Legislator Case Law & Legislation
1424/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper filing venue and vague grounds.

Case Number 1424/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against two lower court decisions, ruling the filing inadmissible because it targeted both a first and second instance judgment simultaneously. The appellant argued for attorney fee interest and specific procedural errors, but the court found the appeal grounds vague and lacking factual detail. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible regarding the first instance judgment and baseless regarding the others.

Legislator headnote

AI generated

Art. 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed against multiple judgments must be submitted to each respective court, and failure to do so renders the request inadmissible for the specific judgment not addressed to its competent court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal improper filing venue vague grounds multiple judgments attorney fees procedural defect legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 340 of the Civil Code
Art. 345 of the Civil Code
Art. 346 of the Civil Code
Art. 341A of the Civil Code
Art. 655 para. a of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 57/1998
AP 32/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1424 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1424/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Ποταμίτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, σύμφωνα με τα άρθρα 69-77 του Κ.Ν. 2190/1920 και 16 του Ν. 2515/97 της Α.Ε. με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την πρώτη, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...... Συμβ. Πράξης Συγχώνευσης της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας συζ. Νικολάου Πουλαντζά το γένος Αγρέβη, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Κ2-9572/29.9.1998 απόφαση της Υπ. Ανάπτυξης, καταχωρήθηκε νομίμως στο Μ.Α.Ε. την 2.10.1998 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. - ΦΕΚ 7797/2.10.1998). Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Ελένη Ευθυμίου - Ζωγράφου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 910/2002 του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 17-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, που ρυθμίζει τον τρόπο της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης, αναφορικά με εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου που έχει εκδόσει την απόφαση αυτή. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται και κατά της 92/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κεκυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πιο πάνω δικαστηρίου που την εξέδωσε.

ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 100, 103 και 107 του Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 101 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν περισσότερες αγωγές, με τις οποίες εξομοιώνονται μεταξύ άλλων και οι ανακοπές κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκούνται με χωριστά δικόγραφα, έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αντικείμενο, δεν οφείλεται ιδιαίτερη σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου τους στο δικηγόρο που συνέταξε αυτές και τις προτάσεις για τη συζήτηση τους, αλλά οφείλεται μία μόνο αμοιβή, αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται στην ουσία για την ίδια εργασία (ΑΠ 1880/1995, 1255/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων αναιρεσείων είναι δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου, και από το έτος 1994 μέχρι το έτος 1998 είχε επαγγελματική συνεργασία με την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας καθολική διάδοχος, κατόπιν συγχωνεύσεως είναι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα είχε αναλάβει διάφορες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και αυτή με διαδίκους την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος και την εταιρία "Ακτή Ζακύνθου ΑΤΕ". Συγκεκριμένα, με επίσπευση της παραπάνω Τράπεζας, προς ικανοποίηση απαιτήσεως της ποσού 1.556.658.859 δρχ, διενεργείτο αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της εταιρίας αυτής.

Η καθής η εκτέλεση άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου ανακοπή κατά του ...... προγράμματος πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θάλειας Καλαμβρέζου και ζήτησε την ακύρωση του. Ο αναιρεσείων παρέστη στη δικάσιμο της 18-9-1995 και κατέθεσε προτάσεις. Τα ελάχιστα όρια της αμοιβής του ανέρχονται για την παράσταση σε 5600 δρχ, για τις προτάσεις σε 31.133.177 (1.556.568.859 Χ2%), και 1760 δρχ για ένσημα και χαρτόσημα προτάσεων.

Η δίκη αυτή καταργήθηκε, διότι η ανακόπτουσα με δήλωση της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ανακοπής. Ακολούθως η καθής η εκτέλεση άσκησε νέα ανακοπή, ζητώντας την ακύρωση του ..... προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας συμβολαιογράφου. Ο αναιρεσείων παρέστη στη δικάσιμο της 21-9-1995 ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, συνέταξε και κατέθεσε εμπροθέσμως προτάσεις, αλλά η υπόθεση δεν συζητήθηκε, διότι η ανακόπτουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ανακοπής.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι οι λόγοι των ανωτέρω ανακοπών είχαν το ίδιο περιεχόμενο και ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος προς αντίκρουση της ανακοπής κατά του ...... προγράμματος δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερη ή διαφορετική εργασία από εκείνη που ήδη είχε καταβάλει για τη σύνταξη προτάσεων προς αντίκρουση της ανακοπής κατά του .......

προγράμματος. Έτσι η αναζήτηση της σημαντικής αμοιβής των 31.133.177 δρχ για όμοιες προτάσεις που κατατέθηκαν για την αντίκρουση της δεύτερης ανακοπής, καθιστά την άσκηση της αξίωσης αυτής καταχρηστική. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε το με στοιχείο (4) κεφάλαιο της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή, έστω και με άλλη αιτιολογία, κατά το άρθρο 578 Κ.πολ.Δ, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από το άρθρο 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ σαφώς προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολομ.

ΑΠ 57/1998 και 32/1996). Επομένως σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη της αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς το δεύτερο κεφάλαιό της περί καταβολής αυξημένης αμοιβής για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων σε δίκη αναστολής της εκτέλεσης του άρθρου 938 ΚΠολΔ.

Ωστόσο όμως στον ως άνω λόγο δεν εκτίθενται τα γεγονότα που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων δικηγόρος προς θεμελίωση του απορριφθέντος κεφαλαίου της αγωγής του. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

IV. Για την ύπαρξη υποχρέωσης τοκοδοσίας της αμοιβής του δικηγόρου απαιτείται όχληση κατά τα άρθρα 340, 345, 346 ή συμβατικώς ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 341ΑΚ, αφού στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 655 εδ α, κατά την οποία, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος εκάστου απ' αυτά, ώστε να υπάρχει από το νόμο δήλη ημέρα της οποίας η άπρακτη προθεσμία να καθιστά τον εντολέα υπερήμερο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς το κεφάλαιο της αγωγής περί καταβολής τόκων από την επόμενη ημέρα διεξαγωγής κάθε δικαστικής του ενέργειας και επιδίκασε σ' αυτόν νομίμους τόκους υπό την επίδοση της αγωγής, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί η καταβολή της αμοιβής του σε δήλη ημέρα ή ότι υπήρξε προγενέστερη όχληση. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2005 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση των αποφάσεων 910/2002 του Εφετείου Πατρών και 92/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ