Legislator Case Law & Legislation
1424/2014 AI generated

1424/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1424/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1424/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ. του Χ. του ληξιάρχου Ευρυμενών του δήμου Αγιάς Λάρισας, 2) το υπ' αρ. 16/2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με το οποίο δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 3/342/3-6-2008 δημόσια διαθήκη του ανωτέρω αποβιώσαντος διαδίκου που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Λάρισας Ελένη Ρωμοσίου-Κλειτσάκη, 3) το υπ'αρ. 3059/2013 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Λάρισας περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του Θ.

Keywords

AI generated
legacy rural land ownership agricultural succession law forced heir agricultural law right to know one's parentage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1424 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1424/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1)Κ. Α. του Π., 2)Π. Α. του Κ. και 3)Β. Α. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κούτα.

Των καλούντων: 1)Α. χήρας Θ. Τ. το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 2)Π. συζ. Ι. Σ., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ..., και 3)Δ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ' αδιαθέτου κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου Θ. Τ. του Χ., που απεβίωσε στις 13/7/2012, όπως αναφέρεται στην από 19/9/2013 κλήση επανάληψης βιαία διακοπείσας δίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ε. Τ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ολύμπου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28/7/2009 αίτησή τους. Κατόπιν βίαιης διακοπής της δίκης, η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 19/9/2013 κλήση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Π.ς Ρουμπής ανέγνωσε την από 14/2/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των καλούντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19-9-2013 κλήση των κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου Θ. Τ. του Χ. φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 28-7-2009 αίτηση των Κ. Α., Π. Α. και Β. Α. - για αναίρεση της υπ' αριθμ. 151/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, μετά το θάνατο του αρχικά αναιρεσιβλήτου Θ.

Τ. του Χ. στις 13-7-2012, - την υπεισέλευση στη θέση του των καλούντων - αναιρεσιβλήτων ως κληρονόμων αυτού και τη δήλωσή τους ότι επαναλαμβάνουν την προκειμένη αναιρετική δίκη (άρθρα 286 περ. α, 287 και 290 ΚΠολΔ). Περαιτέρω από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα: 1) την υπ' αρ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Θ.

Τ. του Χ. του ληξιάρχου Ευρυμενών του δήμου Αγιάς Λάρισας, 2) το υπ' αρ. 16/2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με το οποίο δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 3/342/3-6-2008 δημόσια διαθήκη του ανωτέρω αποβιώσαντος διαδίκου που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Λάρισας Ελένη Ρωμοσίου-Κλειτσάκη, 3) το υπ'αρ. 3059/2013 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Λάρισας περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του Θ.

Τ. του Χ., 4) το υπ' αρ... πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Λάρισας περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του προμνημονευόμενου προσώπου, 5) το υπ' αρ. ... πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκη του ιδίου ως άνω προσώπου, 6) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Λάρισας περί μη άσκησης αγωγής για την ακύρωση ή τη διάρρηξη της δημοσιευθείσας με το υπ' αριθμ. 16/8-1-2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ως άνω δημόσιας διαθήκης, 7) το υπ' αρ. ...

πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ως άνω αποβιώσαντος που έχει εκδώσει ο δήμος Αγιάς Λάρισας, 8) το υπ' αρ. ... πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας Π. Σ. που έχει εκδώσει ο δήμος Τεμπών Λάρισας, 9) η υπ' αριθμ. ... έκθεση αποποίησης κληρονομίας από την Ε. Τ. θυγατέρα του Θ. Τ. του Χ. που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας, 10) το υπ' αρ. ...

πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της αποποιηθείσας την ως άνω κληρονομία Ε. Τ., που εξέδωσε ο δήμος Αγιάς Λάρισας, 11) η υπ' αρ. ... έκθεση αποποίησης κληρονομίας που συνέταξε η γραμματέας του Πρωτοδικείου Λάρισας Σ. Χ. για την αποποίηση της κληρονομίας του Θ. Τ. του Χ. από τη θυγατέρα του Κ. Ν., 12) η υπ' αρ. ...

έκθεση αποποίησης κληρονομίας της γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας για την αποποίηση από τη Κ. Ν. του μεριδίου εξ αποποιήσεως του κληρονομιαίου μεριδίου της Ε. Τ., και 13) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της Κ. Ν. που εξέδωσε ο δήμος Λαρισαίων, προκύπτει ότι ο αρχικός αναιρεσίβλητος Θ.

Τ. του Χ. απεβίωσε στις 13-7-2012 δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και γι' αυτό διακόπηκε βίαια η δίκη κατά τη δικάσιμο της 6-3-2013 (βλ. σχ. το υπ' αρ. 54/2013 πρακτικό συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου) και ότι στη συνέχεια υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτού, μετά τις προαναφερόμενες αποποιήσεις και αποδοχές κληρονομίας, οι τέσσερις κληρονόμοι αυτού που δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα ως άνω αναιρετική δίκη.

Επομένως πρέπει να εξεταστεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης με την υπεισέλευση στη θέση του αρχικού αναιρεσιβλήτου των προαναφερομένων κληρονόμων του. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 249 και 251 η αξίωση του κληρονόμου που ασκείται με την περί κλήρου αγωγή παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, αφότου ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομίας (ΑΠ 722/2003).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται, ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνούν και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 2028/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, τα ακόλουθα: Στις 23-11-1948 απεβίωσε ο Β. Α. του Γ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι την σύζυγο του Μ.

και τα τέκνα του Γ., Π., Ε., Μ. συζ. Χ. Τ., Ι. Γ. Κ. και Α. σύζυγο Κ. Κ., οι οποίοι ως κληρονόμοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του η μεν σύζυγος του κατά τα 10/40, τα δε τέκνα του κατά τα υπόλοιπα 30/40 εξ αδιαιρέτου (κατά τα 5/40 το καθένα). Η κληρονομιαία περιουσία του ως άνω κληρονομούμενου, καθώς δεν αμφισβητείται, αποτελούνταν από τα στην αγωγή αναφερόμενα είκοσι δύο (22) ακίνητα (αγροτεμάχια), τα οποία βρίσκονται τα πέντε πρώτα στην κτηματική περιφέρεια Παλαιόπυργου Λάρισας και τα υπόλοιπα στην κτηματική περιφέρεια Ομολίου-Λάρισας.

Με την υπ' αριθμ. έκθ. καταθ. 1319/15-11-1966 αγωγή περί κλήρου που άσκησε η εκ των παραπάνω συγκληρονόμων του Β. Α. Μ. συζ. Χ. Τ. μητέρα του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 663/1972 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 222/1973 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και η οποία δέχθηκε την ως άνω αγωγή, αναγνώρισε την τότε ενάγουσα κληρονόμο του πατέρα της Β.

Α. κατά τα 5/40 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού, στην οποία περιλαμβάνονταν και το επίδικο αγροτεμάχιο, το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου και υποχρέωσε τους τότε εναγομένους-συγκληρονόμους να αποδώσουν στην τότε ενάγουσα τα περιγραφόμενα σ' εκείνη την αγωγή ακίνητα κατά το επιδικασθέν σ' αυτήν ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Εξάλλου, με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Λάρισας κρίθηκε ότι "ο Β. Γ. Α. απεβίωσε άνευ διαθήκης, κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου υπό της πρώτης εναγομένης συζύγου του κατά τα 10/40 εξ αδιαιρέτου και υπό των λοιπών διαδίκων τέκνων του κατά τα 30/40 εξ αδιαιρέτου ομού και κατά τα 5/40 εξ αδιαιρέτου παρ' εκάστου τούτων".

Επομένως, κατόπιν των κριθέντων από την παραπάνω απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, σύμφωνα με τον οποίο οι κληρονόμοι του Β. Α. είχαν προβεί μετά το θάνατο του τελευταίου το έτος 1948 σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, βάσει της οποίας ο πατέρας του πρώτου των εναγόντων έλαβε το επίδικο αρχικό αγροτεμάχιο, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν (πρώτο ενάγοντα) με την υπ' αριθμ. 934/2-9-1981 δημόσια διαθήκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 101/1990 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, την δε ως άνω κληρονομιά αποδέχθηκε ο πρώτος ενάγων με την υπ' αριθμ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λάρισας Κωνστάντιας Κατσιάνα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο μεταξύ στις 26-11-1992 απεβίωσε η μητέρα του εναγόμενου, Μ. Τ., και κληρονομήθηκε αυτή από τα δύο τέκνα της (εναγόμενο και θυγατέρα της), ενώ στις 16-12-1992 απεβίωσε η Ε. Α. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς της, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος (ανεψιός της από αδελφή), στον οποίο περιήλθαν από το θάνατό της το 1/10 εξ αδιαιρέτου των 5/40, που είχε αυτή επί του επιδίκου αγροτεμαχίου, ήτοι το 1/80 εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι η Ε. Α., αδελφή της μητέρας του εναγόμενου, έλαβε με το ... προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λάρισας Περ. Γαρδίκη αγροτεμάχια συνολικού εμβαδού 152,855 στρεμμάτων, υπερκαλύπτοντας έτσι το κληρονομικό της μερίδιο, ζητώντας κατ' άρθρο 1895 ΑΚ να υπολογισθεί η συνεισφορά της αυτεπαγγέλτως στην κρινόμενη υπόθεση από το δικαστήριο και να αποκλεισθεί από το λόγο αυτό ως κληρονόμος κατά το ποσοστό 5/40 της κληρονομιάς του Β.

Α. και συνακόλουθα να απορριφθεί ως μη νόμιμη η διεκδίκηση του ποσοστού 1/80 που εμφανίζεται να προβάλλει ο εναγόμενος επί του επιδίκου ως συγκληρονόμος της θείας του Ε. Α.. Κατά την εκδίκαση της προαναφερόμενης με αριθμ. καταθ. 1319/15-11-1966 αγωγής περί κλήρου, που άσκησε η μητέρα του εναγομένου Μ. Τ., όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επ' αυτής, οι τότε εναγόμενοι-συγκληρονόμοι της κληρονομιάς του Β.

Α., μεταξύ των οποίων και η Ε. Α., προέβαλαν την ένσταση για υποχρέωση συνεισφοράς της ενάγουσας (Μ. Τ.), για τους λόγους τους οποίους επικαλούνταν, προκειμένου να περιορισθεί το κληρονομικό μερίδιο της τελευταίας και επί της ενστάσεως αυτής το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συνεισφορά έπρεπε να κριθεί κατά τη διαδικασία της διανομής.

Πλην όμως, σχετικά με την υποχρέωση συνεισφοράς, της Ε. Α., ως συγκληρονόμου, ουδεμία, ένσταση προέβαλαν οι τότε εναγόμενοι, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση, η οποία κατένειμε τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του Β. Α. μεταξύ των συγκληρονόμων συμπεριλαμβανομένης και της Ε.

Α. την οποία αναγνώρισε εξ αδιαθέτου κληρονόμο κατά ποσοστό 5/40. Επομένως, εφόσον η αξίωση περί συνεισφοράς δεν προτάθηκε στην προηγούμενη αυτή δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση, η σχετική ένσταση καλύφθηκε από το δεδικασμένο. Και τούτο διότι παρά τη διαφοροποίηση του αντικειμένου της νέας δίκης, αναγκαία προϋπόθεση αυτού είναι η ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην προηγούμενη, δηλαδή η κληρονομική ιδιότητα των διαδίκων και το μέγεθος των μερίδων τους.

Τυχόν αποδοχή της αγωγής ως προς το σημείο αυτό και ευδοκίμηση της αξίωσης περί συνεισφοράς, θα οδηγούσε στην εκμηδένιση του μεγέθους της κληρονομικής μερίδας της Ε. Α. και συνακόλουθα του εναγόμενου ως συγκληρονόμου της τελευταίας στο επίδικο, δηλαδή σε κατάσταση ασυμβίβαστη και αντιφατική με εκείνη που απαγγέλθηκε από την τελεσίδικη απόφαση και έχει ισχύ δεδικασμένου.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός περί συνεισφοράς λόγος της έφεσης. Περαιτέρω, η μητέρα του εναγόμενου, Μ. Τ., προέβη στην εκτέλεση της παραπάνω υπ' αριθμ. 663/1972 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αφού προηγουμένως επέδωσε στον πρώτο ενάγοντα, ως κληρονόμο του αποβιώσαντος στις 15-2-1989 Π.

Α., πιστό αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό με γραπτή παραγγελία της πληρεξουσίου της δικηγόρου για επίδοση με επιταγή προς εκτέλεση και στη συνέχεια συντάχθηκε η υπ αριθμ. ... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Ι. Φ. κατά το ποσοστό των 5/40 εξ αδιαιρέτου, επί του επιδίκου αγροτεμαχίου της τότε ενάγουσας Μ.

Τ.. Η εκτέλεση αυτή του ιδανικού μεριδίου στην πράξη καλείται "πλασματική" με την αιτιολογία ότι καμία εμφανής πράξη λαμβάνει χώρα κατά την εκτέλεση. Με την εκτέλεση αυτή προς το περιεχόμενο του δικαιώματος προσαρμόζεται η εμπειρική πραγματικότητα, δηλαδή η "αποβολή" περιορίζεται στην "ιδανική" αποβολή του καθού η εκτέλεση και την εγκατάσταση του επισπεύδοντος, η οποία σημαίνει απώλεια της σύννομης από τον καθού η εκτέλεση και κτήση αυτής από τον επισπεύδοντα.

Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση με την αποβολή του πρώτου ενάγοντος και την εγκατάσταση της Μ. Τ. στο παραπάνω ιδανικό μερίδιό της με την ως άνω έκθεση ο πρώτος απώλεσε τη συννομή και την απέκτησε η δεύτερη. Σε κάθε περίπτωση ο πρώτος ενάγων κατέχων έκτοτε ολόκληρο το επίδικο θεωρείται ότι κατέχει αυτό και για λογαριασμό της συγκληρονόμου-συγκυρίας Μ.

Τ., εφόσον δεν ισχυρίζεται και δεν απέδειξε ότι γνωστοποίησε σ' αυτήν ή στη συνέχεια στον εναγόμενο, κληρονόμο αυτής εξ αδιαθέτου κατά το 1/2 του παραπάνω ποσοστού των 5/40 εξ αδιαιρέτου, ότι νέμεται το ιδανικό της μερίδιο για λογαριασμό του.

Συνεπώς, ο πρώτος ενάγων δεν έγινε έκτοτε κύριος ολόκληρου του επιδίκου αγροτεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία. Ο πρώτος ενάγων βέβαια ισχυρίζεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθμ. 663/1972 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας είναι παντελώς άκυρη, καθόσον έγινε από πρόσωπο (Μ. Τ.), που στερούνταν τη χρήση του λογικού και συνεπώς ανίκανης, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε.

Άλλως, ισχυρίζεται ότι έγινε χωρίς την εντολή της τελευταίας, άλλως ότι έγινε καταχρηστικώς κατ' άρθρο 281 ΑΚ, αφού έγινε μέσα στο εικοστό έτος από την τελεσιδικία της και επομένως είναι άκυρη η προαναφερόμενη έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης. Οι τελευταίοι λόγοι όμως αυτοί της ακυρότητας της έκθεσης δεν ασκούν έννομη επιρροή στην προκειμένη δίκη, καθόσον αυτοί θα μπορούσαν να προβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και μέσα στις νόμιμες προθεσμίες, που προβλέπει το άρθρο 934 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε η Ε. Α. ήταν και αυτή συγκληρονόμος του κληρονομούμενου πατέρα της Β. Α. και επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι έγινε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του, περιήλθαν και σ' αυτή ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμου τα 5/40 εξ αδιαιρέτου αυτής και συνακόλουθα και του επίδικου αγροτεμαχίου, από το θάνατο του πατέρα της (1948).

Επομένως ο πατέρας του πρώτου ενάγοντος, Π. Α. (αδελφός της) μέχρι το θάνατό του και στη συνέχεια ο ίδιος ο πρώτος ενάγων κατείχαν αυτό όχι για δικό τους λογαριασμό, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό της συγκληρονόμου τους Ε. Α., εφόσον δεν ισχυρίζεται και δεν απέδειξε (ο πρώτος ενάγων) ότι γνωστοποίησαν σ' αυτήν την πρόθεσή τους να νέμονται στο εξής το παραπάνω ποσοστό της για τον εαυτό τους.

Εξάλλου, αυτή (Ε. Α.) από το έτος 1941 έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση, ψυχική νόσο, η οποία απέκλειε τη χρήση του λογικού της και εξαιτίας αυτής δεν ήταν δυνατό να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της. Το έτος 1967 αυτή τέθηκε υπό δικαστική απαγόρευση με την 598/1967 απόφαση του Πρωτοδικείου Λάρισας και με την 560/1968 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου διορίσθηκε επίτροπος ο αδελφός της Π.

Α., η οποία δικαστική απαγόρευση συνεχίσθηκε μέχρι το θάνατό της (16-12-1992), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 105/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Επομένως, τα ποσοστά της 5/40 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου αγροτεμαχίου εξαιρούνταν από τη χρησικτησία κατ' άρθρο 1055 Α. Κ. Κατά συνέπεια ο πρώτος ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα αυτών (5/40) με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή του.

Ο εναγόμενος στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 5209/2-12-1997 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, που μεταγράφηκε νόμιμα

αποδέχθηκε κατά το ποσοστό του 1/2 των 5/40 εξ αδιαιρέτου, ήτοι 5/80, της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της μητέρας του Μ. Τ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο αγροτεμάχιο, καθώς επίσης και το 1/80, ήτοι το 1/10 εξ αδιαιρέτου των 5/40 ή 10/80 της κληρονομιάς, που άφησε κατά τον θάνατό της η θεία του Ε. Α.. Κατόπιν αυτών ο εναγόμενος κατά τη διαδικασία των εργασιών του αναδασμού δήλωσε ενώπιον της επιτροπής αυτού με την από 30-3-2000 αίτηση-ένσταση ότι του επίδικου

αγροτεμαχίου είναι και αυτός συγκύριος κατά τα 6/80 (1/80 + 5/80) εξ αδιαιρέτου. Η επιτροπή έκανε δεκτή την ένστασή του και τον αναγνώρισε και τον ανέγραψε στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα ως συνδικαιούχο κατά ποσοστό 1/80 εξ αδιαιρέτου στα δύο νέα κτήματα, κατά δε τα υπόλοιπα 79/80 εξ αδιαιρέτου ενέγραψε το καθένα από τα δύο τέκνα του πρώτου ενάγοντος (δύο τελευταίους ενάγοντες), αντίστοιχα, αφού ο πρώτος ενάγων δήλωσε στην επιτροπή να μεταβιβαστεί το νέο αγροτεμάχιο σ' αυτούς και στη συνέχεια παρέδωσε την 18-12-2003 την σύννομη αυτών (νέων τεμαχίων) κατά τα παραπάνω ποσοστά στους ως άνω συνδικαιούχους, κατά δε 5/80 εξ αδιαιρέτου ενέγραψε τον εναγόμενο ως διεκδικούντα αυτά.

Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι η προβληθείσα ένσταση των εναγόντων- αναιρεσειόντων περί παραγραφής της ως άνω αξίωσης του εναγομένου, αφού από την 23-5-1973, που κατέστη τελεσίδικη η 663/1972 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας μέχρι την 30-3-2000 ημερομηνία της ως άνω ένστασης του ενώπιον της επιτροπής αναδασμού παρήλθε εικοσαετία, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων όσο και ο πρώτος απ' αυτούς δεν απέκτησαν κυριότητα επί του όλου αγροτεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία, ούτως ώστε να παραγραφεί το δικαίωμα του εναγομένου και, σε κάθε περίπτωση, τόσο η μητέρα του εναγομένου, όσο και ο ίδιος με τις ενέργειες τους (άσκηση αγωγής περί κλήρου, εκτέλεση απόφασης, που εκδόθηκε επ' αυτής και ένσταση του εναγομένου) δεν δέχθηκαν ποτέ ότι ο δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος και ο ίδιος νέμονταν κατά το παραπάνω ποσοστό το επίδικο αγροτεμάχιο για τον λογαριασμό τους.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας, (αναφορικά με την ένσταση παραγραφής), δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 249 και 251, 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση ο δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος (Π.

Α.) και ο ίδιος κατείχαν το επίδικο ακίνητο όχι για δικό τους λογαριασμό, αλλά και στο όνομα και για λογαριασμό και των συγκληρονόμων Μ. χήρας Χ. Τ. και Ε. Α. και, επομένως, δεν μπορούσαν να αντιτάξουν κατ' αυτών αποσβεστική παραγραφή του κληρονομικού τους δικαιώματος, πριν καταστήσουν σ' αυτές γνωστό, ότι νέμονται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας τους ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά τους ως κύριοι για δικό τους λογαριασμό και τέτοιο περιστατικό δεν αποδείχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε χώρα.

Είναι συνεπώς αβάσιμος ο έκτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας, διότι, με το να απορρίψει την προβληθείσα εκ μέρους τους ένσταση παραγραφής του κληρονομικού δικαιώματος του εναγομένου και ειδικότερα εκείνου που περιήλθε σ' αυτόν από κληρονομία της Ε.

Α. (1/80 εξ αδιαιρέτου), παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ...2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος...3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.

Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1254/2008), δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 1875/2008), κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 399/2006) και όταν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, εάν αυτή δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1254/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 561 ΚΠολΔ "1.Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρον 559 αρ. 19 και 20.- 2.

Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο". Αν όμως η επίκληση από τους διαδίκους των διαδικαστικών εγγράφων άλλης δίκης έγινε για να εκτιμηθούν αυτά ως αποδεικτικά έγγραφα, για τη συναγωγή τεκμηρίων, η εκτίμηση του περιεχομένου τους δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20, που όμως δεν προβλέπονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων του πρωτοδικείου που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που πηγάζει από την προαναφερθείσα 663/1972 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας), το οποίο (δεδικασμένο) καλύπτει και τον προβληθέντα από αυτούς, με την ένδικη αγωγή τους, ισχυρισμό περί υποχρέωσης συνεισφοράς της άμεσης δικαιοπαρόχου του εναγομένου Ε.

Α., παραβιάζοντας έτσι τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1895, 1896,1884,1887,1900,785, 796 ΑΚ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστικά πλήττεται η κρίση του ανωτέρω δικαστηρίου περί της ύπαρξης από την προαναφερόμενη τελεσίδικη δικαστική απόφαση δεδικασμένου, η οποία, όμως, σύμφωνα με όσα έχουν ειπωθεί, δεν υπόκειται σε αναίρεση.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς, κατ' ορθή υπαγωγή, 8 περ, α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, που αυτοί επικαλούνται με το αναιρετήριο), αποδίδουν, αντιστοίχως, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, τις αιτιάσεις, κατά τη δέουσα εκτίμησή τους:

α) ότι έλαβε υπόψη του την ύπαρξη δεδικασμένου από την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, χωρίς ο εναγόμενος- αναιρεσίβλητος να προτείνει νομίμως σχετικό ισχυρισμό και β) ότι στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διότι απέρριψε χωρίς αιτιολογία τον προβληθέντα ισχυρισμό τους, ότι η αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης στην οποία προέβη η ανωτέρω Μ.

συζύγου Τ. είναι άκυρη, αφού η τελευταία στερούνταν της χρήσης του λογικού και κατά συνέπεια δεν ήταν σε θέση να δώσει τη σχετική για την εκτέλεση εντολή. Επίσης, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή, από τον αριθ.11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ που αυτοί επικαλούνται με το αναιρετήριο), αποδίδουν στο Πολυμελές.

Πρωτοδικείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα, που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού τους, ότι η ανωτέρω Μ. Τ. στερούνταν της χρήσης του λογικού, ενώ με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου (πέμπτου) αναίρεσης προσάπτουν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί ότι η ανωτέρω Μ.

Τ. δεν αποδείχθηκε ότι στερούνταν της χρήσης του λογικού, "εσφαλμένα εκτίμησε", τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, τα οποία ειδικότερα μνημονεύουν, με συνέπεια με την ως άνω κρίση του να παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 130 και 131ΑΚ. Και οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού με αυτούς δεν αποδίδονται πλημμέλειες από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και ( υπό το πρόσχημα της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 130 και 131 ΑΚ) πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το, δίκασαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Επειδή, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης μέμφονται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι, με το να δεχθεί ότι από την προαναφερθείσα 663/1972 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, υφίσταται δεδικασμένο που καλύπτει τον ισχυρισμό τους περί υποχρέωσης συνεισφοράς Ε. Α., εσφαλμένα εκτίμησε τα αναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα της (ίδιας και άλλης) δίκης από την ορθή εκτίμηση των οποίων θα οδηγείτο σε αντίθετο συμπέρασμα. Επίσης με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ψέγουν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι, (για να καταλήξει στην κρίση ότι υπάρχει το ως άνω δεδικασμένο), δέχθηκε, ότι η αποδοχή του ισχυρισμού τους περί υποχρέωσης συνεισφοράς της άμεσης δικαιοπαρόχου του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου Ε. Α. θα οδηγούσε στην εκμηδένιση του μεγέθους της κληρονομικής της μερίδας, δηλαδή σε κατάσταση ασυμβίβαστη και αντιφατική με εκείνη που απαγγέλθηκε με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, χωρίς όμως να διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία αιτιολογία πως ήχθη στο εν λόγω συμπέρασμα. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ύπαρξη δεδικασμένου και για την παραδοχή αυτή δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο από τον αριθ. 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2009 αίτηση των Κ. Α. του Π., Π. Α. του Κ. και Β. Α. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 151/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο. Και

Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ