Legislator Case Law & Legislation
1424/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against maritime court verdict for failure to apply substantive law.

Case Number 1424/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn a first-instance maritime court decision regarding a maritime incident. The appellants argued the lower court failed to consider specific evidence and misapplied substantive law, but the court found the lower court had properly evaluated all submitted proof. Consequently, the appeal was dismissed because the lower court's reasoning was sufficient and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law was violated or the decision lacks legal basis, but dismissed when the lower court correctly assessed evidence and applied the law.

Keywords

AI generated
maritime law appeal substantive law violation evidence assessment legal reasoning sufficiency Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 450(2) and 451(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 630/2004
Case 970/2002
Case 1351/2002
Case 393/2015
Case 6810/2013
Case 823/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1424 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1424/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Ρ. του Δ., 2. Χ. συζ. Α. Ρ., το γένος Ν. Μ., κατοίκων ... και 3. Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Πορτοκάλη και οι 1ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω πληρεξούσιο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της εταιρίας με την επωνυμία "... Ι ΕΙΔΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ" που εδρεύει στο ..., 2. Της εταιρίας με την επωνυμία "... SHIPPING Co PANAMA S.A."(... ΣΙΠΙΝΓΚ Κο ΠΑΝΑΜΑ Α.Ε.) που εδρεύει στον ... είναι εγκατεστημένη δε στο… και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3. Δ. Π. του Ε., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Τσουρούλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6810/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 823/2014 του Μον/λούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 26-9-2015 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 551/1914 "Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών", που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.

της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ), εφαρμόζεται δε και στα ατυχήματα ναυτικών (άρθρ. 2 του Νόμου αυτού και 66 εδ. β’ Κ.Ι.Ν.Δ), εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας η εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου εργασιών ή επιχειρήσεων, θεωρείται κάθε βλάβη, όπως η σωματική βλάβη ή ασθένεια του εργαζομένου, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος αυτού, η οποία δεν ανάγεται αποκλειστικά στη οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, αλλά είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την ιδιοσυστασία του οργανισμού του και τη βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του, (ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της όρους της εργασίας), συνδεομένου δε οπωσδήποτε με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.

Τούτο συμβαίνει είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζομένου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, (άρθρο 662 ΑΚ), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζομένου και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος. (Ολ.

ΑΠ 937/1975). Βασική πηγή πληροφόρησης αποτελεί ο ίδιος ο πάσχων ναυτικός, αφού αυτός γνωστοποιεί την ένταση και το είδος των συμπτωμάτων της ασθενείας και με βάση αυτή την πληροφόρηση ο Πλοίαρχος οφείλει να αξιολογήσει την περίπτωση και να ενεργήσει αναλόγως. Εξ άλλου, ο Πλοίαρχος δύναται να έχει άμεση γνώση, όταν τα συμπτώματα αυτά είναι έκδηλα και εμφανή.

Με τον "Κανονισμό περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων 800 κόρων και άνω," (που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση του άρθρου 67 του κωδικοποιημένου με το από 11/3/52 ΒΔ και εγκρίθηκε με το ΒΔ 806/1970) και ειδικότερα με το άρθρο 10 αυτού ορίζεται ότι: "1.Ο Πλοίαρχος λαμβάνων γνώσιν ασθενείας ή ατυχήματος τινός των επιβαινόντων μεριμνά ίνα παρασχεθώσιν αμελλητί εις τον πάσχοντα αι πρώται βοήθειαι. 2.

Παρέχει την κατά τον πρόχειρον ιατρικόν οδηγόν ενδεικνυομένην βοήθειαν και ζητεί, εν ανάγκη, δια του ασυρμάτου του πλοίου ιατρικήν συνδρομήν τηλεγραφών τα συμπτώματα της νόσου. 3. Εν περιπτώσει βαρείας ασθενείας ή ατυχήματος οφείλει συν τη παροχή των πρώτων βοηθειών να επιζήτηση την προσέγγισιν μεθ’ ετέρου πλοίου διαθέτοντος ιατρόν ή την αποστολήν καταλλήλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύση, εφ’ όσον είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον λιμένα και να συνεννοηθή μετά της Λιμενικής ή Προξενικής και της Υγειονομικής Αρχής δια την εισαγωγήν του πάσχοντος εις νοσοκομείον ή κλινικήν...".

Με τη διάταξη αυτή, θεσμοθετούνται ειδικοί κανόνες ασφαλείας των απασχολουμένων στο πλοίο ναυτικών, η μη τήρηση των οποίων παρέχει σ’ εκείνον που έγινε ανίκανος προς εργασία από ατύχημα που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρηση τους, ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, στα κατά νόμο δικαιούμενα πρόσωπα, αξίωση πλήρους αποζημιώσεως, (βλ.

σχετ. ΟλΑΠ 965/1985). Η λήψη καθενός συγκεκριμένου, των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 10 ΒΔ 806/1970 μέτρων, εξαρτάται από την προηγουμένη διάγνωση της καταστάσεως του πάσχοντος. Η ορθή διάγνωση αυτής δεν είναι βεβαίως μεταξύ των υποχρεώσεων του Πλοιάρχου, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί έργο (και μάλιστα από τα δυσχερέστερα) των ειδικών ιατρών.

Εκείνο όμως που επιβάλλεται να πράξει ο Πλοίαρχος είναι να διακρίνει ως μέσος συνετός άνθρωπος, αν πρόκειται για συνήθη περίπτωση, ή αν επιβάλλεται να ζητήσει, προς αντιμετώπιση αυτής, ιατρική συνδρομή προβαίνοντας στις καθοριζόμενες από την παρ. 1 και 2 ενέργειες, ή αν πρόκειται για βαρεία ασθένεια να προβεί και στις καθοριζόμενες από την παρ.3 του άρθρου αυτού ενέργειες (ΑΠ 1690/2013).

Για τη θεμελίωση αξιώσεως καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ή σε περίπτωση θανάτου λόγω ψυχικής οδύνης, προσαπαιτείται συνδρομή υπαιτιότητας, καθόσον η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά τον ΚΝ 551/1915 δεν επεκτείνεται και στην εν λόγω αξίωση. Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 7-5-2010 μεταξύ της β’ εναγομένης, ως διαχειρίστριας του πλοίου "..." και του Ν.

Ρ. του Α., ο τελευταίος προσλήφθηκε με την ειδικότητα του ανθυποπλοιάρχου στο άνω δεξαμενόπλοιο... Προς εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο Ν. Ρ. επιβιβάστηκε στις 10-5-2010 στο ανωτέρω πλοίο στο Ρίο Ντε Τζανέϊρο της Βραζιλίας...Στις 24-6-2010 το πλοίο είχε αποπλεύσει από το λιμάνι ... με προορισμό το Ριο Ντε Τζανέϊρο με 24 μέλη πλήρωμα, κενό φορτίου.

Στο πλοίο υπηρετούσε ως δόκιμος μηχανικός από 1-4-2010 ο 37χρόνος Φιλιππινέζος B. N. Στις 4-7-2010 και περί ώρα 16.30’ είχε κατεβεί στο μηχανοστάσιο του πλοίου για την καταμέτρηση δεξαμενών πετρελαίου. Περί την 17.40’ αναζητήθηκε από τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος, (οπότε) βρέθηκε...αναίσθητος πλησίον της δεξαμενής καταλοίπων μηχανοστασίου.

Στις 17.50’ μετέβησαν αμέσως στο μηχανοστάσιο οι.... οι οποίοι έδωσαν τις πρώτες βοήθειες υποστηρίζοντας αυτόν με αναπνευστική συσκευή, ανανήψεις και τεχνικές αναπνοές...(πλην όμως) απέβησαν άκαρπες και στις 18:45 διαπιστώθηκε ο θάνατος του...Τα ξημερώματα ο Πλοίαρχος έλαβε εντολή αλλαγής πορείας με κατεύθυνση το λιμάνι Κ.

του Π., προκειμένου να αποβιβάσει τον νεκρό, ενώ παράλληλα ειδοποιήθηκαν οι αστυνομικές, λιμενικές και εισαγγελικές αρχές του Κ....Στις 9-7-2010 και περί ώρα 02:00 το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι...Στη συνέχεια περί ώρα 13:24 αποβιβάστηκαν από το πλοίο ο πράκτορας και ο Ν. Ρ., οι οποίοι συνόδευσαν το ναυτικό C. M. στο Νοσοκομείο για να ελεγχθεί η πορεία του μικρού δακτύλου του...που είχε σπάσει καθώς επίσης αποβιβάστηκαν και οι...για τη διενέργεια ανάκρισης που αφορούσε το θάνατο του Φιλιππινέζου ναυτικού.

Στις 21:36 της ίδιας ημέρας ο Ν. Ρ. επιβιβάστηκε στο πλοίο μετά την επιστροφή του από το νοσοκομείο, ενώ περί ώρα 1:30 πμ επέστρεψαν στο πλοίο οι ....Κατά τη διάρκεια της νύκτας ο Ν. Ρ. κοιμήθηκε στον καναπέ του δωματίου του και στις 5:20’ στις 10-7-2010 εθεάθη από τον θαλαμηπόλο E. T. να φτιάχνει καφέ στο χώρο των αξιωματικών για να καπνίσει.

Στις 05:55 ο Ν. Ρ. επανήλθε στο χώρο των αξιωματικών πήρε δεύτερο καφέ και έφυγε. Στις 8:08 ο άνω θαλαμηπόλος του πήγε τρίτο καφέ και μαζί με μπισκότα μετέβη στη γέφυρα, όπου ο Ρ. είχε βάρδια ως αξιωματικός φυλακής. Στη συνέχεια ο άνω θαλαμηπόλος άνοιξε την πόρτα της καμπίνας του Ν. Ρ. που καθημερινά την καθάριζε και είδε το κρεβάτι του στρωμένο ενώ το μαξιλάρι του βρισκόταν στον καναπέ, όπου προφανώς είχε κοιμηθεί εκεί.

Στις 11:24 π. μ. επιβιβάστηκαν εκ νέου στο πλοίο ο πράκτορας και οι εκπρόσωποι των αστυνομικών και λιμενικών αρχών. Γύρω στις 12:00 π. μ. ο ανθυποπλοίαρχος D. G. E. μετέβη στην γέφυρα για παραλαβή της φυλακής .... είδε τον Ρ. στη δεξιά πόρτα όπου κινήθηκε κυκλικά και στάθηκε στην αριστερή μεριά της γέφυρας. Τότε ο υποπλοίαρχος Μ.

Α. ειδοποίησε μέσω walkie talkie και ζήτησε από τον ανθυποπλοίαρχο D. G. E. να ειδοποιήσει τον Ν. Ρ. για να μεταβεί στο γραφείο του πλοιάρχου. Μόλις πήγε να τον ειδοποιήσει τον βλέπει να έχει τα χέρια του γαντζωμένα στην αριστερή βαρδιόλα και τα πόδια του και το σώμα του να τρέμουν. Τον ρώτησε αν είναι εντάξει αλλά δεν έλαβε απάντηση, αμέσως ο D.

G. E. ειδοποίησε τον υποπλοίαρχο με το walkie talkie να έρθει στη γέφυρα. Μόλις ήρθε στη γέφυρα ο Α. Μ. διαπίστωσε ότι ο Ν. Ρ. είχε πάθει κρίση σπασμών και αμέσως ειδοποίησε τον πλοίαρχο. Ο Μ. φώναξε τον Ν. Ρ. με το όνομα του και κάποια στιγμή ο Ρ. γύρισε και τον αγκάλιασε. Αμέσως έφθασε ο πλοίαρχος ο οποίος μαζί με τους άλλους δύο ναυτικούς και έναν άλλον που προσέτρεξε για βοήθεια, υποβάσταξαν τον Ν.

Ρ. και τον μετέφεραν στο εσωτερικό της γέφυρας, όπου διαπίστωσαν ότι ο Ρ. είχε πάθει κρίση σπασμών κουνώντας όλο του το σώμα και τα χέρια ακανόνιστα. Μετά την κρίση σπασμών ο Ν. Ρ. έχασε τις αισθήσεις του και δεν είχε αναπνοή και καρδιακούς παλμούς. Τότε ο πλοίαρχος καθώς και οι λοιποί ναυτικοί επιχείρησαν να τον συνεφέρουν με ανανήψεις και μαλάξεις και κάποια στιγμή ο Ρ.

απέκτησε αναπνοή και καρδιακούς παλμούς. Εν τω μεταξύ ο πλοίαρχος έδωσε εντολή σε μέλος του πληρώματος να καλέσει προς βοήθεια τόσο τον πράκτορα του πλοίου όσο και τις αστυνομικές και λιμενικές αρχές και πήρε τηλέφωνο τον γιατρό της εταιρείας για να τον ενημερώσει, ενώ παράλληλα ενημερώθηκαν για το συμβάν και οι εκπρόσωποι της αστυνομίας και της λιμενικής αρχής που βρίσκονταν στο πλοίο για την έρευνα του προηγούμενου θανάτου.

Ο πλοίαρχος έδωσε εντολή να συνεχιστεί η αναπνευστική υποστήριξη του Ρ. και να του μετρηθεί η πίεση, η οποία πράγματι μετρήθηκε και βρέθηκε 8,5 (μεγάλη) και 6 (μικρή). Μετά την μέτρηση της πίεσης ο Ν. Ρ. παθαίνει δεύτερη κρίση σπασμών με αναπνευστική διαταραχή, χάθηκαν οι παλμοί του και οι συνάδελφοί του συνέχισαν τις τεχνικές αναπνοές βοηθούμενοι από τους Περουβιανούς αστυνομικούς, ενώ παράλληλα είχε κληθεί ιατρική βοήθεια μέσω του τηλεφώνου του πράκτορα.

Ο Ν. Ρ. επανέρχεται και αποκτά εκ νέου αναπνοή και καρδιακούς παλμούς, το δε πλήρωμα συνέχισε να παρέχει τις πρώτες βοήθειες αναμένοντας να προσέλθει ο γιατρός που είχε ήδη κληθεί. Περί ώρα 12:40 μ.μ. επιβιβάστηκε επί του πλοίου ο ιατρός Φ. Μ., ο οποίος εκτελούσε τα καθήκοντά του σε πλοίο πλησίον του πλοίου των εναγομένων, ξεκίνησε την εξέταση του Ρ.

βοηθώντας στην ανάνηψη, πλην όμως γύρω στις 12:50 μ.μ. διαπιστώθηκε ότι ο Ν. Ρ. απεβίωσε από άγνωστη αιτία. Οι εκπρόσωποι της εγκληματολογικής υπηρεσίας που βρίσκονταν επί του πλοίου πραγματοποίησαν έρευνα και έλαβαν δείγματα ιστού κατόπιν σχετικής εντολής που έλαβαν από το βοηθό εισαγγελέα της Εισαγγελίας Λιμένων, και για το δεύτερο πλέον θάνατο.

Στις 18:30 μ.μ. αποβιβάστηκαν οι λιμενικοί και οι αστυνομικοί μαζί με την σωρό του Ν. Ρ. που μεταφέρθηκε στην ιατροδικαστική υπηρεσία του Κ.. Στις 11-7-2010 διενεργήθηκε νεκροψία-νεκροτομή από τον ιατροδικαστή C. C., και με βάση την άνω νεκροψία διαπιστώθηκε ότι η οροφή και η βάση του κρανίου είναι δίχως μακροσκοπικώς καταφανείς κακώσεις, ο εγκέφαλος έχει υπεραιμική εμφάνιση, ασύμμετρες παρεγκεφαλιδικές κήλες, σε τομή παρουσία οιδήματος, η θωρακική σπονδυλική στήλη και το πλευρικό πλέγμα είναι δίχως μακροσκοπικώς καταφανείς κακώσεις, αμφότεροι οι πνεύμονες βυσσινί χρώματος, βαρείς και υπεραιμικοί, με φυσαλίδες στους άνω λοβούς κυρίως στον δεξιό πνεύμονα σε τομή παρουσία οιδήματος, μη εμφάνιση σωματικών κακώσεων, ενώ η χημική τοξικολογική έρευνα εγκεφάλου, ήπατος και στομάχου έδειξε αρνητική, η δε αιθυλική δοσομέτρηση αίματος ήταν αρνητική.

Το τελικό συμπέρασμα της νεκροψίας ανέδειξε πολυσπλαχνική υπεραιμία, άτυπους πνεύμονες λόγω της παρουσίας φυσαλίδων στις κορυφές τους, οιδηματώδεις και βάρους μεγαλύτερου από το κανονικό, αιτία θανάτου πνευμονικό και εγκεφαλικό οίδημα και αιτιολογικοί παράγοντες παθολογικοί. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι στις 14-7-2010 η πλοιοκτήτρια εταιρεία υπέβαλε αίτημα μέσω της πρεσβείας της Ελλάδας στη Λίμα να επιτραπεί η λήψη αίματος και δειγμάτων ιστών με σκοπό τη διενέργεια επιπρόσθετων τοξικολογικών εξετάσεων, ενώ στις 15-7-2010 εστάλη μήνυμα fax εκ μέρους των εναγόντων μέσω της Πρεσβείας της Ελλάδος με αίτημα λήψη και αποστολή υλικού (αίμα, ούρα) στην Ελλάδα για περαιτέρω τοξικολογικές εξετάσεις.

Όμως παρά την ύπαρξη αυτών των αιτημάτων για λήψη δειγμάτων αίματος και ούρων και αποστολή αυτών στην Ελλάδα, η Πρεσβεία της Ελλάδος στη Λίμα πληροφόρησε στις 20-7-2010 το κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς ότι ήδη μετά τη νεκροψία πραγματοποιήθηκε συνεπεία των νόμων του Π. ταρίχευση της σωρού και ότι τα εσωτερικά όργανα δεν απερρίφθησαν αλλά ταριχεύτηκαν επίσης.

Στη συνέχεια το πτώμα του Ν. Ρ. μεταφέρθηκε στη Ρωσία εξ αιτίας λάθους της κεντρικής ιατροδικαστικής υπηρεσίας του Π. και μετά από περίπου ένα μήνα έφθασε τελικά στην Eλλάδα όπου διενεργήθηκε δεύτερη νεκροψία-νεκροτομή από την ιατροδικαστή Δ. Τ. στις 9-8-2010. Στην άνω νεκροψία διαπιστώθηκε ότι ο εγκέφαλος παρουσίαζε μέτριο εγκεφαλικό οίδημα κυρίως του νευροπιλήματος, τα ιστοτεμάχια των πνευμόνων παρουσιάζουν πνευμονικό οίδημα και πνευμονική συμφόρηση, οι στεφανιαίες αρτηρίες εκφύονται και πορεύονται κανονικά, ενώ δεν παρουσιάζουν ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις, το μυοκάρδιο παρουσιάζει εστιακή κατάτμηση των μυοκαρδιακών κυττάρων και ήπιο διάμεσο οίδημα και καταλήγει ως συμπέρασμα ότι ο θάνατος επήλθε συνεπεία πνευμονικού οιδήματος -πνευμονική συμφόρηση - ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις του μυοκαρδίου.

Κατά την δεύτερη αυτή νεκροψία ελήφθη η χοληδόχος κύστη για τοξικολογική εξέταση η οποία διενεργήθηκε από την Α. Ν. κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-2010 έως 28-9-2010 και τα αποτελέσματά της ήτανε αρνητικά και θετικό 0,34 g/ml ως προς την αιθυλική αλκοόλη, οινόπνευμα που όμως δεν μπορεί να αξιολογηθεί λόγω της προηγηθείσας ταρίχευσης.

Στη συνέχεια ακολούθησε ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη με βάση την υπ’ αριθμ. ΕΓ20-11/257 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι θάνατοι των δύο ναυτικών σχετίζονται μεταξύ τους, αν υπήρξε διαρροή αερίων και αν ο θάνατος του Ν. Ρ. μπορεί να δικαιολογηθεί, ως παθολογικός.

Επί των ζητημάτων αυτών συντάχθηκε η από 10-1-2012 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη της Σ. Π.. Η ως άνω πραγματογνώμων στην έκθεσή της αναφέρει ότι προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση ένα εύρημα που καταγράφεται στο ιστορικό από την πρώτη νεκροψία και πρόκειται για τις αναφερόμενες "παρεγκεφαλιδικές κήλες", όρος που δεν χρησιμοποιείται πλέον και είναι πιθανόν να εννοείται ο όρος εγκολεασμός παρεγκεφαλίδας και στελέχους.

Ο εγκολεασμός συμβαίνει όταν τμήμα της παρεγκεφαλίδας (συνήθως οι αμυγδαλές) και το εγκεφαλικό στέλεχος διέλθουν δια μέσου του ινιακού τρήματος (το τρήμα που συνδέει τον εγκέφαλο με τον νωτιαίο μυελό). Αποτέλεσμα αυτού είναι να πιέζονται και να νεκρώνονται σημαντικές και καίριες για την ζωή περιοχές με τελική κατάληξη το κώμα ή τον θάνατο.

Ο εγκολεασμός συμβαίνει μετά από μεγάλη αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης, όπως σε ενδοεγκεφαλικό υπό η επισκληρίδιο αιμάτωμα, όγκο ή απόστημα. Μάλιστα σε αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης είναι συχνό σύμπτωμα οι σπασμοί. Το αιμάτωμα μπορεί να είναι παθολογικής ή τραυματικής αιτιολογίας. Επίσης η πραγματογνώμονας εκθέτει ότι είναι ενδεχόμενο με τον όρο παρεγκεφαλιδικές κήλες να εννοείται μία σπάνια δυσπλασία, κατά την οποία τμήμα της παρεγκεφαλίδας (οι αμυγδαλές) και ο προμήκης έχουν "γλιστρήσει" δια του ινιακού τρίματος στο σπονδυλικό σωλήνα.

Όταν η πρόπτωση είναι σε βάθος μεγαλύτερο των 5 χιλιοστών εντός του σπονδυλικού σωλήνα η ως άνω δυσπλασία ονομάζεται A. - C.. Πρόκειται για μία εκ γενετής ανωμαλία, η οποία δύναται να είναι ασυμπτωματική και σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε αιφνίδιο θάνατο μέσω καρδιοαναπνευστικής ανακοπής και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μόνο περιγραφόμενο στις εκθέσεις εύρημα που θα μπορούσε να συνδέεται με την αιτία θανάτου είναι οι παρεγκεφαλιδικές κήλες.

Το τελικό συμπέρασμά της ως προς τα τεθέντα ερωτήματα με βάση την υπ’ αριθμ. ΕΓ20-11/257 παραγγελία του Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά είναι η ακόλουθη: ο θάνατος του Ν. Ρ. δεν θεωρείται πιθανόν να σχετίζεται με εισπνοή τοξικών αερίων, εκτίμηση που προκύπτει αποκλειστικά και μόνο από την αναφερόμενη συμπτωματολογία προ του θανάτου του και στον ανοικτό χώρο στον οποίο βρέθηκε.

Ο θάνατος του B. θα μπορούσε να οφείλεται σε εισπνοή τοξικών αερίων. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός κάποια άτομα να αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο, στην εισπνοή κάποιον τοξικών αερίων, λόγω ιδιοσυγκρασιακών παραγόντων. Όσον αφορά πάντως την περίπτωση του Ρ. Ν., δεν θεωρείται πιθανόν. Ο Ν. Ρ. ήταν ένα νεαρό άτομο χωρίς ιατρικό ιστορικό και χωρίς ευρήματα από την νεκροτομή που να υποδηλώνουν υποκείμενη παθολογία.

Παρά ταύτα το ενδεχόμενο ο θάνατός του να είναι παθολογικός δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς. Σε περιστατικά θανάτου π.χ. από κάποια θανατηφόρα αρρυθμία δεν υπάρχει νεκροτομικό εύρημα. Εξ άλλου πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τα τραγικά συμβάντα των δύο θανάτων έγινε έλεγχος στις 12-7-2010 στο πλοίο των εναγομένων, προκειμένου να διερευνηθεί η ύπαρξη επικινδύνων αερίων ή και μείωση επιπέδου οξυγόνου στους χώρους ενδιαίτησης, μηχανοστασίου και καταστρώματος, χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε ανωμαλία (απόκλιση από τις φυσιολογικές συνθήκες), ενώ από την ανάγνωση του ημερολογίου του πλοίου προκύπτει ότι καθημερινώς γινόταν έλεγχος για διαρροή αερίων από το πλήρωμα πριν από το θάνατο του Ν.

Ρ. με αρνητικά αποτελέσματα. Επιπλέον στις 13-7-2010 όλοι οι αξιωματικοί και το πλήρωμα του πλοίου μετέβησαν σε κρατικό νοσοκομείο της Λίμα, όπου υποβλήθηκαν σε γενικές εξετάσεις αίματος, ούρων και ηλεκτροκαρδιογράφημα και βρέθηκαν όλοι οι ναυτικοί υγιείς, πλην του Φιλιππινέζου βοηθού θαλαμηπόλου N. V., ο οποίος έπασχε από σάκχαρο και του Φιλιππινέζου τρίτου μηχανικού A.

B., ο οποίος βρέθηκε να έχει υψηλή αρτηριακή πίεση, οι οποίοι απολύθηκαν προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία τους και επαναυτολογήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2010. Οι άνω όμως παθήσεις δεν σχετίζονται με μολυσματική ασθένεια, δηλητηριώδη τρόφιμα ή νερό ή εισπνοή τοξικών αερίων. Σε κάθε περίπτωση το ενδεχόμενο ο Ρ.

να δηλητηριάστηκε από κάποιο τρόφιμο ή από πόσιμο νερό του πλοίου αποκλείεται, καθόσον όλο το 24μελές πλήρωμα τρεφόταν από τις ίδιες παρτίδες και έπινε από το ίδιο νερό και ουδέν παρόμοιο σύμπτωμα παρουσίασε. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του Ν. Ρ., δεν οφείλεται σε εισπνοή αερίων (αρνητική ως προς το σημείο αυτό η νεκροψία του Π.

για όσα τμήματα του σώματος διενεργήθηκε τοξικολογική εξέταση), αλλά οφείλεται σε πνευμονικό οίδημα χωρίς να προκύπτουν με σαφήνεια τα ειδικότερα αίτια που οδήγησαν σε αυτό. Εξ άλλου ο θανών δεν είχε παραπονεθεί στο παρελθόν σε κάποιο μέλος του πληρώματος αλλά ούτε και στους συγγενείς του ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και όλοι τον θεωρούσαν υγιή και για το λόγο αυτό ο ίδιος ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού, το οποίο ως εκ των συνθηκών, είναι επίπονο, βαρύ και ανθυγιεινό.

Επιπλέον δεν προέκυψε ότι οι συνθήκες εργασίας του συγκεκριμένου ναυτικού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν ακραίες και ιδιαίτερα επιβαρυντικές, ούτε οι κλιματολογικές συνθήκες που παρείχε την εργασία του ήταν άκρως δυσμενείς. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο θανών είχε πρόβλημα υγείας (παρεγκεφαλιδικές κήλες), που προφανώς να μην γνώριζε ούτε ο ίδιος, ούτε οι συγγενείς του, δεδομένου ότι αυτός είχε μεν υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις πριν από την ναυτολόγησή του, που όμως ήταν τυπικές και όχι εξειδικευμένες και δεν είχαν αναδείξει κάποιο πρόβλημα.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές κρίνεται ότι ο θάνατος του εν λόγω ναυτικού δεν οφείλεται σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός ξένο προς τον οργανισμό του, αλλά σε προϋπάρχουσα πάθησή του, η οποία εκδηλώθηκε, κάτω από συνθήκες σύμφυτες και προσιδιάζουσες στη φύση των καθηκόντων του, που ανέλαβε με την ναυτολόγησή του να εκτελέσει, ενώ οι εναγόμενοι αγνοούσαν το πρόβλημα υγείας του θανόντος και επομένως ο θάνατός του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ότι είναι απότοκος εργατικού ατυχήματος, αφού δεν απεδείχθη κάποιο βίαιο συμβάν ή παροχή εργασίας σε εξαιρετικές έκτακτες και ανώμαλες συνθήκες (υπερωριακή απασχόληση, δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες) που επέφερε βλάβη, δεν είχε εκδηλώσει προγενέστερα κανένα σύμπτωμα ώστε να τύχει ειδικής φροντίδας, ούτε είχε παραπονεθεί σε κάποιο μέλος του πληρώματος ή στον πλοίαρχο.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, προκειμένου να θεμελιώσουν τις αγωγικές αξιώσεις τους, ότι μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων της ασθένειας, από αμέλεια του πλοιάρχου δεν παρασχέθηκε στον θανόντα η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική βοήθεια, η παράλειψη δε αυτή ως πρόσφορη αιτία επέφερε το θάνατό του και πιο συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι ο πλοίαρχος δεν μερίμνησε για την άμεση διακομιδή του θανόντος στο νοσοκομείο του Κ.

Π., που μπορούσε να πραγματοποιηθεί λόγω της παραμονής του πλοίου πλησίον του λιμένος αυτού. Όμως, ο ισχυρισμός των εναγόντων ουδόλως αποδεικνύεται. Όπως ανωτέρω εκτέθηκε από την έναρξη των συμπτωμάτων του θανόντος περί ώρα 12:00 π.μ. μέχρι ώρα 12:50 μ.μ. που αυτός κατέληξε, ο πλοίαρχος και τα λοιπά μέλη του πληρώματος παρείχαν άμεσα στον Ν.

Ρ. τις πρώτες βοήθειες με ανανήψεις και παροχή οξυγόνου με παράλληλη ενημέρωση των αστυνομικών και λιμενικών αρχών του Π. και κλήση ιατρού για παροχή βοήθειας, ο οποίος προσήλθε μεν αλλά δεν κατάφερε να σώσει τον θανόντα. Πρέπει να σημειωθεί ότι όταν διαπιστώθηκε περί ώρα 12:00 πμ η κρίση σπασμών του θανόντος και ήχησε ο σχετικός συναγερμός, αμέσως ο πλοίαρχος και τα λοιπά μέλη προσέτρεξαν πλησίον του και τον υποβάσταξαν προκειμένου να μεταφερθεί στην γέφυρα για να του παρασχεθεί βοήθεια.

Ο χρόνος ενημέρωσης του πλοιάρχου, άφιξής του πλησίον του θανόντος και μεταφοράς του στη γέφυρα υπολογίζεται με βάση το ημερολόγιο του πλοίου περί τα δέκα λεπτά. Μόλις μεταφέρθηκε στη γέφυρα ο θανών παρατηρήθηκε απώλεια σφυγμών και το ενδεδειγμένο στην περίπτωση αυτή ήταν η άμεση ανάνηψή του με μαλάξεις και οξυγόνο και όχι η τοποθέτησή του σε ταχύπλοο, προκειμένου να μεταβεί στην στεριά αφού σε περίπτωση μη ανάνηψης θα κατέληγε από τις 12:10 μ.μ.

Οι προσπάθειες ανάνηψης αρχικά έφεραν αποτέλεσμα πλην όμως ο θανών ξαναέχασε τους παλμούς του μέχρι που απεβίωσε. Οι μαλάξεις αυτές υπολογίζεται ότι διήρκησαν τουλάχιστον τριάντα λεπτά. Εάν ο θανών είχε μεταφερθεί στο ταχύπλοο του πλοίου μετά τη διαδικασία ανάνηψης που θα διαρκούσε τουλάχιστον 15 λεπτά, για να τον μεταφέρουν στο λιμάνι Κ. (απόσταση 5 ναυτικά μίλια) θα χρειαζόταν για την μεταφορά, για την τοποθέτησή του με την δέουσα προσοχή και τη συνεχιζόμενη ανάνηψη στο ταχύπλοο αλλά και την μεταφορά του στην ακτή τουλάχιστον είκοσι λεπτά.

Ακολούθως, από την ακτή μέχρι το νοσοκομείο θα χρειαζόταν άλλα είκοσι λεπτά περίπου. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω είναι φανερό ότι και αν ακόμη επιλεγόταν η άμεση διακομιδή σε νοσοκομείο ο χρόνος των πενήντα λεπτών ή ακόμη και της μίας ώρας όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, οι οποίο τοποθετούν την έναρξη των σπασμών και την ενεργοποίηση του συναγερμού στις 11:50 πμ δεν θα επαρκούσε για να διασωθεί ο ατυχής ναυτικός.

Άλλωστε, ο ιατρός ο οποίος ήρθε πάραυτα και βρισκόταν σε παρακείμενο πλοίο χρειάστηκε μισή ώρα να προσέλθει με βάση το ημερολόγιο του πλοίου και δεν ήταν δυνατόν ο θανών να είχε μεταφερθεί από τις 12.10 έως τις 12.50 (40 λεπτά) στο ταχύπλοο με παράλληλη ανάνηψη, στη συνέχεια στην ακτή και μετά στο νοσοκομείο, ενώ επιπλέον απεδείχθη ότι δεν ήταν δυνατή η εξεύρεση ελικοπτέρου.

Σημειώνεται, ότι εάν είχε γίνει επιβίβαση χωρίς προσπάθεια ανάνηψης πάλι ο Ν. Ρ. θα είχε καταλήξει, αφού όπως εμφαίνεται από όλες τις καταθέσεις όλων των μελών του πληρώματος είχαν χαθεί οι σφυγμοί του και δεν ανέπνεε. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω εκτεθέντα ο θάνατος του Ν. Ρ. δεν οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου και δη σε παραβίαση εκ μέρους του άρθρου 10 του ΒΔ 806/1970 "περί κανονισμού περί εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων", εφόσον μερίμνησε αμέσως για να παρασχεθούν στον πάσχοντα, οι πρώτες βοήθειες με παροχή οξυγόνου και μαλάξεις για ανάνηψη, ζήτησε αμέσως ιατρική συνδρομή καλώντας ιατρό από παρακείμενο πλοίο και τηλεφωνώντας στον ιατρό της εταιρείας περιγράφοντας τα συμπτώματα της νόσου, ενημερώνοντας τις αστυνομικές και λιμενικές αρχές του Π., πλην όμως δεν κατάφερε μετά την προσπάθεια ανανήψεως (ανεπιτυχής) να μεταφέρει τον πάσχοντα στο νοσοκομείο, λόγω της φύσης της ασθένειας που εκδηλώθηκε, η οποία ήταν οξύτατη και οδήγησε στο θάνατο σε λιγότερο από μία ώρα από την αρχή των συμπτωμάτων.

Μάλιστα και ο μάρτυς των εναγόντων κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι "κανένας δεν λέει ότι θα είχε σωθεί, αν πήγαινε σε μία ώρα στο νοσοκομείο".

Συνεπώς οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθ’ αμφότερες τις βάσεις της αγωγής ως προς τους εναγόμενους. Σημειώνεται ότι η μη απόδοση του θανάτου του Ν. Ρ. σε δηλητηρίαση από κάποια ουσία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 131/2013 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ο οποίος απέρριψε τις αιτήσεις των εναγόντων μετά των δηλώσεων παράστασης πολιτικής αγωγής καθώς και με την υπ’ αριθμ. 36/2013 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά που απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή των εναγόντων κατά της υπ’ αριθμ. 131/2013 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως σχετικά με το παθολογικό της νόσου και τη μη αμελή συμπεριφορά του πλοιάρχου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων έφεσης. Το αίτημα των εναγόντων να προσκομισθούν έγγραφα που αφορούν όλες τις επισκευές που πραγματοποιήθηκαν στο πλοίο και έγγραφα που αφορούν την ύπαρξη διαρροής αερίων ή άλλων δηλητηριωδών ουσιών είναι αόριστο, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται ότι τα έγγραφα βρίσκονται εις χείρας των εναγομένων, δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια τα έγγραφα που ζητούνται και δεν περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό τους".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία η αγωγή των, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών-που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 επ.

ΚΝ 551/1915, 10 ΒΔ 806/1970, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Και τούτο διότι, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι ο θάνατος του ανθυποπλοιάρχου Ν. Ρ.: α) δεν οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός, βίαιο, αιφνίδιο και απρόβλεπτο και ξένο προς τον οργανισμό του αλλά σε προϋπάρχουσα πάθηση του, που δεν είχε εκδηλωθεί προγενέστερα, β) ότι οι συνθήκες εργασίας του, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν ήταν ούτε διαμορφώθηκαν σε ιδιαίτερα επιβαρυντικές ή ακραίες, αλλά ήσαν κανονικές "σύμφυτες και προσιδιάζουσες στη φύση των καθηκόντων του", γ) ότι ο Πλοίαρχος αμέσως μόλις έλαβε γνώση της καταστάσεως στην οποία είχε περιέλθει ο Ν.

Ρ., παρείχε άμεσα τις πρώτες βοήθειες με προσπάθειες ανάνηψης και παροχή οξυγόνου συνεπικουρούμενος από μέλη του πληρώματος και μέλη των επιβαινόντων στο πλοίο Περουβιανών αρχών, ζήτησε αμέσως ιατρική συνδρομή για παροχή ιατρικής βοήθειας, προς τούτο δε επιβιβάστηκε "πάραυτα" στο πλοίο ιατρός από παρακείμενο πλοίο, ξεκινώντας την εξέταση και "βοηθώντας στην ανάνηψη" του πάσχοντος ναυτικού, προς δε προέβη σε άμεση ενημέρωση των λιμενικών αρχών και ζήτησε επί πλέον ιατρική συνδρομή επικοινωνώντας τηλεφωνικώς με τον ιατρό της εταιρείας γνωστοποιώντας τα συμπτώματα του πάσχοντος ναυτικού, διέλαβε δε σαφή παραδοχή ότι: "Μόλις μεταφέρθηκε στη γέφυρα (ο θανών) παρατηρήθηκε απώλεια σφυγμών και το ενδεδειγμένο στην περίπτωση αυτή ήταν η άμεση ανάνηψη του με μαλάξεις και οξυγόνο και όχι η τοποθέτηση του σε ταχύπλοο, προκειμένου να μεταβεί στη στεριά..." και επάλληλες προς τούτο αιτιολογίες ως προς το ατελέσφορο της αντιμετώπισης της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει ο παθών (με επαναφορά και εκ νέου απώλεια σφυγμών, αναπνοής και καρδιακών παλμών) ακόμη και με μεταφορά στην ακτή με συνεχιζόμενη ανάνηψη στο ταχύπλοο (και αδυναμία εξεύρεσης ελικοπτέρου), εκ του ότι "είχαν χαθεί οι σφυγμοί του και δεν ανέπνεε" που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, ώστε ενεργώντας ως ανωτέρω συμμορφώθηκε και δεν παραβίασε, με μη τήρηση, τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 10 ΒΔ 806/1970, δ) ότι ο θάνατος του ανθυποπλοιάρχου Ν.

Ρ. δεν οφείλεται σε εισπνοή αερίων. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττονται απαραδέκτως, οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2013, 1643/2005).

Στην κρινομένη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον 1°, 2°, 3°, 4°, 5°, 6° λόγους της αιτήσεως, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, αποδίδουν στο Εφετείο την, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων αλλοδαπών δημόσιων εγγράφων ως και της Ιατροδικαστικής Έκθεσης της Ιατροδικαστού Σ.

Π. Οι λόγοι αυτοί (1ος έως και 4ος) , κατά το μέρος των, με το οποίο αποδίδεται η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, είναι, καθόσον αφορά τα εν λόγω αλλοδαπά δημόσια έγγραφα (όπως από 10-7-2010 πράξη αποκομιδής σορού, από 24-11-10 έγγραφο της ελληνικής Πρεσβείας στη Λίμα Περού, όπου επισυνάπτεται η από 29-10-2010 υπ’ αριθμ. ...-2010 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Λιμεναρχείων και Ακτοφυλακής-Λιμεναρχείο Ακτοφυλακής Κ.

Π., από 10-7-2010 πιστοποιητικό θανάτου του Ν. Ρ. στην ισπανική γλώσσα, ομοίου στην αγγλική γλώσσα, από 10-7-2010 έγγραφο ...DIRTEPOL-PNP/DIVINCRI-CALLAO-DIH της Εθνικής Αστυνομίας του Π.) απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι, ουδόλως οι αναιρεσείοντες προσδιορίζουν στο αναιρετήριο (και) το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε στα συγκεκριμένα έγγραφα το Εφετείο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων, δηλαδή του θεωρουμένου ως ορθού από τους αναιρεσείοντες και εκείνου που προσέδωσε σ’ αυτά το Εφετείο, συγκρινομένων μεταξύ τους, να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.

Καθόσον δε αφορά τη ρηθείσα Ιατροδικαστική Έκθεση, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι 5ος και 6ος (κατά το μέρος αυτού), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι, από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο αυτής, σε αντιπαραβολή με εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται εμφανές ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, αλλ’ εκτίμησε και αξιολόγησε ορθά το αληθινό περιεχόμενο της, προς το οποίο ταυτίζονται τα αντιπαραβαλλόμενα κείμενα, χωρίς να αναιρούνται τα ανωτέρω από την προσθήκη της λέξεως "πλέον" μετά τη φράση "αναφερόμενες παρεγκεφαλιδικές κήλες όρος που δεν χρησιμοποιείται πλέον ...", από την οποία δεν διαφοροποιείται το περιεχόμενο της εν λόγω Πραγματογνωμοσύνης, σε σχέση με εκείνο το οποίο θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις όπως "κατά την ίδια κατάθεση του ανθυποπλοιάρχου D. G. E....", "ερωτηθείς στο ακροατήριο ο μάρτυρας μας απάντησε ότι....", "όπως τόνισε ο μάρτυρας μας....", "δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση..." και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον 6°, 7° και 8° λόγους της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενοι, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι: α) κακώς απερρίφθη ως αόριστο υποβληθέν αίτημα τους για επίδειξη των, σε αυτό, εγγράφων, β) δεν προέβαλαν ισχυρισμό οι ίδιοι σχετικό με δηλητηρίαση από τρόφιμα ή νερό, στον οποίο απάντησε το Δικαστήριο και γ) ούτε ισχυρισμό επιμέλειας των αναιρεσιβλήτων και απολύσεως ναυτικών λόγω ασθενείας (σάκχαρο, αρτηριακή πίεση) ως σχετιζομένης με το θάνατο του Ν.

Ρ., στον οποίο επίσης απάντησε το Δικαστήριο. Με το ως άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω αιτιάσεις, παρεκτός του ότι για τον υπό στοιχ. α, οι ίδιοι δέχονται ότι το Δ/ριο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως αόριστο, οι λοιποί δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων", και συνακόλουθα οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ιδρυόμενος "Αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1295/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ’ αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ’ αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μαρτύρα Ε. Σ., που περιέχεται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τη με αριθμ. .../2013 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Σταθοπούλου, που λήφθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, εκτιμωμένων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ 2ος, 3ος, 4ος, 6ος και 8ος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, περί ελλείψεως ναυτεργατικού ατυχήματος, κατ’ επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου τους, είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ’ αυτό με τον 1° λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα, την αποδεικτική δύναμη, την οποία έχουν εκ του Νόμου, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων. Μετά απ’ αυτά, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγος του αναιρετηρίου είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος.

Ούτε άλλωστε, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις και οι περί του αντιθέτου 2ος και 3ος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την προσήκουσα εκτίμηση τους, η εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002,1351/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι 1ος, 4ος, 7ος και 8ος, λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (όπως επίσημα δημόσια έγγραφα του Π./Ληξιαρχικές Πράξεις Θανάτου, έλεγχο ποσίμου ύδατος από το στάδιο της ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης, στοιχεία τραύματος του αλλοδαπού ναυτικού C.

M.) που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) τις ρηθείσες ανωτέρω (στον υπό στοιχ. 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγο) αποδείξεις σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές, μεταξύ των οποίων και εκείνης ότι "...ο χρόνος ακόμη και της μίας ώρας...( με) ενεργοποίηση του συναγερμού στις 11:50 δεν θα επαρκούσε...", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.

Τέλος καθόσον αφορά την απόρριψη ως αορίστου του αιτήματος επιδείξεως εγγράφων, θα πρέπει να λεχθεί ότι με το αναιρετήριο, δεν υποβάλλεται συγκεκριμένη περί της απορρίψεως εκ του λόγου αυτού, αναιρετική πλημμέλεια, ενώ καθόσον αφορά το επανυποβαλλόμενο αίτημα επιδείξεως εγγράφων, είναι απορριπτέο, καθόσον, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 393/2015).

Κατόπιν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση, ν’ απορριφθεί και συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών, κατ’ άρθρο 179 εδαφ. τελ., σε συνδ. με άρθρο 183 εδαφ. τελ. Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 18-3-2015 αίτηση, για αναίρεση της 823/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ