Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation valuation date, ruling procedural timeline interpretation correct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Patras regarding the final valuation date for expropriation compensation. The appellants argued the court erred in selecting the 2019 hearing date over the 2016 date as the critical timeline for valuation. The court rejected this claim, affirming that the hearing where the case was fully concluded legally determined the critical date.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The court correctly identifies the date of the final hearing as the critical time for expropriation compensation valuation when the case concludes on that occasion, rejecting arguments based on earlier scheduled hearings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1423 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1423/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. χας Γ. Ζ., το γένος Ε. Σ., 2) Σ. Ζ. του Γ., 3) Ε. Ζ. του Γ. και 4) Ο. συζ. Κ. Ρ., θυγ. Γ. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα - Μαρία Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 91/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 24-3-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 134/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 28-9-2021 με αριθμ. καταθ.42/6-10-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.134/ 5-10-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β'του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ`), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ` του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α` 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α` της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β` της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.
Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα, δε, ρύθμιση του εδ.
γ` της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ` του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ Α` 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α` 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου.
Έτσι, στην περίπτωση αυτή σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας (άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη φράση του Πρωτοκόλλου αριθ. 1) το κρίσιμο είναι η επίτευξη μιας δίκαιης ισορροπίας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων του ατόμου και της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας αφενός και του γενικού συμφέροντος αφετέρου.
Εν όψει των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του ΑΚ, ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, σε περίπτωση που έχει παρέλθει έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, είναι ο χρόνος της συζήτησης, που θεωρείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1123/2009 ΑΠ 1555/2017).
Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, μετά την συζήτηση της υποθέσεως διατάσσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατ' άρθρο 20 παρ. 7 του ν. 2882/2001. Στην περίπτωση αυτή το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας παγιοποιείται κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η διατάσσουσα πραγματογνωμοσύνη απόφαση και γι' αυτό γίνεται δεκτό ότι κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της αξίας είναι αυτός της συζήτησης πριν από την πραγματογνωμοσύνη και όχι μετά από αυτήν (ΟλΑΠ 14/2011, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1061/2013, ΑΠ 76/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη με αριθμό 134/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι με τις με αρ. καταθ. 5476/2010 και 706/2011 αιτήσεις του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, ζητήθηκε ο ορισμός προσωρινής τιμής μονάδος για το περιγραφόμενο απαλλοτριούμενο ακίνητο μετά των επικειμένων του δυνάμει της με αρ.
ΚΥΑ (Οικονομικών, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων) 1031819/1368/Δ0010/21-7-2010, για συμπληρωματική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από την χθ 109+100,00 έως την χθ 118+ 400.00 του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος- Πάτρα, σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του τμήματος αυτού, συνολικής έκτασης 79.334, 62 τμ, που βρίσκεται στην περιοχή των Δημοτικών διαμερισμάτων Ψαθόπυργου-Αραχωβίτικων, Δρεπάνου, Ακταίου, Κάτω Καστριτσίου, Αγίου Βασιλείου, Πλατανίου και Αγίου Γεωργίου Ρίου του Δήμου Ρίου Αχαΐας.
Οι ως άνω αιτήσεις συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη δικάσιμο της 18-3-2014 και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 91/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία ορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των επικειμένων του. Ακολούθως ασκήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών οι με αρ.
καταθ. 99/2015 και 17/2015 αιτήσεις του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσειόντων αντίστοιχα, με αίτημα τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος. Οι ως άνω αιτήσεις προσδιορίσθηκαν κατά την κατάθεσή τους να συζητηθούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κατά την δικάσιμο της 10-11-2016. Κατά τη δικάσιμο αυτή οι υποθέσεις αναβλήθηκαν, διαδοχικά, για τις δικασίμους 9-11-2017, 19-4-2018 και 7-3-2019.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, (7-3-2019) οι αιτήσεις συνεκδικάσθηκαν και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αμφότερες οι ορισθείσες ως άνω δικάσιμοι απέχουν πλέον του έτους από τον κρίσιμο χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού, επομένως, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι κρίσιμος χρόνος για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι αυτός της συζήτησης της αίτησης οριστικού προσδιορισμού, ήτοι της δικασίμου της 7-3-2019, κατά την οποία άρχισε και ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης και όχι ο χρόνος της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου, ήτοι της 10-11-2016.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκείνον της δικασίμου της 7-3-2019 και όχι εκείνον της αρχικώς ορισθείσας.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε "την επιλογή και κρίση του, περιοριζόμενο μόνο να αναφέρει ότι η 7-3-2019 αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο" για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος αυτό, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται η ανεπάρκεια και ειδικότερα ποιά είναι τα ελλείποντα στοιχεία, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.) δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διότι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αυτό (αναιρεσίβλητο) παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα για την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 28-9-2021 με αριθμ. καταθ.42/6-10-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.134/ 5-10-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ