτλων του επίδικου ακινήτου σε συνεργαζόμενο με αυτήν δικηγόρο και ότι απ' τον έλεγχο αυτόν, που δεν περιορίζεται μόνο στη μερίδα του φερόμενου ως κυρίου του ακινήτου, Γ.
Σ., στο ευρετήριο μερίδων, αλλά εκτείνεται απαραίτητα και στον έλεγχο των μερίδων των δικαιοπάροχων του, μέχρις ότου συμπληρωθεί ο χρόνος πρωτότυπης κτήσης της κυριότητος, θεωρείται βέβαιο ότι έμαθε για το νομικό ελάττωμα του επίδικου ακινήτου, αφού στην μερίδα Χ. Σ., που φέρεται να τον κληρονόμησε ο εγγυητής Γ.
Σ.ς, είχε ήδη, απ' το 1994, εγγραφεί η αποδοχή κληρονομιάς των αδελφών του θανόντος, στην οποία αναφερόταν τα περί πλαστότητος της υπογραφής της διαθήκης και περί άσκησης της αγωγής αναγνώρισης της πλαστότητος. Όμως, και ο παραπάνω έλεγχος των τίτλων κτήσης του Γ. Σ., δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο ότι έγινε με τον τρόπο που οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους, οπότε να αποδεικνύεται ότι περιήλθε οπωσδήποτε εις γνώση της Τράπεζας, το ως άνω νομικό ελάττωμα του επίδικου
ακινήτου. Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι για να εξακριβωθεί με βεβαιότητα ότι ο φερόμενος ως κύριος του επίδικου ακινήτου, Γ. Σ.ς είναι πράγματι και κύριος, καθόσον απέκτησε από κύριο δικαιοπάροχο, αρκούσαν, στην προκειμένη περίπτωση η προσκόμιση των τίτλων των δικαιοπαρόχων που μνημονεύονται, όλοι, στην με αρ.
…/2003 πράξη σύστασης καθέτων ιδιοκτησιών καθώς και το με αρ. …./…-9-2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Δερβενίου ότι καμία προσημείωση, υποθήκη, επιταγή κατάσχεση ή διεκδίκηση δεν έχει καταχωρηθεί σε βάρος του Γ. Σ., που να αφορά το επίδικο ακίνητο που περιήλθε σ' αυτόν με την με αρ. …/1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, δεδομένου ότι, από τους χρόνους κτήσης των ιδανικών μεριδίων του επίδικου ακινήτου (1933, 1967, 1971, 1975) μέχρι το 2003, είχε παρέλθει πλέον, της 20ετίας, χωρίς να έχει ασκηθεί καμία διεκδικητική αγωγή εναντίον του, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται η κυριότητά του και με έκτακτη χρησικτησία, όσον, δε αφορά την κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος στις 13-8-1993, αδελφού του, Χ.
Σ., αποδεικνύεται ότι από την ημερομηνία αυτή (στην οποία ημερομηνία ανατρέχει η αποδοχή κληρονομιάς) μέχρι τον έλεγχο της εναγομένης τον Σεπτέμβριο του 2003, είχε παρέλθει δεκαετία, χωρίς να υφίσταται διεκδίκηση, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται και η κυριότητά του, κατά το περιελθόν απ' τον αποβιώσαντα αδελφό του, ιδανικό μερίδιο, με τακτική χρησικτησία (νόμιμο τίτλο την αποδοχή της κληρονομιάς και 10ετία νομής), που αποτελεί και αυτή πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητος, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ανάγκη περαιτέρω ελέγχου της μερίδας του αποβιώσαντος, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Τέλος, ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί ότι η εναγόμενη δεν γνώριζε για το νομικό ελάττωμα είναι ότι, σ' αυτήν την περίπτωση δεν θα χορηγούσε το δάνειο των 50.000 ευρώ, το οποίο ούτε χαμηλό ήταν, ώστε να ελπίζει ότι θα αποπληρωθεί με άνεση, ούτε, εξάλλου αποδεικνύεται ότι υπήρχαν πιθανότητες ικανοποίησης της απαίτησης της, χωρίς να απαιτηθεί επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης.
Κατόπιν τούτου, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη αγωγή...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης τράπεζας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοδικείου και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του προκύπτουν επαρκώς τα περιστατικά, που αποκλείουν την εφαρμογή των άνω διατάξεων και οδηγούν στην απόρριψη της αγωγής, δεδομένου, ότι δέχτηκε ότι το πλειστηριασθέν ακίνητο βαρυνόταν με νομικό ελάττωμα, διότι δεν ανήκε εξολοκλήρου στον καθού η εκτέλεση, Γ.
Σ., πλην όμως οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος", που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και στη θέση της υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη, δεν γνώριζαν την ύπαρξη αυτού του νομικού ελαττώματος, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, αναφέροντας επιπλέον, ότι η επισπεύδουσα, πριν τη χορήγηση της πίστωσης στην Α.
Δ., την εξόφληση της οποίας εγγυήθηκε ο Γ. Σ., δεν προέβη σε έλεγχο και των μερίδων των δικαιοπαρόχων του, μέχρι συμπλήρωσης του χρόνου πρωτότυπης κτήσης κυριότητας και συνεπώς και της μερίδας του Χ. Σ., που φέρεται να τον κληρονόμησε ο Γ. Σ., όπου είχε εγγραφεί από το 1994 η αποδοχή της κληρονομίας των αδελφών του, στην οποία αναφέρονταν τα περί πλαστότητας της υπογραφής της διαθήκης και περί άσκησης της αγωγής αναγνώρισης της πλαστότητας, ώστε να λάβει γνώση του άνω νομικού ελαττώματος, καθόσον (δέχτηκε), για να εξακριβωθεί, ότι ο φερόμενος ως κύριος του ακινήτου Γ.
Σ., είναι και πράγματι κύριος, ως αποκτήσας αυτό από κύριο δικαιοπάροχο, αρκούσαν η προσκόμιση στην επισπεύδουσα των τίτλων των δικαιοπαρόχων, που μνημονεύονται όλοι στην με αριθ. …/2003 πράξη σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών, καθώς και το υπ' αριθ. …/…-9-2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Δερβενίου, ότι καμία προσημείωση, υποθήκη, επιταγή, κατάσχεση ή διεκδίκηση δεν έχει καταχωρηθεί σε βάρος του Γ.
Σ., που να αφορά το επίδικο ακίνητο, που περιήλθε σ' αυτόν με την υπ' αριθ. …/1998 δήλωση αποδοχής κληρονομίας.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι δύο λόγοι της αναίρεσης, κατά τα σχετικά τους σκέλη, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τους ίδιους λόγους προβάλλουν παράπονα, σύμφωνα με τα οποία, α) ενώ είναι βέβαιο, ότι η επισπεύδουσα είχε διαπιστώσει την ύπαρξη του άνω νομικού ελαττώματος, διότι " οι υπεύθυνοι για τη χορήγηση του δανείου υπάλληλοί της, πρωτίστως δε ο νομικός αυτών συμπαραστάτης, γνωρίζοντας, ότι για την κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία απαιτείται και η ύπαρξη καλής πίστης, τη συνδρομή της οποίας στο πρόσωπο του νομέως ως εκ της φύσεως των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν μετά βεβαιότητας, αναγκαίως επεξέτειναν τον έλεγχό τους σε βάθος εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1983 και εντεύθεν, προκειμένου να διαπιστώσουν, αν ο εγγυητής του δανείου, Γ.
Σ.ς είχε αποκτήσει την κυριότητα του προς εμπράγματη εξασφάλιση προσφερομένου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, στο πλαίσιο δε αυτού του ελέγχου είναι βέβαιο ότι διαπίστωσαν την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο αυτό", η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα αντίθετα και συγκεκριμένα, ότι αυτή δεν γνώριζε την ύπαρξη αυτού και β) προκειμένου να καταλήξει η προσβαλλόμενη απόφαση στην παραπάνω παραδοχή, (ότι η επισπεύδουσα δεν γνώριζε την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος), στηρίχθηκε στην αδυναμία της μάρτυρος απόδειξης να καταθέσει μετά λόγου γνώσεως, αν πράγματι η επισπεύδουσα γνώριζε την προβολή δικαιωμάτων στο ακίνητο που πλειστηριάσθηκε εκ μέρους των αδελφών του Γ.
Σ., ή ακόμη και στο ότι αυτή δεν κατέθεσε που στήριζε τις πιθανότητες ικανοποίησης των απαιτήσεων της επισπεύδουσας, χωρίς να απαιτηθεί η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της, ενώ έπρεπε να δεχθεί τα αντίθετα, διότι δεν είναι δυνατόν η μάρτυρας να γνωρίζει μετά λόγου γνώσεως, κάτι το οποίο είναι δυνατόν να γνωρίζουν μόνον όσοι πήραν την απόφαση να χορηγήσουν το δάνειο, αν και γνώριζαν την προβολή δικαιωμάτων τρίτων στο ακίνητο και ούτε φυσικά ισχύει, ότι η επισπεύδουσα δεν μπορούσε να προβεί σε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού μπορούσε κάλλιστα να επισπεύσει την εκποίηση του πράγματι ανήκοντος στον δανειολήπτη ιδανικού μεριδίου.
Οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλεται τελικά η εκτίμηση των αποδείξεων από το εφετείο, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ, διότι με τις παραδοχές της ότι "...όσον δε αφορά την κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος στις 13-8-1993, αδελφού του, Χ.
Σ., αποδεικνύεται ότι από την ημερομηνία αυτή (στην οποία ημερομηνία ανατρέχει η αποδοχή κληρονομιάς) μέχρι τον έλεγχο της εναγομένης τον Σεπτέμβριο του 2003, είχε παρέλθει δεκαετία, χωρίς να υφίσταται διεκδίκηση, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται και η κυριότητά του, κατά το περιελθόν απ' τον αποβιώσαντα αδελφό του, ιδανικό μερίδιο, με τακτική χρησικτησία (νόμιμο τίτλο την αποδοχή της κληρονομιάς και 10ετία νομής), που αποτελεί και αυτή πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητος...", δέχτηκε, ότι για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου αρκεί ο νόμιμος τίτλος και η δεκαετής νομή αυτού, χωρίς να απαιτείται η καλή πίστη του νομέα τουλάχιστον κατά το χρόνο της απόκτησης της νομής, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του άνω αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την τεκμηρίωση της έλλειψης γνώσης των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας του άνω νομικού ελαττώματος, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού και συνεπώς, δεν ελέγχονται αναιρετικά με τους παραπάνω λόγους.
Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτη, ως αναιρετικώς ανέλεγκτη, και η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι " ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί, ότι η εναγόμενη δεν γνώριζε για το νομικό ελάττωμα είναι ότι, σ' αυτήν την περίπτωση δεν θα χορηγούσε το δάνειο των 50.000 ευρώ, το οποίο ούτε χαμηλό ήταν, ώστε να ελπίζει ότι θα αποπληρωθεί με άνεση, ούτε, εξάλλου αποδεικνύεται ότι υπήρχαν πιθανότητες ικανοποίησης της απαίτησης της, χωρίς να απαιτηθεί επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης" είναι ανεπαρκής, διότι συνιστά επιχείρημα του δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2017 αίτηση των Γε Γ. και Π. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 271/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ