Supreme Court dismisses appeal against land expropriation compensation but allows one party's appeal regarding specific property claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by most private parties against the Second Instance Court's decision on land expropriation compensation. While the appeal was rejected for the majority of appellants, the court accepted the appeal lodged by one specific appellant, P. F., regarding her claims for remaining property value, land registry corrections, and removal of benefit justification. Consequently, the contested judgment was annulled only insofar as it rejected P. F.'s specific requests, and the case was remitted to the original court for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3, item a' and Article 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the contested judgment is erroneous only regarding specific claims of one appellant, annulling the decision in that limited scope and remitting the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1424 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1424/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Λ. του Θ., ιδιοκτήτη και αποκλειστικού κυρίου με πλήρη κυριότητα κατά 100% της ..., κατοίκου ..., 2) … και 12) Π. Φ. του Χ. (ΑΚΠ 908), κατοίκου .... Οι με στοιχ. 4α και 11 των αναιρεσειόντων, Θ. Μ. του Κ. και Ε. Χ. του Κ., αντίστοιχα, παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λύρο.
Οι με στοιχ. 1, 2, 3, 7, 7α, 8, 8α, 9, 10 και 12 των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λύρο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
α) η Χ. Μ. συζ. Κ. Μ. (υπό στοιχ. 4β ως άνω), επικαρπώτρια, απεβίωσε στις 13-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο Θ. Μ. του Κ. (υπό στοιχ. 4α των αναιρεσειόντων), ψιλός κύριος, ο οποίος παρίσταται με τον ίδιο, β) ο Κ. Μ. του Θ. (υπό στοιχ. 5 ως άνω), που απεβίωσε στις 10-9-2015 άφησε κληρονόμο του με διαθήκη την κόρη του Μ. Μ. του Κ., που συνεχίζει τη δίκη, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο και γ) ο Η. Κ. του Π. (υπό στοιχ. 7β και 8β ως άνω), επικαρπωτής, απεβίωσε την 1η-5-2012 και μόνη επικαρπώτρια στην ιδιοκτησία 798 παραμένει η Ευαγγελία Η. Κ..
Ο Σ. Μ. του Ν., 6ος των αναιρεσειόντων, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2013 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 96/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις (σύνολο 15) φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 3/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δικ., όπως το εδ. β' της παρ. 3 του ως άνω άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/20-3-2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει στη δίκη, όπως η προκείμενη, μεταξύ των περισσοτέρων ιδιοκτητών, ενός ή περισσοτέρων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την ίδια απόφαση, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο, ο έκτος αναιρεσείων Σ. Μ. του Ν., φερόμενος ως ιδιοκτήτης με πλήρη κυριότητα της υπ' αριθμ. 795 ιδιοκτησίας, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από την υπ' αριθμ. 11725ΣΤ'/26-6-2017 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ. Τ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι στη συζήτηση αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας προς τον ως άνω δικαστικό επιμελητή, του νομίμως διορισμένου πληρεξούσιου δικηγόρου των παρασταθέντων αναιρεσειόντων Α.
Λ., φερόμενου στην ως άνω έκθεση ως πληρεξούσιου δικηγόρου και των λοιπών μη παρασταθέντων αναιρεσειόντων, επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-1-2016 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως δικασίμου της 2-2-2018 και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και επομένως, η συζήτηση φέρεται ότι επισπεύδεται από όλους τους αναιρεσείοντες.
Δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η χορήγηση της αναγκαίας πληρεξουσιότητας από τον μη παριστάμενο αναιρεσείοντα προς τον ως άνω δικηγόρο που επέσπευσε την παρούσα συζήτηση και για λογαριασμό του, ο εν λόγω αναιρεσείων δεν θεωρείται ότι επισπεύδει εγκύρως τη συζήτηση, η οποία έτσι επισπεύδεται εγκύρως μόνον από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες.
Ενόψει τούτου, και δεδομένου ότι, δεν προσκομίζεται ούτε γίνεται επίκληση από τους νομίμως παριστάμενους διαδίκους οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου από το οποίο να προκύπτει ότι ο μη παρασταθείς προαναφερόμενος αναιρεσείων κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παρασταθεί κατά την παρούσα συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τον εν λόγω διάδικο (ΑΠ 96/2014) και αφού η σχέση, μεταξύ των αναιρεσειόντων ανάγεται σε απλή ομοδικία, πρέπει, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 576 § 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον διάδικο αυτό και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ των λοιπών παρασταθέντων αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ο παριστάμενος πληρεξούσιος δικηγόρος των διαδίκων Α. Λ., με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο, γνωστοποίησε στο καθού Ελληνικό Δημόσιο το θάνατο της υπό στοιχ. 4β' αναιρεσείουσας (παρεμβαίνουσας -επικαρπώτριας της ιδιοκτησίας 864) Μ.
Χ., σύζ. Μ. Κ., προσκομίζοντας προς τούτο τη με στοιχεία 15/1/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Καρπενησίου του Δήμου Ευρυτανίας, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 13-7-2017, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (28-1-2016) και δήλωσε ότι την παρούσα δίκη συνεχίζει ο υπό στοιχ. 4α αναιρεσείων, ψιλός κύριος κατά 100% της ίδιας ως άνω ιδιοκτησίας (864) Θ.
Μ., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Λύρο και συνεχίζει νομίμως τη δίκη ως πλήρης κύριος, ήδη, της ως άνω ιδιοκτησίας. Επίσης, ο ίδιος ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο, αναφορικά με τους υπ' αριθμ. 5 αναιρεσείοντες που προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ως κληρονόμοι του Κ.
Μ. του Θ. (ιδιοκτήτη και αποκλειστικού κυρίου με πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 100% της ιδιοκτησίας 871), που απεβίωσε στις 10-9-2015, διευκρίνισε ότι κληρονόμος από διαθήκη του ως άνω Κ. Μ. του Θ. που απεβίωσε στις 10-9-2015, είναι η κόρη του Μ. Μ. του Κ., που συνεχίζει τη δίκη εκπροσωπούμενη από τον ίδιο. Προς απόδειξη δε της ιδιότητας της παραπάνω, ως κληρονόμου του ως άνω αποβιώσαντος, προσκόμισε απόσπασμα της με στοιχ. (αριθμός/τόμος/έτος) 13/1/2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η ληξίαρχος του Δήμου Καρπενησίου, το υπ' αριθμ.
πρωτ. 14255/16-9-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Καρπενησίου, το υπ' αριθμ. 30/26-1-2018 πρακτικό δημοσίευσης της από 20-12-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο την παραπάνω κόρη του, στο χρηματικό ποσό που δικαιούται ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της υπ' αριθμ. 871 ιδιοκτησίας του, το υπ' αριθμ. 18/2018 πιστοποιητικό μη αποποίησης της κληρονομιάς του εν λόγω αποβιώσαντος και το υπ' αριθμ. 102/31-1-2018 πιστοποιητικό δημοσιεύσεως της ως άνω διαθήκης και μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης εκτός απ' αυτήν, του ίδιου Ειρηνοδικείου αμφότερα.
Επομένως, η ως άνω κληρονόμος, νομίμως συνεχίζει τη δίκη στη θέση του αποβιώσαντος πατέρα της, εκπροσωπούμενη από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο με το υπ' αριθμ. 260/26-1-2018 πληρεξούσιο της συμβ/φου Μεσολογγίου Ε. Π. Γ., χορήγησε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, προκειμένου να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. ικανός να είναι διάδικος θεωρείται ο έχων την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η οποία προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Η ικανότητα αυτή, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (73 ΚΠολΔ), και η οποία όταν λείπει το ασκηθέν ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Επομένως, η αγωγή με την οποία αρχίζει η εκκρεμοδικία ή το ένδικο μέσο απορρίπτονται ως απαράδεκτα εάν ο ενάγων ή ο ασκών το ένδικο μέσο ήδη κατά της άσκησής τους, είχαν προαποβιώσει (ΑΠ 565/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 43/2-5-2012 Ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος της πόλεως Αιτωλικού του Δήμου Μεσολογγίου, προκύπτει ότι ο υπ' αριθμ. 7β και 8β αναιρεσείων, ψιλός κύριος κατά ποσοστό 50% και επικαρπωτής κατά το άλλο ποσοστό 50% της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας υπ' αριθμ. 798 και με ΚΑΕΚ 010211905003 Η. Κ. του Π., απεβίωσε την 1-5-2012, πριν από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 28.1.2016 και επομένως η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκείται από τον εν λόγω αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέα, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας διαδίκου (άρθρ. 73 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 § 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82 τ. Α'/10.4.2012) και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 § 9 του εν λόγω νόμου και στην προκειμένη απαλλοτρίωση, η οποία ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του, "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 § 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των απομενόντων τμημάτων και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1004/2012, ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1290/ 2009).
Ακόμη, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος τμήματος αυτού, να αποδεικνύεται σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δόμησης και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1290/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται ο κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας: Α) επί της υπό στοιχ. Ι και με αριθμό καταθ. 18/28.2.2013 αίτησης των μεταξύ, άλλων, αιτούντων υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8, 9 αναιρεσειόντων φερόμενων ως ιδιοκτητών, αντίστοιχα, των ...73, 884, 831, 864, 871, 798, 798, και 913 απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών, Β) επί της υπό στοιχ. Θ' και με αριθμό καταθ. 17/28-2-2013 αίτησης της, μεταξύ άλλων αιτούντων υπ' αριθμ. 11 αναιρεσείουσας Ε.
Χ. του Κ. (ΑΚΠ 649), και Γ) επί της υπό στοιχ. ΙΓ' και με αριθμό καταθ. 26/12-3-2013 αίτησης της αιτούσας Π. Φ. του Χ. (αριθμ. ιδιοκτ. 908), με τις οποίες οι αιτούντες, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, α) τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, στα ποσά που αναφέρουν, για τις ως άνω απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους με τα συστατικά και επικείμενά τους, τόσο τα αναφερόμενα στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, όσο και τα παραλειφθέντα (μετά από διόρθωση και συμπλήρωση του κτημ.
πίνακα) και β) τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των αναφερόμενων σ' αυτή ιδιοκτησιών, μεταξύ των οποίων και αυτές των αναιρεσειόντων που αναφέρονται αμέσως παρακάτω, στρεφόμενες (οι αιτήσεις) κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τις οποίες συνεκδίκασε με την αντίθετη υπό στοιχ.
Α' αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενη μεταξύ άλλων ιδιοκτητών και κατά της υπ' αριθμ. 10 αναιρεσείουσας Μ. - Μ. Β., φερόμενης ως ιδιοκτήτριας της ...16 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, δέχτηκε ανελέγκτως, μετά από αξιολόγηση των αποδείξεων, κατά το ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, μέρος της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ιδιοκτησιών με αριθμούς ...84 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια Μ.
Μ.), ...31 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια τη Μ. Κ.), ΑΚΠ 798 (με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Κ. Η., Κ. Ε. και Κ. Ν.), ΑΚΠ 913 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Κ. Ε.), ΑΚΠ 913Α (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Κ. Α.), ...16 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια τη Β. Μ. - Μ.) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1111974/8398/Δ0010/9-1-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 16/24-1-2007), όπως διορθώθηκε δύο φορές με την επίσης νόμιμα δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 1047664/3017/Δ0010/14-5-2008 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, και την με αριθμ.
πρωτ. Δ12/5919/22-11-2011 απόφαση της Δ/ντριας Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ και ειδικότερα σε βάρος του έργου ΣΑΕ 0-71/3/2006 ΣΕ 07130030 του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/1977, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου-Κεφαλόβρυσου του Δυτικού Οδικού Άξονα Β - Ν της Ιόνιας Οδού στο υπότμημα από χ.θ 33+531 - χ.θ. 43+153", έκταση συνολικού εμβαδού 332.592,89 τ.μ. (βάσει του διορθωτικού κτηματολογικού πίνακα 446.062,11 τ.μ.), που βρίσκεται στην περιοχή των Δήμων Αιτωλικού και Μεσολογγίου.
Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα με αρ. σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5, 6 από 1-8- 2006, 25-5-2007 και 27-4-2011 διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της ΓΓΔΕ Ειδική Υπηρεσία Δημ. Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συντάχθηκαν από την ανάδοχο μελέτης Κοινοπραξία "ΝΑΜΑ Σύμβουλοι Μηχανικοί και ..." και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι.
Σ. την 1-8- 2006, στις 18-3-2008 και στις 21-9-2011 και εγκρίθηκαν δυνάμει των υπ' αριθμ. πρωτ. Δ12/36538/1-8-2006 και Δ12/33576/18-3-2008 αποφάσεων του Διευθυντή της ίδιας υπηρεσίας. Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματoλογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα...".
Ακολούθως παρατίθενται οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στην εν λόγω έκταση και αποτυπώνονται στους παραπάνω πίνακες και διαγράμματα, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας οι καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες, οι ανταιτούντες και οι παρεμβαίνοντες, μεταξύ των οποίων, οι αμέσως παρακάτω ιδιοκτησίες, στις οποίες προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας οι έναντι τούτων αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, και ειδικότερα οι ιδιοκτησίες με αριθμούς ...84 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Μ.
Μ.), ...31 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Μ. Κ.), ΑΚΠ 795 (με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Μ. Σ.), ΑΚΠ 798 (με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Κ. Η., Κ. Ε. και Κ. Ν.), ΑΚΠ 913 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Κ. Ε.), ΑΚΠ 913Α (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Κ. Α.), ...16 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Β. Μ. - Μ.). "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Μαΐου 2014 έκθεση εκτίμησης 113 εναπομενόντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτή εκτιμήτρια Ά.
Μ., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες από τους καθών η αίτηση - αιτούντες τεχνικές εκθέσεις ειδικών επιστημόνων, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, σύμφωνα με όσα στη σχετική νομική σκέψη εκτέθηκαν, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα:...32. Η με ...84 ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας Αιτωλικού, επί της υφιστάμενης εθνικής οδού Αντιρρίου - Ιωαννίνων, έχει εμβαδόν 2.552,05 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 1.355,07 τ.μ., απομένει δε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 1.196,98 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον βρίσκεται εντός της ζώνης των 60 μ.
από το κέντρο της κατασκευασθησόμενης οδού και των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης (βλ. την από 15-4-2011 έκθεση αυτοψίας - εκτίμησης ακινήτων και την από 9-3-2012 δήλωση του πολ. μηχανικού Ε. Λ.), η αγροτική του όμως εκμετάλλευση δεν δυσχεραίνεται. Επομένως απομειώνεται η αξία του απομένοντος κατά ποσοστό 30%, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού αιτήματος. 33.
Η με ...31 ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, στη θέση "... της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας Αιτωλικού, επί της υφιστάμενης εθνικής οδού Αντιρρίου - Ιωαννίνων, έχει εμβαδόν 2.683,71 τ.μ., και είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση και η κύρια χρήση του είναι η αγροτική και δευτερευόντως η οικοδομική.
Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 1.402,19 τ.μ., απομένει δε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 1.275,52 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και το οποίο είναι μη οικοδομήσιμο, καθόσον βρίσκεται εντός της ζώνης των 60 μ. από το κέντρο της κατασκευασθησόμενης οδού και των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης (βλ.
την από 15-4-2011 έκθεση αυτοψίας - εκτίμησης ακινήτων και την από 9-3-2012 δήλωση του πολ. Μηχανικού Ε. Λ.), η αγροτική του όμως εκμετάλλευση δεν δυσχεραίνεται. Επομένως απομειώνεται η αξία του απομένοντος κατά ποσοστό 30%, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού, αιτήματος.... 37. Η με ΑΚΠ 798 ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας Αιτωλικού, επί της υφιστάμενης εθνικής οδού Αντιρρίου - Ιωαννίνων, έχει εμβαδόν 4.212,83 τ.μ.
και είναι άρτια και οικοδομήσιμη, με κύρια χρήση την οικοδομική (είναι ήδη δομημένη με κλειστή εγκαταλελειμμένη επιχείρηση πρατηρίου καυσίμων). Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 766,59 τ.μ., απομένει δε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 3.446,24 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και το οποίο καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον εμπίπτει εντός της ζώνης των 60 μ.
από το κέντρο της κατασκευασθησόμενης οδού και εντός της ζώνης των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης (βλ. την από 11-4-2011 έκθεση αυτοψίας - εκτίμησης ακινήτων και την από 9-3-2012 δήλωση του πολ. Μηχανικού Ε. Λ.). Επομένως μειώνεται η αξία του απομένοντος κατά ποσοστό 30%, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού αιτήματος.
Περαιτέρω εντός του απομένοντος εδαφικού τμήματος υπάρχουν δύο αντλίες καυσίμων, αξίας 25.000 ευρώ εκάστης, δύο δεξαμενές καυσίμων διαστάσεων 4 χ 4 χ 4, αξίας 20.000 ευρώ εκάστης, ένα ισόγειο κατάστημα από οπλισμένο σκυρόδεμα πλακοσκεπές, εμβαδού 394 τ.μ. για εμπορία ειδών αυτοκινήτου, λαδιών και καυσίμων, μια αποθήκη από οπλισμένο σκυρόδεμα εμβαδού 30 τ.μ.
και ένα πλυντήριο αυτοκινήτων εμβαδού 27 τ.μ., (βλ. τις αμέσως προαναφερόμενες εκθέσεις αυτοψίας - εκτίμησης ακινήτων και δήλωση), τα οποία χάνουν τη χρησιμότητά τους. Επομένως, εκ του λόγου αυτού απομειώνεται η αξία τους σε ποσοστό 30% αυτής, υπολογιζόμενης αυτής των κτισμάτων προς 800 €/μ2, γενομένου εν μέρει δεκτού σχετικού αιτήματος.... 43.
Η με ΑΚΠ 913 ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, έχει εμβαδόν 1.081,27 τ.μ., αλλά δεν αποδείχθηκε αν είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 196,51 τ.μ., απομένει δε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 884,76 τ.μ., το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον εμπίπτει εντός της ζώνης των 60 μ. από το κέντρο της κατασκευασθησόμενης οδού και εντός της ζώνης των 40 μ.
από το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ επιπλέον καθίσταται τυφλό (βλ. την από 9-3-2012 δήλωση του πολ. Μηχανικού Ε. Λ.), με συνέπεια η αγροτική του εκμετάλλευση να καθίσταται δυσχερής. Με δεδομένο όμως ότι δεν αποδείχθηκε η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα ούτε η πρόσβασή του σε οποιοδήποτε οδικό δίκτυο πριν την απαλλοτρίωση, δεν αποδεικνύεται αν το εναπομένον τμήμα υφίσταται απομείωση της αξίας του λόγω της κατάτμησης και επομένως το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. 44.
Η με ΑΚΠ 913Α ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, επί της υφιστάμενης εθνικής οδού Αντιρρίου-Ιωαννίνων, έχει εμβαδόν 940,09 τ.μ., αλλά δεν αποδείχθηκε αν είναι άρτια και οικοδομήσιμη, με κύρια χρήση την αγροτική και δευτερευόντως την οικοδομική. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 128,79 τ.μ., απομένει δε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 811,30 τ.μ., το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον εμπίπτει εντός της ζώνης των 60 μ.
από το κέντρο της κατασκευασθησόμενης οδού και εντός της ζώνης των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ επιπλέον καθίσταται τυφλό (βλ. την από 9-3-2012 δήλωση του πολ. Μηχανικού Ε. Λ.), με συνέπεια η αγροτική του εκμετάλλευση να καθίσταται δυσχερής. Με δεδομένο όμως ότι δεν αποδείχθηκε η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου πριν την απαλλοτρίωση, το εναπομένον τμήμα υφίσταται απομείωση της αξίας του κατά ποσοστό 50% και επομένως το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό και ως ουσία αβάσιμο... 51.
Η με ...16 ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας Αιτωλικού, επί της υφιστάμενης εθνικής οδού Αντιρρίου - Ιωαννίνων, έχει εμβαδόν 3.426 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση, με κύρια χρήση την αγροτική και δευτερευόντως την οικοδομική.
Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 610,69 τ.μ., απομένει δε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 2.815,31 τ.μ., το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον εμπίπτει εντός της ζώνης των 60 μ. από το κέντρο της κατασκευασθησόμενης οδού και εντός της ζώνης των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης (βλ. την από από 9-3-2012 δήλωση και την από 22-5-2013 αυτοψία εκτίμηση ιδιοκτησιών του πολ.
Μηχανικού Ε. Λ.), ενώ η αγροτική του εκμετάλλευση δεν δυσχεραίνεται. Επομένως απομειώνεται η αξία του απομένοντος κατά ποσοστό 20%, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού αιτήματος...". Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως η παρ.
αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 § 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82 τ. Α'/10.4.2012), με τις αιτιάσεις ότι στη μεν πρώτη περίπτωση εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη αυτή, στη δε δεύτερη περίπτωση διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ποσοστό μείωσης της αξίας των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, τα οποία απώλεσαν στην πλειονότητά τους τη χρησιμότητά τους ως οικοπεδικών (που αποτελούσε την κύρια χρήση τους) και κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.
Με βάση, όμως, τις παραδοχές της προσβαλλλόμενης απόφασης που αναφέρθηκαν παραπάνω, αναφορικά με τη μείωση της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των παραπάνω ιδιοκτησιών, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως η παρ.
αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 § 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82 τ. Α'/10.4.2012), την οποία και δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον αφορά στις ως άνω ιδιοκτησίες με ...84 (με ιδιοκτήτρια Μ. Μ.), ...31 (με ιδιοκτήτρια τη Μ. Κ.), ΑΚΠ 795 (με ιδιοκτήτη τον Μ. Σ.), ΑΚΠ 798 (με ιδιοκτήτες τους Κ. Η., Κ. Ε.
και Κ. Ν.), ΑΚΠ 913 (με ιδιοκτήτρια την Κ. Ε.), ΑΚΠ 913Α (με ιδιοκτήτρια την Κ. Α.), ...16 (με ιδιοκτήτρια τη Β. Μ. - Μ.), δεδομένου ότι προκειμένου να κρίνει την βασιμότητα ή μη του αιτήματος για ιδιαίτερη αποζημίωση έλαβε υπόψη του τις ενδεικτικά μνημονευόμενες στην ως άνω διάταξη προϋποθέσεις μείωσης και ειδικότερα, αφού έκανε αναφορά στην κατάσταση της εν λόγω ιδιοκτησίας πριν από την απαλλοτρίωση, αναφέροντας τη θέση της ιδιοκτησίας, το εμβαδόν της, την κύρια χρήση της και δευτερεύουσα χρήση της ιδιοκτησίας πριν από την απαλλοτρίωση και ακολούθως προσδιόρισε τα τμήματα που απέμειναν μετά απ' αυτήν, κάνοντας αναφορά στο εμβαδόν τους στην πολεοδομική τους κατάσταση, και στις επιπτώσεις της απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος και του έργου στα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα, κατέληξε στο παραπάνω σαφές και επαρκώς αιτιολογημένο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη μείωση ή μη της αξίας τους με κριτήρια καθοριστικά της μείωσης αυτών, κυρίως τη διατήρηση ή μη της αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς τους, την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη πραγματοποίησης τής πριν από την απαλλοτρίωση χρήσης τους, είτε τη δυσχέρεια πραγματοποίησης αυτής σύμφωνα με τον προορισμό τους, την απώλεια της πρόσοψης που υπήρχε σε οδό πριν από την απαλλοτρίωση και τη δυσχέρεια της χρήσης αυτών και εκ του λόγου τούτου (τυφλά ακίνητα).
Εξάλλου, ουδεμία αντιφατικότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει, ως προς το ζήτημα της μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ως άνω ιδιοκτησιών, από το γεγονός ότι το Εφετείο δέχτηκε μικρότερο ποσοστό μείωσης της αξίας των εν λόγω εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών (20% έως 30%) σε σχέση με αυτό που είχε καθοριστεί προσωρινά με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (80%) αν και δέχτηκε ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την οποία έλαβε υπόψη, δεν μεσολάβησε ουσιαστική αλλαγή των αξιών των ακινήτων, κι ότι ουδεμία απομείωση της αγοραίας αξίας τους έχει επέλθει συνεπεία της οικονομικής κρίσης, αφού η παραδοχή του Εφετείου περί μη μεταβολής της αξίας των ακινήτων από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν υποχρεώνει το Εφετείο να δεχτεί ως ορθές τις τιμές που καθόρισε προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο, ούτε έρχεται σε αντίθεση με τον καθορισμό από το Εφετείο διαφορετικών τιμών μονάδων, απ' αυτές που καθόρισε προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο.
Περαιτέρω, ειδικώς καθόσον αφορά στο εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ΑΚΠ 913 ιδιοκτησίας, η φερόμενη ως ιδιοκτήτρια της ιδιοκτησίας αυτής αναιρεσείουσα Ε. Κ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "α) έκρινε παντελώς αυθαίρετα και αναιτιολόγητα, ότι για το ακίνητο ΑΚΠ 913 δεν αποδείχθηκε η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητά του, αν και από άπαντα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι τυγχάνει άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός ζώνης οικισμού και μετά την απαλλοτρίωση καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και επιπλέον καθίσταται τυφλό, οπότε η απομείωση της αξίας του, ως συνέπεια της απαλλοτρίωσης ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον 80% και β) με όλως αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε το αίτημά της για ιδιαίτερη αποζημίωση για την ίδια ως άνω ιδιοκτησία με ΑΚΠ 913, αν και με την ίδια ακριβώς αιτιολογία το έκανε δεκτό για την ιδιοκτησία 913Α και όρισε ποσοστό μείωσης 50%, κι ενώ μάλιστα η απόφαση περί προσωρινής τιμής είχε ορίσει απομείωση της αξίας τους σε ποσοστό 60% και για τις δύο".
Και οι αιτιάσεις αυτές, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον με την επίφαση της επίκλησης της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται πράγματι η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το ποσοστό μείωσης που δέχτηκε το Εφετείο ότι υπέστησαν τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών, στηρίζονται και στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο διέλαβε την ίδια ακριβώς αιτιολογία καθόσον αφορά στην αποδοχή του αιτήματος επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της υπ' αριθμ. 913Α ιδιοκτησίας και απόρριψης του ίδιου αιτήματος για την υπ' αριθμ. 913 ιδιοκτησία της, αφού σχετικά με την υπ' αριθμ. 913Α ιδιοκτησία, δέχτηκε ότι αυτή, πριν από την απαλλοτρίωση βρισκόταν επί της υφιστάμενης εθνικής οδού Αντιρρίου - Ιωαννίνων, ενώ σχετικά με την ΑΚΠ 913 ιδιοκτησία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η πρόσβασή της σε οποιοδήποτε οδικό δίκτυο πριν την απαλλοτρίωση.
Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 9, 11, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τους οποίους επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 11γ' του ίδιου άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την αξία των επικειμένων κτισμάτων στις ιδιοκτησίες με αριθμούς ...73, ...71, ...64, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ειδικότερα: 1) τις τεχνικές εκθέσεις περί της εκτίμησης της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και των επικειμένων κτηρίων, 2) τα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, 3) τα συμβόλαια και τίτλους ιδιοκτησίας, 4) τα αποσπάσματα κτηματολογικών διαγραμμάτων από τα οποία προκύπτει αδιαμφισβήτητα, τόσο το εμβαδόν και η ακριβής θέση των ακινήτων τους, όσο και το ότι η αξία των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους είναι σημαντικώς ανώτερη αυτής που προσδιόρισε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και 4) τον πίνακα απαλλοτριώσεων που συντάχτηκε και προσκομίστηκε από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και στον οποίο περιγράφονται τα κτήρια ως ΠΛΙΝΘΟΚΤΙΣΤΑ ΛΑΜΑΡΙΝΟΣΚΕΠΗ, τα οποία εάν λάμβανε υπόψη, ορθώς θα έκρινε ότι πρόκειται για κτίσματα καλύτερης κατασκευής, απ' αυτήν που περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και θα έπρεπε να ορίσει την τιμή μονάδος αποζημιώσεως γι' αυτά στα επικαλούμενα απ' αυτούς μεγαλύτερα ποσά απ' αυτά που καθόρισε το Εφετείο με την ίδια απόφασή του.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή διαβεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη, εκτός από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου καθώς και στο ακροατήριο του ΜΠρΜεσολογγίου κατά τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης) "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση (τεχνικές εκθέσεις, τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις εκτίμησης αξίας ακινήτων κλπ), μερικά των οποίων μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται η εξέταση κανενός από αυτά και από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο γίνεται μνεία πολλών από τα παραπάνω έγγραφα, και από τις σχετικές αιτιολογίες της αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα δεν καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση από το Εφετείο των συγκεκριμένων εγγράφων, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την αξία των επικειμένων κτισμάτων στις ως άνω ιδιοκτησίες.
Εξάλλου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι το Εφετείο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με την κρίση του ως προς την αξία των επικειμένων κτισμάτων επί των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων α) της ιδιοκτησίας με ΑΚΠ 795, και ειδικότερα ενός καταστήματος από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 75 τ.μ.
για εμπορία ειδών αυτοκινήτων, ενός πρατηρίου από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 36 τ.μ. για εμπορία λαδιών και καυσίμων, ενός ισόγειου καταστήματος από οπλισμένο σκυρόδεμα εμβαδού 20 τ.μ. για παροχή γευμάτων και ποτών και μιας υπόγειας αποθήκης από οπλισμένο σκυρόδεμα εμβαδού 112 τ.μ. και β) της ιδιοκτησίας με ΑΚΠ 798 και ειδικότερα, ενός ισόγειου καταστήματος πλακοσκεπούς, από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 394 τ.μ.
για εμπορία ειδών αυτοκινήτου, λαδιών και καυσίμων, μιας αποθήκης από οπλισμένο σκυρόδεμα, εμβαδού 30 τ.μ. και ενός πλυντηρίου αυτοκινήτων εμβαδού 27 τ.μ., την αξία των οποίων όρισε στο ποσό των 800€/τ.μ., ενώ εάν ορθώς εκτιμούσε τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα και ορθώς εφάρμοζε τα διδάγματα της κοινής πείρας θα έκρινε ότι το κόστος κατασκευής όλων των παραπάνω κτισμάτων (από οπλισμένο σκυρόδεμα με πλακοσκεπή από οπλισμένο σκυρόδεμα πολύ καλής κατασκευής και τον ανάλογο εξοπλισμό για το σκοπό που κατασκευάστηκαν), για να κατασκευασθούν ισάξια κτήρια ανέρχεται το συγκεκριμένο χρόνο, με βάση τις τιμές της αγοράς σε 1.400 ευρώ ανά τ.μ.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ως παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου, ή στην υπαγωγή σ' αυτόν από το Εφετείο αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την αξία των παραπάνω κτισμάτων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. 2 του νόμου 2882/2001 "Περί Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", προκύπτει ότι προκειμένης απαλλοτρίωσης για δημόσια ωφέλεια, για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου.
Ως πρόσοδος νοείται, η προερχόμενη από φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο και όχι αν σε αυτό ασκείται συγκεκριμένη επικερδής επιχείρηση, η οποία με την απαλλοτρίωση θα διακόψει τη λειτουργία της.
Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (Ολ.ΑΠ 714/1978).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 9, 11 και 19 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες Ε. Λ. (...73), Μ. Μ. του Κ. (...84), Κ. Μ. του Γ. (...31), Θ. Μ. του Κ. (...64), Μ. Μ. του Κ., ως κληρονόμος του Κ. Μ. του Θ. (...71), Ε. σύζ. Η. Κ. (ΑΚΠ 798), Ν.ς Κ. του Η. (ΑΚΠ 798), Ε. Κ. του Δ. (ΑΚΠ 913), Μ. - Μ.
Β. σύζ. Ν. (...16), αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), επειδή το Εφετείο καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του εδάφους των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους αγόμενη στη σχετική κρίση της χωρίς νόμιμη αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αξία των απαλλοτριουμένων αναλόγως της φύσεώς τους, του προορισμού τους και των ιδιαιτεροτήτων καθενός εξ αυτών, κατά τον κρίσιμο χρόνο, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αμέσως παραπάνω διατάξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, συνεκδικάζοντας όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ άλλων την υπό στοιχ. Ι και με αριθμό καταθ. 18/28.2.2013 αίτηση των μεταξύ, άλλων, αιτούντων υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8, 9 αναιρεσειόντων φερόμενων ως ιδιοκτητών, αντίστοιχα, των ...73, 884, 831, 864, 871, 798, 798 και 913 απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών με την αντίθετη υπό στοιχ.
Α' αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενη μεταξύ άλλων ιδιοκτητών και κατά όλων των αναιρεσειόντων, δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την αξία των ιδιοκτησιών, που περιλαμβάνονται κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή στην απαλλοτριωθείσα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου του Δυτικού Οδικού Άξονα Β - Ν της Ιόνιας Οδού στο υπότμημα από χ.θ 33+531 - χ.θ. 43+153", με την νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 1111974/8398/Δ0010/9-1-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ έκταση, συνολικού εμβαδού 332.592,89 τ.μ. (βάσει του διορθωτικού κτηματολογικού πίνακα 446.062,11 τ.μ.), που βρίσκεται στην περιοχή των Δήμων Αιτωλικού και Μεσολογγίου, μεταξύ των οποίων περιλαβάνονται και οι ...73, 884, 831, 864, 871, 798, 913, 816, 649 και 908 ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με ΑΚΠ 633, 634, 635, 637, 638, 639, 639Α 640, 641, 641Α, 642, 642Α, 642Β, 643, 644, 645, 646, 649, 650, 652, 654, 655, 658, 659, 660, 660Α, 662, 663, 667, 671, 673, 674, 675, 677, 678, 682, 689, 689Α, 691, 693, 694, 695, 696, 696Α, 697, 698, 699, 700, 701, 702, 703, 704, 705, 706, 706Α, 707, 708, 710, 710Α, 711, 712, 714, 715, 716, 717, 718, 719, 722, 723, 726, 727, 727Α, 728, 730, 730Α, 732, 732Α, 733, 734Α, 737, 737Α, 737Β, 740, 740Α, 740Β, 742, 742Α, 743, 744, 744Α, 744Β, 744Γ, 745, 746, 748, 751, 752, 756, 757, 757A, 758, 759, 760, 762, 763, 763A, 765, 766, 767, 768, 770, 770Α, 772, 773, 773Α, 777, 778, 780, 782, 784, 786, 787, 788, 789, 790, 791, 792, 792Α, 793, 794, 795, 797, 798, 799, 799Β, 799Α, 800, 801, 802, 803, 805, 806, 807, 810, 811, 812, 814, 815, 816, 817, 817Α, 819, 820, 821, 822, 823, 824, 826, 827, 829, 830, 831, 832, 832Α, 833, 835, 836, 837, 839, 840, 840A, 842, 843, 845, 846, 850, 851, 851Α, 852, 853, 854, 855, 856, 857, 858, 859, 860, 861, 862, 863, 864, 865, 866, 867, 868, 869, 869Α, 870, 870Α, 871, 872, 873, 874, 875, 878, 879, 882, 884, 885, 886, 886Α, 887, 891, 892, 895, 898, 898Α, 901, 902, 904, 905, 908, 909, 910, 912, 913, 913Α, 913Β, 913Γ, 914, 915, 915Α, 916, 918 και 919, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα κυριότητος οι καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες, οι ανταιτούντες και οι παρεμβαίνοντες...
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται στην περιοχή των Δήμων Μεσολογγίου και Αιτωλικού, εγγύς ή εφαπτόμενα του υφιστάμενου επαρχιακού και εθνικού οδικού δικτύου. Η ζώνη απαλλοτρίωσης που εντάσσονται τα επίδικα ακίνητα ακολουθεί σχεδόν κατά μήκος την υφιστάμενη Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων με μικρές παραλλαγές στο τμήμα αυτής από το 34° έως το 44° χιλιόμετρο περίπου.
Ειδικότερα αρχίζει βόρεια του οικιστικού ιστού της πόλης του Μεσολογγίου (στη διασταύρωση της Ε.Ο. προς Μεσολόγγι) και διέρχεται σε απόσταση 500 - 2.000 μ. από την ακτογραμμή της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου, νότια του όρους Αρακύνθου και του ομώνυμου ρήγματος στη θέση "...", μέχρι τον οικισμό του Κεφαλόβρυσου.
Η περιοχή των επιδίκων απέχει από 31 έως 44 χλμ. από το Αντίρριο (Γέφυρα Χαρίλαου Τρικούπη), από 1 έως 10 χλμ. από τον οργανωμένο οικιστικό ιστό της πόλης του Μεσολογγίου και αντίστοιχα από το Αιτωλικό και από 25 έως 35 χλμ. από την πόλη του Αγρίνιου. Η εγγύς περιοχή είναι οικιστική, παραθεριστική, αλλά και γεωργική, με εκτεταμένες και συστηματικές καλλιέργειες κυρίως ελαιόδενδρων και ελαφρά βιοτεχνική - βιομηχανική χρήση (ιδιαίτερα από το 35° χλμ.
δυτικά της υπάρχουσας Ε.Ο. μέχρι περίπου το 40° χλμ. της νέας χάραξης υπάρχουν αρκετές βιοτεχνίες - βιομηχανίες, όπως η ..., εργοστάσιο επεξεργασίας ελαιών, βιοτεχνίες κατασκευής επίπλων κ.λπ.) και παρουσίαζε αλματώδη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια (μέχρι την έναρξη της οικονομικής ύφεσης) ιδιαίτερα στην οικιστική ανοικοδόμηση.
Η περιοχή νότια της υφιστάμενης Ε.Ο. εντάσσεται στις παραγωγικές περιοχές πλησίον της πόλης του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού, δεδομένου ότι διαθέτει εύφορο έδαφος με ικανοποιητική αποστράγγιση, ήπιο τοπογραφικό ανάγλυφο, υψηλό υδροφόρο ορίζοντα, ικανοποιητική κατάτμηση γης και μικροκλίμα για γεωργικές εκμεταλλεύσεις και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, όπου υπάρχουν εγκατεστημένες αρκετές ιχθυοτροφικές μονάδες.
Υπάρχουν όμως και τμήματα που κατακλύζονται από τα όμβρια ύδατα λόγω μη ικανοποιητικής αποστράγγισης με αποτέλεσμα την περιορισμένη εκμετάλλευσή τους. Αντίθετα, βόρεια της Ε.Ο. και σε μικρή απόσταση από αυτή κατά το μεγαλύτερο μέρος του επίμαχου οδικού τμήματος βρίσκονται οι πρόποδες του ορεινού όγκου Αρακύνθου με χέρσες δασικές εκτάσεις έντονων κλίσεων και ρηγματώσεων.
Η ειδικότερη περιοχή που βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα κείται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, πλην των με ΑΚΠ 677 και 678 ακινήτων που βρίσκονται εντός των ορίων του οριοθετουμένου οικισμού Νέα Υδραγωγεία και αποτελούν οικόπεδα, και έχει ως κύρια χρήση την αγροτική. Πολεοδομικά δεν είναι χωροθετημένη και έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλεως χρήσεις.
Διαθέτει ικανοποιητικές υποδομές για την εξυπηρέτηση της κύριας χρήσης της (γεωργικής) και συγκεκριμένα δίκτυο άρδευσης και τοπικό οδικό δίκτυο ικανοποιητικό προς την πλευρά της θάλασσας, κυρίως αγροτικό, με το οποίο συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την υφιστάμενη Ε.Ο. Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την Ε.Ο.
λεωφορεία του ΚΤΕΛ, ενώ από πλευράς υποδομών υπάρχουν δίκτυα όλων των οργανισμών κοινής ωφέλειας, πλην αποχέτευσης. Τα απαλλοτριούμενα είναι στην πλειοψηφία τους αγροτεμάχια με προοπτική για μελλοντική οικοπεδική αξιοποίηση, πεδινά και αρδευόμενα, με μέτριο εμπορικό ενδιαφέρον, ενώ είναι μεγαλύτερης εμπορικής αξίας εκείνα που είναι άρτια και οικοδομήσιμα, με πρόσωπο μεγαλύτερο των 45 μέτρων στην Ε.Ο.
και στις παράπλευρες επαρχιακές και αγροτικές οδούς και ειδικότερα κοντά στους οικισμούς, όπου υπάρχει δυνατότητα να αποκτήσουν κυκλοφοριακή σύνδεση. Χρησιμοποιούνται ως ελαιώνες, για τη λειτουργία κτηνοτροφικών μονάδων, θερμοκηπίων και πρατηρίων υγρών καυσίμων και μερικά για την εγκατάσταση μόνιμων ή και παραθεριστικών κατοικιών.
Έχουν αρτιότητα 4.000 τ.μ. και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση, σύμφωνα με το ΠΔ 24/31.5.1985, εκτός από τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός ζώνης επέκτασης του σχεδίου πόλεως Κεφαλόβρυσου, καθώς και αυτές που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. ή στο επαρχιακό οδικό δίκτυο, όπου η αρτιότητα διαμορφώνεται στα 2.000 τ.μ., ή και μικρότερη.
Εκτός από τους παραπάνω όρους δόμησης ισχύουν παράλληλα και οι διατάξεις του π.δ. 209/1998, όπως έχουν τροποποιηθεί με το π.δ. 221/ 1998, με τις οποίες καθορίζονται οι αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται για την τοποθέτηση των οικοδομών από την υφιστάμενη Ε.Ο. και το νέο αυτοκινητόδρομο. Ειδικότερα οι αποστάσεις των οικοδομών από τον άξονα της υφιστάμενης Ε.Ο.
είναι 60 μ. και από το όριο της υφιστάμενης απαλλοτρίωσης 40 μ., ενώ με την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου είναι επίσης 60 μ. από τον άξονα και 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, καθώς και 20 μ. από τον άξονα της παραπλεύρου οδού. Με την από 15-4-2009 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 η αξία των απαλλοτριούμενων εδαφών καθορίσθηκε από 1,25 έως 2,10 ευρώ/τ.μ.
Το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο με βάση την Φ.6111/12071/13-12-2011 επικαιροποιημένη έκθεση εκτίμησης αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ) ζήτησε τον προσδιορισμό της αξίας αυτών από 8 έως 14,25 ευρώ/μ2 για τα συνήθη αγροτεμάχια και από 21 - 37,50 ευρώ/μ2 για τα αγροτεμάχια με πρόσωπο στην Ε.Ο.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου αφενός με την 96/2012 απόφασή του περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος για μεν τα ακίνητα με πρόσοψη στην Ε.Ο. και οικοπεδική αξιοποίηση από 10 έως 47 ευρώ/τ.μ., για τα ακίνητα με πρόσοψη στην Ε.Ο. χωρίς οικοπεδική αξιοποίηση από 21 - 30 ευρώ/τ.μ., για τα ακίνητα με πρόσοψη σε επαρχιακή - αγροτική οδό με οικοπεδική αξιοποίηση από 10 έως 35 ευρώ/τ.μ., για τα ακίνητα με πρόσοψη σε επαρχιακή - αγροτική οδό χωρίς οικοπεδική αξιοποίηση από 8,40 έως 25 ευρώ, για τα ακίνητα χωρίς πρόσοψη στην Ε.Ο.
ή σε επαρχιακή ή αγροτική οδό με οικοπεδική αξιοποίηση από 10 έως 15 ευρώ/τ.μ. και για τα ακίνητα χωρίς πρόσοψη στην Ε.Ο. ή σε επαρχιακή ή αγροτική οδό και χωρίς οικοπεδική αξιοποίηση από 8,40 έως 12 ευρώ/τ.μ. και αφετέρου με την 23/2013 απόφασή του καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας για την 700 ιδιοκτησία σε 33 ευρώ/τ.μ.
Ήδη το Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση αίτηση, επικαλούμενο μείωση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ιδίως των αγροτεμαχίων συνεπεία της οικονομικής κρίσης προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε ποσοστό 20% χαμηλότερα από τις τιμές που περιέχονται στην ανωτέρω εκτίμηση του ΣΟΕ.
Με την Φ. 14/110Α/8-5-2014 έκθεση εκτίμησης της Συμπράττουσας Πιστοποιημένης Ορκωτής Εκτιμήτριας (ΣΠΟΕ) Ά. Μ., καθορίσθηκε η αξία των επιδίκων ακινήτων από 7,27 έως 9,90 ευρώ/τ.μ. για συνήθη αγροτεμάχια από την αρχή της χάραξης μέχρι τον οικισμό Νέα Υδραγωγεία, από 3,47 έως 7,62 ευρώ/τ.μ. για συνήθη αγροτεμάχια μονοετούς ή πολυετούς καλλιέργειας, από 11,85 έως 23,91 ευρώ/τ.μ.
για αγροτικές εκτάσεις επί της υφιστάμενης Π.Ε.Ο., από 7,74 έως 13,65 ευρώ/τ.μ. για αγροτικές εκτάσεις με πρόσωπο στο όριο απαλλοτρίωσης της Π.Ε.Ο., από 7,32 έως 11 ευρώ/τ.μ. για αγροτεμάχια που έχουν πρόσωπο σε σημαντικό ασφαλτόδρομο, 5,71 ευρώ/τ.μ. για αγροτεμάχια με πρόσωπο στο όριο απαλλοτρίωσης της Ε.Ο. χέρσα και βραχώδη και από 36,75 έως 38,50 ευρώ/τ.μ.
για οικόπεδα εντός του οικισμού Νέα Υδραγωγεία. Με τις τιμές αυτές είναι σύμφωνη και η από 9.5.2014 τεχνική έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων. Τις πιο πάνω τιμές μονάδος της από 8-5-2014 έκθεσης εκτίμησης υιοθέτησε σε γενικές γραμμές το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης περιόρισε το αίτημα της αιτήσεώς του, προσδιορίζοντας την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στις άνω τιμές και για κάποιες ιδιοκτησίες και σε κατώτερες αυτών.
Ο περιορισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι παραδεκτός και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, της ιστορικής βάσεως της αίτησης. Οι παραδοχές όμως της επικαιροποιημένης αυτής έκθεσης εκτίμησης δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθούν απόλυτα από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον, κατά το μέρος που αφορά τα αγροτεμάχια, ουδεμία απομείωση της αγοραίας αξίας τους έχει επέλθει συνεπεία της οικονομικής κρίσης, δεδομένου ότι αυτή έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή των πολιτών στον πρωτογενή αγροτικό παραγωγικό τομέα, η παρατηρούμενη δε ύφεση των αγοραπωλησιών στα αγροτικά ακίνητα αποτελεί παροδικό φαινόμενο και δεν επηρεάζει αρνητικά την αξία αυτών...
Ως συγκριτικά στοιχεία από το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζεται η με αριθμ. 50/2011 απόφαση του ΜΠρΜεσολογγίου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το τμήμα της Ιόνιας Οδού από χ.θ. 18 + 700 έως χ.θ. 24 + 200 στην περιοχή των ΔΔ Αγίου Γεωργίου και Ευηνοχωρίου του Δήμου Μεσολογγίου από 9,98 έως 34,50 ευρώ/μ2.
Ωστόσο, αν και πρόκειται για απαλλοτρίωση ακινήτων της ίδιας οδού, η άνω μη οριστική απόφαση αφορά ακίνητα κείμενα σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδος, που διαφέρουν των επιδίκων ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά και συνεπώς καθίστανται εν μέρει απρόσφορες ως συγκριτικά στοιχεία. Εκ μέρους των καθ' ων προσκομίζονται με επίκληση η με αριθμ. 1/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία χορηγήθηκε η άδεια στο αιτούν Ελληνικό Δημόσιο να πραγματοποιήσει εργασίες στις ένδικες ιδιοκτησίες πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, με την οποία εκτιμήθηκε η αξία των ένδικων ιδιοκτησιών από 10,50 έως 46,90 ευρώ/τ.μ., με κρίσιμο χρόνο την 13-12-2011, η 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα στην περιφέρεια του Δήμου Αντιρρίου από 5 έως 140 ευρώ/τ.μ., με κρίσιμο χρόνο την 14-4-2011, η 554/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα στην περιφέρεια του Δήμου Αντιρρίου από 75 - 90 ευρώ/τ.μ.
με κρίσιμο χρόνο την 20-11-2003, η 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα στην περιφέρεια Ρίου και Αντιρρίου από 50 - 60 ευρώ/τ.μ. με κρίσιμο χρόνο την 28-9-2000 και η 225/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα στο Ν.
Άρτας από 30 - 70 ευρώ/τ.μ. με κρίσιμους χρόνους την 1-10-2004, την 21-9-2005 και την 5-11-2008. Όμως οι ανωτέρω αποφάσεις, πλην της 1/2012 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που αφορά τα επίδικα ακίνητα, και οι δι' αυτών καθορισθείσες τιμές είναι παντελώς απρόσφορες ως συγκριτικό στοιχείο της εκτίμησης των επίδικων ακινήτων, καθόσον κάποιες απέχουν χρονικά 5 - 14 έτη από την παρούσα εκτίμηση, τα ακίνητα στα οποία αφορούν είναι σε διαφορετικές περιοχές από τα επίδικα, λήφθηκαν υπό διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, δεν προκύπτουν δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου των ακινήτων (έδαφος, μέγεθος απαλλοτριωθέντων, ποιοτικά χαρακτηριστικά, παραγωγικές δυνατότητες κλπ), ώστε να αποτελέσουν πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο.
Οι αιτούντες της IB' αίτησης επικαλούνται ως συγκριτικά στοιχεία και τις 54/1998 και 133/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και τις 23/2002, 143/2003 και 892/2008 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών, πλην όμως δεν τις προσκομίζουν. Ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου εξεταζόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου αναφέρθηκε ως προς την αξία των απαλλοτριούμενων εκτάσεων και των επικειμένων τους στην υπ' αριθ.
Φ.6111/12071/13.12.2011 έκθεση εκτίμησης του Σ.Ο.Ε., ενώ εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρθηκε ως προς τις τιμές αυτές στην Φ.14/110Α/8-5-2014 έκθεση εκτίμησης της Σ.Π.Ο.Ε. Επίσης οι μάρτυρες μερικών εκ των καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - ανταιτούντων που εξετάσθηκαν αφενός ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, καθόρισαν την αξία των ιδιοκτησιών 858 και 861 σε 90 ευρώ/τ.μ., των ιδιοκτησιών 733, 762, 762Α και 765 σε 90 ευρώ/τ.μ.
γι' αυτές που έχουν πρόσβαση πάνω στο δρόμο και 50 ευρώ/τ.μ. γι' αυτές που δεν έχουν τέτοια πρόσβαση, των ιδιοκτησιών 677 και 892 σε 100 ευρώ/τ.μ., της ιδιοκτησίας 908 σε 180 ευρώ/τ.μ., της 751 ιδιοκτησίας σε 100 ευρώ/τ.μ., των ιδιοκτησιών 815, 816, 864 και 795 σε 60 - 70 ευρώ/τ.μ. Επίσης ο εξετασθείς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για την αξία των ιδιοκτησιών 733, 762 και 765 μάρτυρας των καθ' ων κατέθεσε ότι υπάρχει κρίση στα αστικά ακίνητα, ενώ στα αγροτικά επειδή υπάρχει τάση να φεύγει ο κόσμος προς την επαρχία σε μικρό ποσοστό υπάρχει αύξηση της αξίας τους.
Οι λοιποί εξετασθέντες για επιμέρους ακίνητα μάρτυρες αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης σε συγκεκριμένα ακίνητα. Από την εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους σε συνδυασμό με το ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού (15-12-2011) μέχρι σήμερα (Μάϊος του 2014) δεν μεσολάβησε ουσιαστική ανατίμηση των αξιών στην επίδικη περιοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους που είναι, αφενός ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού τόσο για τις 737Α, 737Β, 744Β και 744Γ ιδιοκτησίες των οποίων ζητείται απευθείας ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας, όσο και για τις λοιπές ιδιοκτησίες, διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου των αιτήσεων για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 15-12-2011 και την 21-2-2013 (για την 700 ιδιοκτησία), έως τη συζήτηση των αιτήσεων για την οριστική αποζημίωση (15-5-2014) παρήλθε έτος (άρθρο 17 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001), η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα κατωτέρω και στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες (ΟλΑΠ 1332/1985 ΝοΒ 34 (1986) σελ. 410, ΑΠ 1399/1996 ΕλλΔνη 38 (1997) σελ. 567)... Περαιτέρω η αξία των υπολοίπων (πλην των ακινήτων οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και αυτών ως προς τα οποία ανακλήθηκε η απαλλοτρίωση, καθώς και των 825 και 828 ακινήτων) απαλλοτριωθέντων ακινήτων προσδιορίζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών, όπως τούτα προέκυψαν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (προαναφερόμενες έκθεση εκτιμητικής επιτροπής, εκθέσεις ΣΟΕ και ΣΠΟΕ σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες από τους ιδιοκτήτες τεχνικές εκθέσεις), κατ' ακολουθίαν των οποίων διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:
Α) σε αγρούς με πρόσοψη στην E.Ο., Β) σε αγρούς με πρόσοψη σε επαρχιακή - αγροτική οδό, Γ) σε αγρούς χωρίς πρόσοψη στην Ε.Ο. και σε επαρχιακή - αγροτική οδό καί Δ) σε οικόπεδο εντός οικισμού. Η κάθε μία δε από τις ανωτέρω τρεις πρώτες κατηγορίες διακρίνεται σε α) αγρούς με οικοπεδική αξιοποίηση και β) σε αγρούς χωρίς οικοπεδική αξιοποίηση.
Στην κατηγορία Αα (αγροί με πρόσοψη στην Ε.Ο. με οικοπεδική αξιοποίηση) εντάσσονται τα ακίνητα με ΑΚΠ... 798.. .816... 831... 864... 908... Στην κατηγορία Αβ) (αγροί με πρόσοψη στην Ε.Ο. χωρίς οικοπεδική αξιοποίηση) εντάσσονται τα ακίνητα με ΑΚΠ... 871, 873... 884... Στην κατηγορία Βα) (αγροί με πρόσοψη σε επαρχιακή - αγροτική οδό με οικοπεδική αξιοποίηση) εντάσσονται τα ακίνητα...
Στην κατηγορία Ββ (αγροί με πρόσοψη σε επαρχιακή - αγροτική οδό χωρίς οικοπεδική αξιοποίηση) εντάσσονται τα ακίνητα με ΑΚΠ... 913, 913Α. Στην κατηγορία Γα (αγροί χωρίς πρόσοψη στην Ε.Ο. ή σε επαρχιακή αγροτική οδό με προοπτική οικοπεδικής αξιοποίησης) εντάσσονται τα ακίνητα με ΑΚΠ ... 649... Στην κατηγορία Γβ (αγροί χωρίς πρόσοψη στην Ε.Ο.
ή σε επαρχιακή αγροτική οδό χωρίς προοπτική οικοπεδικής αξιοποίησης) εντάσσονται τα ακίνητα.... Στην κατηγορία οικόπεδα εντάσσεται η ιδιοκτησία...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων ως προς το αίτημά της για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους, και τα επικείμενα σ' αυτά κτίσματα και τα συστατικά τους και καθόρισε την αποζημίωση για τα ακίνητα αυτά και τα επικείμενά τους στις τιμές μονάδος ανά τ.μ.
που αναφέρονται στο διατακτικό της και ειδικότερα καθόσον αφορά στο έδαφος των ιδιοκτησιών ...73, ...84, ...31, ...64, ...71, ΑΚΠ 798, ΑΚΠ 913, ...16, ΑΚΠ 649 και ΑΚΠ 908 που ενδιαφέρουν εν προκειμένω σε 30 ευρώ, 30 ευρώ, 37 ευρώ, 37 ευρώ, 30 ευρώ, 60 ευρώ, 26 ευρώ, 31,25, 13 και 35 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα παραπάνω ζητήματα και δεν εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για το έδαφος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων στα αναφερόμενα σ' αυτήν παραπάνω ποσά, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων, τις οποίες κατέταξε σε συγκεκριμένες κατηγορίες από τις παρατιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, ορίζοντας αντίστοιχες τιμές μονάδος αποζημίωσης για κάθε κατηγορία αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τη θέση, και την κύρια χρήση της απαλλοτριούμενης περιοχής που είναι αγροτική με καλλιέργειες κυρίως ελαιοδένδρων) και έχει προοπτική για μελλοντική οικοπεδική αξιοποίηση, την εξυπηρέτηση της κύριας χρήσης της περιοχής από συγκεκριμένο δίκτυο άρδευσης και τοπικό οδικό δίκτυο, καθώς και την εξυπηρέτηση της περιοχής αυτής από δίκτυα των οργανισμών κοινής ωφέλειας και συγκοινωνιακά από διερχόμενα λεωφορεία του ΚΤΕΛ, τους όρους αρτιότητας και δόμησης που ίσχυαν σ' αυτή, το χαρακτήρα των απαλλοτριούμενων ακινήτων ως αγροτεμαχίων πεδινών και αρδευόμενων, αν τα ακίνητα βρίσκονται εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως ή ορίων οικισμών, αν τα ακίνητα είχαν πρόσοψη επί οδού, αν και ποιά από αυτά, εκτός από την κύρια χρήση τους, που ήταν η αγροτική, είχαν δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης.
Εξάλλου, ουδεμία αντιφατικότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει, ως προς την κρίση του Εφετείου αναφορικά με την αγοραία αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο των παραπάνω ακινήτων των αναιρεσειόντων που απαλλοτριώθηκαν, από το γεγονός ότι το Εφετείο κατέληξε σε μικρότερες τιμές μονάδος αποζημίωσης σε σχέση με αυτές που είχαν καθοριστεί προσωρινά με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν και δέχτηκε ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την οποία έλαβε υπόψη, δεν μεσολάβησε ουσιαστική αλλαγή των αξιών των ακινήτων, κι ότι ουδεμία απομείωση της αγοραίας αξίας τους έχει επέλθει συνεπεία της οικονομικής κρίσης, αφού, όπως αναφέρθηκε και κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης η παραδοχή του Εφετείου περί μη μεταβολής της αξίας των ακινήτων, από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης μέχρι τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης από το Εφετείο, δεν υποχρεώνει το Εφετείο να δεχτεί ως ορθές τις τιμές που καθόρισε προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο, ούτε έρχεται σε αντίθεση με τον καθορισμό από το Εφετείο διαφορετικών τιμών μονάδων, απ' αυτές που καθόρισε προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο.
Με τα δεδομένα αυτά και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της-αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου ειδικότερα για αίτηση επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το ορισμένο αυτής απαιτείται ο αιτών να επικαλείται σαφώς και ορισμένως τα αναγκαία στοιχεία, από τα οποία προκύπτουν τα χαρακτηριστικά του εναπομένοντος τμήματος και δη η επιφάνεια της αρχικής και της εναπομείνασας εκτάσεως, το πολεοδομικό καθεστώς που διέπει το επίδικο πριν από την απαλλοτρίωση και μετά, ποιός ήταν ο προορισμός της επίδικης εκτάσεως πριν την απαλλοτρίωση και δη εάν η χρήση της ήταν χρήση αγροτικού ή αστικού ακινήτου και για ποια ειδικότερη (συγκεκριμένη) αιτία το επίμαχο ακίνητο δεν μπορεί πλέον μετά την απαλλοτρίωση να αξιοποιηθεί ως αγροτικό ή αστικό, μη αρκούσης, σε κάθε περίπτωση, της απλής αναφοράς ότι το εναπομείναν τμήμα καθίσταται άχρηστο (ΑΠ 235/2008).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Ε. Χ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άλλως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η ασκηθείσα απ' αυτή ενώπιόν του υπ' αριθμ. 17/28-2-2013 αυτοτελής αίτησή της με την οποία ζητούσε α) τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητό της και τα συστατικά και επικείμενα αυτού, β) τον προσδιορισμό αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα, γ) την αναγνώριση ότι δεν βαρύνεται με αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς τα αιτήματα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα και περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας αν και η αίτησή της ήταν απολύτως ορισμένη και ως προς τα αιτήματα αυτά δεδομένου ότι ανέφερε σ' αυτή ότι το ακίνητό της με ΑΚΠ 649 είχε συνολική έκταση 40.266 τ.μ.
από την οποία απαλλοτριούται έκταση 8.234,15 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 32.032 τ.μ. και ζητούσε να ορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω απομείωσης της αξίας του κατά 30%, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ακίνητό της εκτείνεται μεταξύ των πόλεων Μεσολογγίου και Αιτωλικού, απέχει ελάχιστα μέτρα από την λιμνοθάλασσα, είναι περιοχή οικιστική, παραθεριστική αλλά και γεωργική και βιοτεχνική - βιομηχανική με αλματώδη ανάπτυξη, με τα πλέον σύγχρονα δίκτυα άρδευσης, αποστράγγισης και επικοινωνίας με ασφαλτοστρωμένα οδικά δίκτυα και με την υφιστάμενη Εθνική Οδό και εξυπηρετούμενη από τα δίκτυα όλων των οργανισμών κοινής ωφέλειας.
Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το περιεχόμενο της υπό στοιχ. Θ' συνεκδικασθείσας αίτησης της μεταξύ άλλων αιτούντων Ε. Χ. και την απόρριψη ως απαράδεκτων λόγω αοριστίας των ως άνω αιτημάτων της δέχτηκε τα εξής: "Με την Θ' (αριθμ. καταθ. 17/28.2.2013) αντίθετη αυτοτελή αίτησή τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, όπως το δικόγραφο αυτής παραδεκτά διορθώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις τους ως προς τους πραγματικούς δικαιούχους της αποζημίωσης των 707, 823, 827, 836 και 840 ιδιοκτησιών, οι σ' αυτή αιτούντες, Γ.
Γ. κλπ, ζητούν: α) τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους (ΑΚΠ 645, 649, 660, 689, 705, 707, 770, 773, 773Α, 823, 827, 836, 840, 840Α, 852, 853, 860, 854, 855, 862, 878, 879, 882, 886 και 886Α) και τα συστατικά και επικείμενα αυτών, στα ποσά που αναφέρουν, β) τον προσδιορισμό αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα αυτών, γ) την αναγνώριση ότι δεν βαρύνονται με αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων και δ) την καταδίκη του καθ' ου η αίτηση στη δικαστική τους δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους.
Η αίτηση αυτή, που ασκήθηκε την 28-2-2013, εντός δηλαδή της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση, στις 31-8-2012, της 96/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που καθόρισε προσωρινά την αποζημίωση, δεδομένου ότι δεν έγινε επίδοση της απόφασης αυτής, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, πλην των αιτημάτων:
να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των αναφερόμενων στην αίτηση αυτή ακινήτων και ότι δεν βαρύνονται με αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων, τα οποία είναι αόριστα, ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης και απορριπτέα, καθόσον οι αιτούντες, πέραν της αναφοράς του εμβαδού των ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση και των απομενόντων τμημάτων τους, της ιδιότητας της Ιονίας οδού ως κλειστού αυτοκινητόδρομου επί υπερυψωμένου αναχώματος και της γενικής διατύπωσης περί αχρήστευσής τους λόγω δυσχέρανσης της επικοινωνίας τους και των εκπεμπόμενων ρύπων και της μείωσης της αξίας τους (απομενόντων τμημάτων) κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, δεν επικαλούνται, όπως είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική μείζονα νομική σκέψη, τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του περιστατικά.
Ειδικότερα, οι αιτούντες δεν μνημονεύουν: τη θέση καθενός από αυτά, το είδος τους, την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά τους πριν και μετά την απαλλοτρίωση και τα λοιπά χαρακτηριστικά τους μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους, τον τρόπο καλλιέργειας αυτών πριν την απαλλοτρίωση και τη δυνατότητα καλλιέργειας αυτών στο μέλλον μετά από αυτήν, τους ειδικότερους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατή η πολεοδομική αξιοποίηση των απομενόντων τμημάτων, και τους λόγους για τους οποίους απομειώνεται η αξία τους και εμποδίζεται η κατά προορισμό χρήση τους.
Επομένως, κατά το μέρος που η αίτηση αυτή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί και από ουσιαστική άποψη". Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και με βάση όσα η αναιρεσείουσα επικαλείται αναφορικά με το περιεχόμενο της εν λόγω αίτησης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στην αίτηση ισχυρισμούς της ως άνω αναιρεσείουσας, πλην, όμως έκρινε απορριπτέα αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν περιείχε τα ρητώς αναφερόμενα σ' αυτή αναγκαία για τη θεμελίωσή της στο νόμο στοιχεία ως προς τα ως άνω αιτήματά της, ενώ περαιτέρω δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο με το να απορρίψει την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθόσον αφορά στα αιτήματα της αναιρεσείουσας για προσδιορισμό αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα αυτών και την αναγνώριση ότι δεν βαρύνονται με αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων λόγω μη αναφοράς στην αίτηση των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων ως προς τα εν λόγω αιτήματα και γενικώς των λόγων για τους οποίους απομειώνεται η αξία τους και εμποδίζεται η κατά προορισμό χρήση τους καθώς και των λόγων για τους οποίους δεν βαρύνονται με αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα αναφερόμενα από την εν λόγω αναιρεσείουσα στον παρόντα λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τα οποία προς απόδειξη όλων των ανωτέρω μάλιστα προσκόμισε και επικαλέστηκε τοπογραφικό διάγραμμα και έκθεση αυτοψίας - εκτίμηση του πολιτικού μηχανικού Ε. Λ. από τα οποία προκύπτει λεπτομερέστατα και με κάθε σαφήνεια η θέση, το είδος η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητα πριν και μετά την απαλλοτρίωση και τα λοιπά χαρακτηριστικά μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων, οι ειδικότεροι λόγοι για τους οποίους δεν είναι δυνατή η πολεοδομική αξιοποίηση των απομενόντων τμημάτων και οι λόγοι για τους οποίους απομειώνεται η αξία του και εμποδίζεται η κατά προορισμό χρήση του, εφόσον η παραπάνω αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8, άλλως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 εδ. γ' του Ν. 2882/ 2001, όπως αντικ. με την παρ. 13 του άρθρου 76 του Ν. 4146/ 2013 και η οποία εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση (άρθρο 76 παρ. 11 Ν. 4146/2013), η προθεσμία για την άσκηση αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου που προέβη στον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης, αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιήθηκε.
Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 19 του ίδιου άρθρου, οριστικοποιείται, ως προς το διάδικο που αμέλησε, η αποζημίωση που έχει οριστεί προσωρινώς. Αναστολή της προθεσμίας αυτής κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών δεν προβλέπεται ως προς τους καθών η απαλλοτρίωση ιδιώτες, τρέχει δε η προθεσμία αυτή και κατά την περίοδο από 1ης έως 31ης Αυγούστου, αφού δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 147 παρ. 7 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα κατά το άρθρο 11 του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου ουδεμία απολύτως προθεσμία τρέχει σε βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 16/9 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ. 2 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων) οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται.
Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή του άρθρου 11 του Κ.Δ. της 26-6/10.7.1944, αναστολή, μόνον υπέρ του Δημοσίου, θεσπίζει αδικαιολογήτως άνιση και προνομιακή δικονομική μεταχείριση του Δημοσίου σε σχέση προς τους ιδιώτες διαδίκους, άρα αντιβαίνει στο άρθρο 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ.).
Προς άρση της ανισότητας αυτής επιβάλλεται να επεκταθεί η ως άνω αναστολή και υπέρ των ιδιωτών διαδίκων οι οποίοι, επομένως, όταν αντιδικούν προς το Δημόσιο δικαιούνται επίσης κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών όμοια αναστολή προθεσμιών (Ολ.ΑΠ 12/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα Π.
Φ. (αριθμός ιδιοκτησίας ΑΚΠ 908) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε την υπό στοιχ. ΙΓ' (αριθμ. καταθ. 26/12.3.2013) αυτοτελή αίτησή της, με την οποία αυτή, ως φερόμενη ιδιοκτήτρια της ΑΚΠ 908 ιδιοκτησίας, που απαλλοτριώθηκε, ζήτησε:
α) τη συμπλήρωση και διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτόν τα αναφερόμενα επικείμενα, β) τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητό της (ΑΚΠ 908), τα συστατικά και επικείμενα αυτού στα ποσά που αναφέρει, γ) τον προσδιορισμό αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως ακίνητο και των εντός αυτού επικειμένων, ήτοι διώροφης οικίας και προσθήκης επέκτασης ισογείου της οικίας αυτής και αποθήκης, δ) την αναγνώριση ότι ουδεμία ωφέλεια αποκομίζει από την απαλλοτρίωση και να καθορισθεί οριστική αποζημίωση και για το τμήμα του ακινήτου της που υπόκειται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων, που συνεκδικάστηκε (η αίτηση) με την αντίθετη από 27/02/2013 αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενη, μεταξύ άλλων και κατά της ως άνω καθής, με την οποία το τελευταίο ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των καθών η αίτηση και ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης στους ιδιοκτήτες τμήματα των ακινήτων τους που απαλλοτριώθηκαν, σε μικρότερα ποσά απ' αυτά που καθορίστηκαν προσωρινά και την αυτοαποζημίωσή τους για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ιδιοκτησιών αυτών, λόγω ωφέλειάς τους από την απαλλοτρίωση, ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από την ως άνω διάταξη προθεσμίας των έξι μηνών από τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 96/2012 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινά οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών και ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος και τα επικείμενα στο εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα της προαναφερόμενης ιδιοκτησίας της Π.
Φ., με αποτέλεσμα η εν λόγω αίτησή της, ως αυτοτελής αίτηση, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να εκτιμηθεί ως παραδεκτή και νόμιμη ανταίτηση μόνο ως προς τον ορισμό οριστικής αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενά του καθώς και για τα εντός του εναπομένοντος τμήματος επικείμενα, εφόσον γι' αυτά υπήρχε αντίστοιχο αίτημα (αρνητικό) στην αντίθετη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, και να μην ερευνηθεί ως προς τα λοιπά αιτήματά της για τα οποία δεν υπήρχε αντίστοιχο αίτημα του Ελληνικoύ Δημοσίου, αν και η ως άνω αίτησή της ασκήθηκε εμπροθέσμως λαμβανομένου υπόψη ότι η καθιερούμενη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με τη διάταξη αυτή του άρθρου 11 του Κ.Δ.
της 26-6/10.7.1944, αναστολή, της ως άνω προθεσμίας κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών επεκτείνεται και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του Δημοσίου. Το Εφετείο αναφορικά με την ως άνω αυτοτελή αίτηση της Π. Φ. δέχτηκε τα εξής: "Με την ΙΓ' (αριθμ. καταθ. 26/12.3.2013) αντίθετη αυτοτελή αίτησή της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η σ' αυτή αιτούσα Π.
Φ. ζητεί: α) τη συμπλήρωση και διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτόν τα αναφερόμενα επικείμενα, β) τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητό της (ΑΚΠ 908), τα συστατικά και επικείμενα αυτού στα ποσά που αναφέρει, γ) τον προσδιορισμό αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως ακίνητο και των εντός αυτού επικειμένων, ήτοι διώροφης οικίας και προσθήκης επέκτασης ισογείου της οικίας αυτής και αποθήκης, δ) την αναγνώριση ότι ουδεμία ωφέλεια αποκομίζει από την απαλλοτρίωση και να καθορισθεί οριστική αποζημίωση και για το τμήμα του ακινήτου της που υπόκειται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων και δ) την καταδίκη του καθ' ου η αίτηση στη δικαστική της δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου της δικηγόρου.
Η αίτηση αυτή, ως προς όλα τα αιτήματα της είναι απαράδεκτη, διότι δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 εδ. γ' του Ν. 2882/2001, όπως αντικ. με την παρ. 13 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 και η οποία εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση (άρθρο 76 παρ. 11 Ν. 4146/2013), προθεσμίας των έξι μηνών από τη δημοσίευση, αντιμωλία της αιτούσας, της 96/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, αφού η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 31-8-2012 και η δε υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε στις 8-3-2013.
Η αίτηση όμως αυτή, εφόσον ασκήθηκε πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση της αντίθετης Α' αίτησης του Δημοσίου εκτιμάται ως ανταίτηση, η οποία είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη α) ως προς το αίτημα καθορισμού αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας, για το λόγο ότι η Α' αίτηση του Δημοσίου ως προς το αίτημα αυτό κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, β) ως προς το αίτημα διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτόν τα αναφερόμενα επικείμενα που υπάρχουν εντός του απαλλοτριωθέντος τμήματος της 908 ιδιοκτησίας, τα οποία παραλείφθηκαν και γ) ως προς το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, για το λόγο ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα αιτήματα στην Α' αίτηση του Δημοσίου, τα οποία μόνο με εμπρόθεσμη αυτοτελή αίτηση μπορούν να ζητηθούν.
Επομένως η αίτηση αυτή κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη ως ανταίτηση (ως προς τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας του ακινήτου και των εντός του κτηματολογικού πίνακα επικειμένων του, καθώς και των υπαρχόντων εντός του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος της ιδιοκτησίας επικειμένων, λογω του ότι ως προς τα τελευταία υπάρχει σχετικό (αρνητικό) αίτημα στην Α' αίτηση του Δημοσίου, πρέπει να εξεταστεί και από ουσιαστική άποψη".
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι η με στοιχ. ΙΓ' (αριθμ. καταθ. 26/12.3.2013) αίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας Π. Φ. ενώπιον του Εφετείου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως αυτοτελής αίτηση, ως ασκηθείσα μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, εκτιμώντας αυτή ως ανταίτηση και απορρίπτοντας συνακόλουθα τα παραπάνω αιτήματά της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η υπ' αριθμ. 96/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινά η αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δημοσιεύθηκε στις 31-8-2012, όπως απ' αυτήν προκύπτει, η δε παραπάνω από 8-3-2013 και με αριθμό καταθ. 26/12-3-2013 αίτηση της εν λόγω αναιρεσείουσας που είχε λάβει μέρος στην ως άνω δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στρεφόμενη κατά του καθού Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είχε επίσης λάβει μέρος στην ίδια δίκη, κατατέθηκε στις 12-3-2013 και επιδόθηκε στο καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 13-3-2013, σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 11725ΣΤ/26-6-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ. Τ., δηλ. 12 ημέρες μετά τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας, η οποία θα άρχιζε την 1-9-2012 και θα συμπληρωνόταν την 1-3-2013. Δεδομένου, όμως, ότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η καθιερούμενη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με τη διάταξη αυτή του άρθρου 11 του Κ.Δ. της 26-6/10.7.1944, αναστολή της ως άνω προθεσμίας κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών επεκτείνεται και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του, όπως είναι στην περίπτωση αυτή η αιτούσα, και συνεπώς στο ως άνω χρονικό διάστημα (από 1-9-2012 έως 1-3-2013) δεν συνυπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1-9-2012 έως και 15-9-2012, δηλ.
χρονικό διάστημα 15 ημερών που εμπίπτει στη χρονική περίοδο των δικαστικών διακοπών (από 1/7 έως 16/9 κάθε έτους) η ως άνω εξάμηνη προθεσμία θα συμπληρωνόταν στις 16-3-2013 και επομένως η από 8-3-2013 αίτηση της αναιρεσείουσας Π. Φ., ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 13-3-2013, δηλ. δύο ημέρες πριν από τη συμπλήρωση της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας.
Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι είναι απαράδεκτη και απορριπτέα ως αυτοτελής αίτηση η με στοιχ. ΙΓ' (αριθμ. καταθ. 26/12.3.2013) αντίθετη αυτοτελής αίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας Π. Φ. ενώπιον του Εφετείου ως ασκηθείσα μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, με τα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Είναι, επομένως, βάσιμος ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Μετά από όλα τα παραπάνω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει: Α) καθόσον μεν αφορά όλους τους παρασταθέντες αναιρεσείοντες, πλην της τελευταίας αναιρεσείουσας Π.
Φ., να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να μην καταδικαστούν, όμως, οι εν λόγω αναιρεσείοντες στην πληρωμή δικαστικών εξόδων στο αναιρεσίβλητο, εφόσον το τελευταίο, το οποίο παραστάθηκε στην παρούσα δίκη κατόπιν δηλώσεως και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ούτε υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
Β) Καθόσον δε αφορά στην αναιρεσείουσα Π. Φ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εν λόγω αναιρεσείουσα κατά το μέρος της που απέρριψε την ως άνω αίτησή της, ως προς τα αιτήματά της α) καθορισμού αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της υπ' αριθμ. 908 ιδιοκτησίας, β) ως προς το αίτημα διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα, ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτόν τα αναφερόμενα επικείμενα που υπάρχουν εντός του απαλλοτριωθέντος τμήματος της 908 ιδιοκτησίας, τα οποία παραλείφθηκαν και γ) ως προς το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Επίσης πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα Π. Φ. του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και να καταδικαστεί το εν λόγω αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ως άνω αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την κρινόμενη από 28.1.2016 αίτηση αναίρεσης, ως προς τον υπ' αριθμ. 7β και 8β αναιρεσείοντα Η. Κ. του Π..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ως προς τον υπ' αριθμ. 6 αναιρεσείοντα Σ. Μ. του Ν. (αρ. ιδιοκτ. 795). Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντα και την πρόοδο αυτής ως προς τους λοιπούς.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς όλους τους παρασταθέντες αναιρεσείοντες, πλην, της τελευταίας (12ης), Π. Φ.. Δέχεται την αίτηση αναίρεσης ως προς την αναιρεσείουσα Π. Φ..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ως προς την αμέσως παραπάνω αναιρεσείουσα, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, για νέα εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα Π. Φ. του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας Π. Φ., τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ