1424/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1424/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιο Κοντός ανέγνωσε την από 7-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δύο πρώτων και την παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1424 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1424/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αναστασάκη.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, τεθείσας υπό εκκαθάριση, με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βλαχογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4032/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3766/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιο Κοντός ανέγνωσε την από 7-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δύο πρώτων και την παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1569/1985 "περί διαμεσολαβήσεως στις συμβάσεις ασφαλίσεως κλπ", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του v.. 2496/1997 "Διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντελεστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι".
Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του ν. 2496/1997, "Ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων.
Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει...ασφαλιστικές συμβάσεις...Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει ...Αντίγραφο της πρακτορειακής σύμβασης υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Εμπορίου".
Ωσαύτως, με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του π.δ. 298/1986 "περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ασφαλιστικών πρακτόρων κλπ" καθορίζεται το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως πρακτορεύσεως, επί ποινή ακυρότητος αυτής, ενώ με το άρθρο 3 του ιδίου ως άνω π. δ/τος ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: "1.
Ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων....Τα ασφάλιστρα που εισπράττει...θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. 2. Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει προς την ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα.
Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. 3. Ο πράκτορας έχει υποχρέωση να αποστέλλει προς την ασφαλιστική επιχείρηση για ακύρωση, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζομένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του πράκτορα με την οποία βεβαιώνει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και τη μη αναγγελία ζημίας...".
Περαιτέρω, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητώς από τον Α.Κ., ισχύει όμως διεπομένη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία συνάψεως ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικώς για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 Α.Κ. αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη κατ’ αρχήν ατύπως και ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση προϋφισταμένης εννόμου σχέσεως, την οποία διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (Α.Π. 678/2010, 232/2009).
Στην περίπτωση αυτή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζομένης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι’ αυτήν (Α.Π. 1279/2012, 523/2001).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, επελθούσης, περιουσιακής ή μη, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Εξάλλου, μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν, μια υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία όταν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος, κάτι το οποίο επομένως όφειλε αυτός να σεβαστεί, χωρίς να απαιτείται προς τούτο άλλο στοιχείο (ΑΠ Ολ 967/1973).
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται:
α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου (ως εντολοδόχος, διαχειριστής ξένης περιουσίας κ.λ.π.), β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη, δηλαδή με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.
Α.Π. 18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.536/2011).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση ασφαλιστική εταιρεία, στην ένδικη αγωγή της, που έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος ασφαλιστικού πράκτορα προς απόδοση εισπραχθέντων ασφαλίστρων, εκθέτει, μεταξύ άλλων τα εξής: Δυνάμει συμβάσεως ασφαλιστικής πρακτορεύσεως, την οποία συνήψε εγγράφως με τον εναγόμενο, (ήδη αναιρεσείοντα) την 12-12-2002, ο τελευταίας ανέλαβε, έναντι προμήθειας, και για λογαριασμό αυτής, τις αναφερόμενες στην αγωγή ασφαλιστικές εργασίες.
Ειδικότερα ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβεί στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής και να εισπράττει για λογαριασμό της τα αντίστοιχα ασφάλιστρα, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως και της ασφαλιστικής νομοθεσίας, τα οποία είχε υποχρέωση να αποδίδει σ’ αυτήν, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών και από τον Σεπτέμβριο του 2003, τριών(3) μηνών από το τέλος του μήνα παραγωγής τους, ευθυνόμενος γι’ αυτά ως θεματοφύλακας, έχοντας αστική και ποινική ευθύνη.
Είχε επίσης , κατά την σύμβαση, την υποχρέωση να επιστρέφει σ’ αυτήν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν παρελήφθησαν από τους ασφαλισμένους ή αυτά για τα οποία δεν εισπράχθηκαν ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του, με την οποία να βεβαιώνει τους λόγους της μη εισπράξεως των ασφαλίστρων και τη μη αναγγελία ζημίας εντός δύο μηνών από της παραλαβής τους λογιζομένων άλλως ως εισπραχθέντων των ασφαλίστρων και καταλογιζομένων εις βάρος του.
Η ίδια, στο τέλος κάθε μήνα παραγωγής, κοινοποιούσε στον εναγόμενο συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού παραγωγής ασφαλίσεων, απ’ όπου προέκυπτε η χρηματική αποτίμηση της συνολικής του δραστηριότητας και το χρεωστικό υπόλοιπο οφειλομένων και μη αποδοτέων ασφαλίστρων, με την έγγραφη επ’ αυτής υπόμνηση, που αποτελούσε και συμβατική δέσμευση, όπως αυτός, εντός 15 ημερών από την παραλαβή των μηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων, της γνωρίσει εγγράφως τη σύμφωνη ή μη γνώμη του περί των λογιστικών εγγραφών και του προκύπτοντος υπολοίπου.
Σε περίπτωση δε παρελεύσεως άπρακτης της ως άνω προθεσμίας ο εκάστοτε μηνιαίος λογαριασμός και το γνωστοποιούμενο υπόλοιπο λογίζετο ότι έτυχε της εγκρίσεώς του και αναγνωρίσθηκε εκ μέρους του, αποκλεισμένης της μεταγενεστέρας αμφισβητήσεώς του. Η σύμβαση λειτούργησε έως την 7-2-2006, οπότε και καταγγέλθηκε από την ενάγουσα λόγω παρακρατήσεως από τον εναγόμενο ληξιπροθέσμων και απαιτητών ασφαλίστρων συνολικού ποσού 20.139,53 ευρώ, τα οποία εισέπραξε για λογαριασμό της και έπρεπε να της αποδώσει εντός των συμφωνημένων ως άνω προθεσμιών που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή.
Έχει δε υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό τούτο, κυρίως μεν βάσει της μεταξύ τους συμβάσεως πρακτορεύσεως, επικουρικώς δε λόγω της αδικοπραξίας του (υπεξαιρέσεως), που θεμελιώνει και αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως της λόγω της ηθικής της βλάβης. Εξάλλου η αναιρεσίβλητη για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής παραθέτει σ’ αυτήν για το από τον μήνα Απρίλιο 2003 έως την λήξη της συμβάσεως χρονικό διάστημα τις μηνιαίες χρεωπιστώσεις του μεταξύ τους λογαριασμού, με βάση την αντίστοιχη παραγωγή και ενσωματώνει αντίγραφα των μηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων λογαριασμών παραγωγής και των πινακίων παραγωγής για την ίδια χρονική περίοδο.
Η αγωγή υπό το ως άνω ιστορικό της περιεχόμενο είναι πλήρης και ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωση της στοιχεία, που συγκροτούν τόσον την εκ συμβάσεως όσο και την εκ της αδικοπραξίας βάση της. Τούτο δε διότι παρατίθεται σ’ αυτήν το περιεχόμενο της επιδίκου συμβάσεως πρακτορεύσεως και περιγράφεται η λειτουργία της από την οποία προέκυψε το αιτούμενο χρηματικό ποσό.
Αναφέρονται δε επί πλέον αναλυτικώς οι καταχωρούμενες στους λογαριασμούς του εναγομένου μηνιαίες κινήσεις και τα πινάκια ασφαλίστρων, ήτοι οι καταστάσεις ασφαλιστηρίων συμβολαίων ανά μήνα, με αύξοντα αριθμό ασφαλιστηρίου συμβολαίου στοιχεία ασφαλισμένου, διάρκεια καλύψεως, τα ποσά των μικτών ασφαλίστρων, η αφαίρεση της συμφωνηθείσης προμήθειας και τα αποδοτέα ασφάλιστρα και οι ακυρώσεις ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον εναγόμενο να αμυνθεί και στο Δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής αυτής και να τάξει τις προσήκουσες αποδείξεις.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση του ορισμένη και νόμιμη κατά τις προρρηθείσες βάσεις της την αγωγή, και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 (πράγματι δε 14) του Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, λόγω μη παραθέσεως επί πλέον στοιχείων για την θεμελίωση της και δη της ημερομηνίας παραλαβής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των μηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων λογαριασμών παραγωγής ασφαλίσεων, των εκδοθέντων και υπογραφέντων ασφαλιστηρίων κατά αριθμό, αντικείμενο και συμφωνημένο ασφάλιστρο, των γενομένων ανανεώσεων και των αντιστοίχων προμηθειών του, των εισπραχθέντων για κάθε συμβόλαιο ασφαλίστρων και των προμηθειών του και τέλος των προσδιοριστικών του είδους και της εκτάσεως της ηθικής της βλάβης στοιχείων, τυγχάνει αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (Α.Π.1131/2007, 120/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στην καθοριστική για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος παραδοχή περί πλασματικής εισπράξεως των ασφαλίστρων των μη επιστραφέντων εντός των συμβατικών προθεσμιών συμβολαίων, αρκούμενο στην αποδεικτική αυτοτέλεια των ενσωματωμένων στην αγωγή συγκεντρωτικών καταστάσεων λογαριασμών παραγωγής ασφαλίσεων παρά το γεγονός ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε το μείζον για την αποδεικτική ισχύ αυτών ζήτημα της παραλαβής από τον αναιρεσείοντα των καταστάσεων αυτών και των αντιστοίχων ασφαλιστικών συμβολαίων.
Επί πλέον δε χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη δέχθηκε την τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας και δη του αδικήματος της υπεξαιρέσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω παραδοχή του και συνακολούθως στο αποδεικτικό πόρισμα του περί της βασιμότητας της αγωγής από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ’ αυτήν και δη των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και των παρά των διαδίκων νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντων εγγράφων.
Περαιτέρω, ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του που αφορούν την εκτίμηση του περιεχομένου και της αποδεικτικής ισχύος των προαναφερομένων εγγράφων, τυγχάνει απαράδεκτος , διότι η σχετική κρίση του Εφετείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως "ζητήματα" δε, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως , η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2012).
Στην προκειμένη, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητης), τελούσα ήδη υπό εκκαθάριση, έχει ως αντικείμενο την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών. Με την από 12-12-2002 έγγραφη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της...και του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ο εναγόμενος ανέλαβε για λογαριασμό της ενάγουσας τη διενέργεια πράξεων διαμεσολάβησης στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ..., στους ασφαλιστικούς κλάδους της δραστηριότητας της καθώς και την είσπραξη των ασφαλίστρων, τα οποία αντιστοιχούσαν στις...
συμβάσεις που θα καταρτίζονταν με τη δική του διαμεσολάβηση, αντί νόμιμης και συμφωνηθείσας προμήθειας. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να δέχεται αιτήσεις - προτάσεις τρίτων που επιθυμούν να συνάψουν ασφαλιστικές συμβάσεις με την ενάγουσα, σε οποιοδήποτε κλάδο που αυτή καλύπτει.
Ότι θα υποβάλει τις παραπάνω αιτήσεις στην ενάγουσα για έγκριση και έκδοση ασφαλιστηρίων και θα παραδίδει στη συνέχεια τα ασφαλιστήρια στους ασφαλισμένους. Ότι έχει υποχρέωση να φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων, τα οποία θεωρούνται παρακαταθήκη και για τα οποία ο ίδιος ευθύνεται ως θεματοφύλακας (όρος 10 της σύμβασης).
Προσέτι συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου έχει υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγουμένου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα. Ότι υποχρεούται να της αποδίδει τα ασφάλιστρα κάθε μήνα παραγωγής εντός προθεσμίας δύο μηνών από το τέλος του μήνα παραγωγής.
Ότι σε περίπτωση παράλειψης του να αποδώσει τα ασφάλιστρα εντός της ανωτέρω οριζόμενης προθεσμίας, οι απαιτήσεις της ενάγουσας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται νόμιμος τόκος υπερημερίας. Ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να αποστείλει στην ενάγουσα εντός δυο μηνών από την παραλαβή τους τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν παραλήφθηκαν από τους ασφαλισμένους ή αυτά για τα οποία δεν εισπράχθησαν ασφάλιστρα, όντας υπόχρεος να καταβάλει στην ενάγουσα τα ασφάλιστρα τα οποία καταλογίζονταν σε βάρος του, σε περίπτωση μη επιστροφής των συμβολαίων αυτών για ακύρωση ότι η ενάγουσα θα κοινοποιεί στο τέλος κάθε μήνα παραγωγής συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού παραγωγής ασφαλίσεων, όπου θα φαίνεται το χρεωστικό υπόλοιπο οφειλομένων και μη αποδοτέων ασφαλίστρων.
Ότι ο εναγόμενος θα έχει δικαίωμα εντός 15 ημερών από την παραλαβή των μηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων να αμφισβητήσει εγγράφως το υπόλοιπο που αναφέρεται σε αυτές, αλλιώς θα θεωρείτο ότι το έχει αναγνωρίσει αποκλεισμένης της μεταγενέστερης αμφισβήτησης αυτού (όρος 10 παρ. της σύμβασης). Περαιτέρω, η προμήθεια του εναγομένου ως αντάλλαγμα για τις παρεχόμενες στην ενάγουσα υπηρεσίες, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων, καθορίσθηκε κατά κλάδο ασφάλισης ως ακολούθως...Για τη διευθέτηση των οικονομικών δοσοληψιών με τον εναγόμενο καθώς και για τη λογιστική διευκόλυνση και την παρακολούθηση της άνω σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, τηρήθηκε απλός χρεωπιστωτικός λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων, στον οποίο ο εναγόμενος χρεωνόταν με τα ποσά των εισπραττομένων ασφαλίστρων και πιστωνόταν με τις αναλογούσες προμήθειες.
Ο τρόπος αυτός διευθέτησης των λογαριασμών δεν εμπίπτει στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού...Περαιτέρω, στον ανωτέρω λογαριασμό των διαδίκων καταχωρούνταν στη στήλη των πιστώσεων όλες οι καταβολές του εναγομένου προς την ενάγουσα, οι οποίες αφαιρούνταν από τον εκάστοτε χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο.
Η ως άνω σύμβαση...λειτούργησε μέχρι την 07-02-2006, οπότε και καταγγέλθηκε με...εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας - καταγγελία.... και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 16-2-2006...λόγω της από μέρους του εναγομένου παράνομης παρακράτησης των παρακάτω αναφερομένων δουλευμένων ληξιπρόθεσμων και απαιτητών καθαρών ασφαλίστρων.
Έτσι επήλθε οριστικό κλείσιμο του τηρούμενου ως άνω λογαριασμού, ο οποίος εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγομένου, ύψους 20.139,53 ευρώ...Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στα εισπραχθέντα από τον εναγόμενο ασφάλιστρα...κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων (12-12-2002) μέχρι και την καταγγελία της σύμβασης (7-2-2006), μετά την αφαίρεση της συμφωνημένης προμήθειας του των εκ μέρους του καταβολών και των ποσών που αντιστοιχούν σε ακυρωθέντα συμβόλαια.
Ειδικότερα, η διαμόρφωση του ως άνω ...οφειλόμενου υπολοίπου έλαβε χώρα ...ως ακολούθως... (παρατίθενται αναλυτικώς για κάθε μήνα διαρκείας της συμβάσεως οι χρεωπιστώσεις του εναγομένου με βάση την αντίστοιχη παραγωγή του και το προκύπτον υπόλοιπο)...Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο 2005, Οκτώβριο 2005, Νοέμβριο 2005 και Δεκέμβριο 2005 ο εναγόμενος είχε μηδενική παραγωγή και δεν έκανε καμία καταβολή έναντι οφειλόμενων ασφαλίστρων παραγωγής προηγουμένων μηνών.
Το εξ Ευρώ 20.139,53 συνολικό ποσό οφειλής του εναγόμενου αναγνωρίστηκε και μεταφέρθηκε στην επόμενη οικονομική χρήση. Κατά το μήνα Ιανουάριο 2006 ο εναγόμενος είχε μηδενική παραγωγή και δεν έκανε καμία καταβολή έναντι των οφειλόμενων ασφαλίστρων παραγωγής προηγουμένων μηνών. Το τελικό ποσό των εισπραχθέντων και ιδιοποιηθέντων καθαρών ασφαλίστρων ανέρχεται σε 20.139,53 ευρώ και αφορά σε οφειλόμενη παραγωγή:
Μαρτίου 2004 εκ 4.713,66 Ευρώ που κατέστη ληξιπρόθεσμη & απαιτητή την 30-6-2004, Απριλίου 2004 εκ 5.092,67 Ευρώ που κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή την 31-7-2004, Μαΐου 2004 εκ 3.003,75 Ευρώ που κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή την 31-8-2004, Ιουνίου εκ 7.313,89 Ευρώ που κατέστη απαιτητή την 30-9-2004, Νοεμβρίου 2004 εκ 15,56 Ευρώ που κατέστη απαιτητή την 28-2-2005.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει το μεγαλύτερο μέρος του ανωτέρω ποσού, ύψους 18.246,10 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ασφάλιστρα συμβολαίων, τα οποία ήδη από μήνα Μάρτιο 2004 έχουν μεταφερθεί σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." με αποτέλεσμα να μην έχει εισπράξει τα ασφάλιστρα αυτά που διεκδικεί η ενάγουσα.
Είναι γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις συμπίπτουν οι χρονικοί περίοδοι ασφάλισης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που είχαν συναφθεί με την ενάγουσα και αυτών που είχαν συναφθεί με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία .... Όμως, βάσει του προαναφερόμενου όρου 10 παρ. 5 της σύμβασης η ενάγουσα συμφωνήθηκε ότι θα κοινοποιεί στο τέλος κάθε μήνα παραγωγής συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού παραγωγής ασφαλίσεων, όπου θα φαίνεται το χρεωστικό υπόλοιπο οφειλομένων και μη αποδοτέων ασφαλίστρων και ότι ο εναγόμενος θα έχει δικαίωμα εντός 15 ημερών από την παραλαβή των μηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων να αμφισβητήσει εγγράφως το υπόλοιπο που αναφέρεται σε αυτές, άλλως θα θεωρείτο ότι το είχε αναγνωρίσει αποκλειομένης της μεταγενέστερης αμφισβήτησης αυτού.
Η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια συνεργασίας της με τον ενάγοντα και μέχρι της καταγγελίας της σύμβασης, απέστειλε στον εναγόμενο τις μηνιαίες καταστάσεις κίνησης του λογαριασμού ήτοι τις συγκεντρωτικές καταστάσεις λογαριασμών παραγώγων (βλ. νόμιμα επικαλούμενες και προσκομιζόμενες καταστάσεις και ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης), προς τις οποίες ο εναγόμενος δεν διατύπωσε γραπτή διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση σχετικά με την ορθότητα των εγγράφων αυτών και δη ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο.
Η μεταγενέστερη παρ’ αυτού από 10-3-2006 εξώδικη δήλωση-απάντηση του εναγομένου δεν έχει έννομη συνέπεια εφόσον η αμφισβήτηση του αυτή είναι μεταγενέστερη της ως άνω προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 10 παρ. 5 της σύμβασης. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η συνεργασία του με την ενάγουσα έληξε τον Μάρτιο του 2004 δίχως όμως να προκύπτει πως λύθηκε η μεταξύ αυτού και της ενάγουσας ως άνω σχέση ασφαλιστικής πρακτόρευσης κατά το χρόνο αυτό, εφόσον κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του πδ 298/1986 η λύση της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης επέρχεται υποχρεωτικά έπειτα από έγγραφη καταγγελία.
Εξάλλου και μετά τον μήνα Μάρτιο του 2004 η συνεργασία του με την ενάγουσα συνεχίσθηκε μέχρι της καταγγελίας αυτής από την τελευταία την 07-02-2006, εφόσον ο ίδιος παρελάμβανε και μετά τον Μάρτιο 2004 από την ενάγουσα ασφαλιστήρια συμβόλαια και επέστρεφε στην ενάγουσα ασφαλιστήρια συμβόλαια προς ακύρωση μετά το Μάρτιο 2004 μήνες.
Το γεγονός αυτό ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι για να επιστρέφει ο εναγόμενος τα ασφαλιστήρια συμβόλαια προς ακύρωση, τα είχε, προηγουμένως παραλάβει από την ενάγουσα, στα δε νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πινάκια παραγωγής ασφαλιστηρίων συμβολαίων των μηνών μετά τον μήνα Μάρτιο του 2004 υπάρχουν πολλά ακυρωθέντα συμβόλαια έχοντας την ένδειξη του πρόσημου πλην δίπλα από τα ποσά.
Προσέτι αποδείχθηκε ότι όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που είχαν καταρτισθεί με τη διαμεσολάβηση του εναγομένου εκ του νόμου ανανεώθηκαν με την ενυπόγραφη εντολή του εναγομένου ή του ασφαλισμένου για την μη ανανέωση τους. Εάν κάποιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν ανανεωνόταν όφειλε ο εναγόμενος κατά την ως άνω σύμβαση ή ο ασφαλισμένος πελάτης να αποστείλει συστημένη επιστολή στην ενάγουσα τριάντα ημέρες πριν από τη λήξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με την οποία να την ενημερώνει ότι (δεν) θα ανανεωνόταν συγκεκριμένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Στην συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι απέστειλε αυτός ή οι ασφαλισμένοι συστημένες επιστολές προς την ενάγουσα με τις οποίες να την ενημέρωνε για την μη ανανέωση των εν λόγω συμβολαίων. Έτσι ο εναγόμενος κατά παράβαση των όρων των νόμων που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης αυτού μετά της ενάγουσας προέβη άτυπα με την μη αμφισβήτηση του λογαριασμού κίνησης σε αναγνώριση της οφειλής του προς την ενάγουσα, και έχοντας εισπράξει από τους ασφαλισμένους πελάτες το συνολικό ποσό των 20.139,53 ευρώ για λογαριασμό της ενάγουσας, ως εντολοδόχος και διαχειριστής της περιουσίας της, διαχειριζόμενος περιουσιακά στοιχεία αυτής κατά τα ανωτέρω (ασφάλιστρα), ευθυνόμενος ως θεματοφύλακας, δεν απέδωσε το παραπάνω ποσό στην ενάγουσα αμέσως παρά τις οχλήσεις της, αλλά το παρακράτησε παράνομα και αντισυμβατικά...
Περαιτέρω...ο εναγόμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, εν γνώσει του ιδιοποιήθηκε τα ως άνω ποσά (ασφάλιστρα) κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης σ’ αυτόν εντολής και διαχείρισης αλλότριας περιουσίας, ήτοι της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, τελούσας ήδη υπό εκκαθάριση, ως ασφαλιστικός πράκτορας αυτής και γνωρίζοντας ότι τα εισπραχθέντα εκ των ενεργειών του αυτών και συνεπεία της ιδιότητας του ασφάλιστρα κατείχε ως θεματοφύλακας, ενώ ήταν υποχρεωμένος κατά τη συναφθείσα σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης με την ενάγουσα σε απόδοση τους σ’ αυτήν (ενάγουσα) ως εντολέα και κυρία των διαχειριζομένων αυτών ποσών, δεν τα απέδωσε σκοπεύοντας να τα ενσωματώσει στην περιουσία του, πράγμα το οποίο και πέτυχε κατά τα ανωτέρω.
Με την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του εναγομένου (άρθρο 375 ΠΚ), η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη καθόσον μειώθηκε η εμπορική της πίστη συνισταμένης σε μείωση της πίστης της στην αγορά, της φήμης και της περιουσίας της, εφόσον η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου την επηρέασε δυσμενώς ως εταιρεία καλής διαχείρισης με άριστη φήμη στην αγορά των ασφαλίσεων με συνέπεια την μείωση των αποθεματικών της που δημιούργησε η ανωτέρω επισφαλής απαίτηση της.
Για το λόγο αυτό, ενόψει και των συνθηκών κάτω από τις οποίες ως προαναφέρονται έλαβε χώρα η εκ μέρους του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας αξιόποινη πράξη (375 Π Κ), του βαθμού πταίσματος του εναγομένου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, πρέπει, προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, να επιδικαστεί στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση αυτής, το εύλογο ποσό των 300 ευρώ...".
Με βάση της ανωτέρω παραδοχές ο Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στη απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, της στοιχειοθετήσεως της ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεως του περί εφαρμογής των παρατιθεμένων στην αρχή της παρούσης αντιστοίχων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παρεβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο, απαντώντας στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι εκ του αιτουμένου με την αγωγή ποσού των 20.139,53 ευρώ , δεν οφείλεται ποσό 18.246,10 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ασφάλιστρα συμβολαίων, τα οποία ήδη από μήνα Μάρτιο 2004 είχαν μεταφερθεί σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία και δη στην υπό την επωνυμία "..." τοιαύτη και ως εκ τούτου δεν είχε εισπράξει τα αντίστοιχα ασφάλιστρα, δέχθηκε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει πράγματι ταύτιση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων της αναιρεσίβλητης προς εκείνα της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...".
Παραδοχή δηλαδή που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν εισέπραξε και συνακολούθως δεν υπεξήρεσε τα αντίστοιχα ασφάλιστρα. Ωστόσο, το Εφετείο δέχθηκε πλασματική είσπραξη του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, συναγόμενη, εκ του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε εγγράφως εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την παραλαβή των μηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων το υπόλοιπο που αναφέρεται σε αυτές.
Ωστόσο, δεν αναφέρεται στην απόφαση αν οι συγκεκριμένες μηνιαίες καταστάσεις της αναιρεσιβλήτου, που περιείχαν το επίμαχο χρηματικό ποσό επεδόθησαν στον αναιρεσείοντα, πότε και με ποίο τρόπο συντελέσθηκε η επίδοση αυτή, για να κριθεί αν πράγματι αυτός έλαβε γνώση, ώστε να συναχθεί σιωπηρά, εκ της μη εγγράφου αμφισβητήσεως του οφειλομένου ποσού, αναγνώριση τούτου, αλλά αρκείται στη γενική και αόριστη αναφορά ότι καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων η αναιρεσίβλητη απέστειλε στον αναιρεσείοντα τις μηνιαίες καταστάσεις κινήσεως του λογαριασμού, προς τις οποίες ο τελευταίος δεν διετύπωσε διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση.
Τέλος η δεκτή γενομένη από το Εφετείο ενδοσυμβατική ευθύνη του αναιρεσείοντος, από την μη έγκαιρη αμφισβήτηση του περιεχομένου των προειρημένων μηνιαίων καταστάσεων, ανεξαρτήτως δηλαδή της εισπράξεως των αντιστοίχων χρηματικών ποσών, δεν μπορεί να θεμελιώσει παραλλήλως και αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος και δη τοιαύτη από υπεξαίρεση, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση.
Επομένως το Εφετείο, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον αντίστοιχο τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τον βάσιμο, ως άνω, λόγο της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Επί πλέον δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τούτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3766/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ` Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ