Supreme Court dismisses appeal on civil liability claim where criminal acquittal does not match civil negligence finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a civil judgment awarding damages for alleged negligence. The appellant argued that her criminal acquittal for theft should preclude civil liability, claiming a violation of the presumption of innocence. The court rejected this, ruling that the criminal acquittal was for intentional theft, while the civil judgment addressed a separate claim of negligence regarding her duties as a bank employee.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6§2 of the ECHR and Article 14§3 of the ICCPR; The criminal acquittal of intentional crime does not preclude civil liability for negligence arising from distinct factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1423 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1423/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασιλακάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σκορδαλό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38315/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1344/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 100/2018).
Κατά το άρθρο 937 § 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως ^ αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (Ολ.
ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ1158/2017). Η πενταετής παραγραφή αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 953/2012, ΑΠ 1920/2013). Απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων εις αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με βέβαιη επιτυχία και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ711/2011, ΑΠ 1787/2014).
Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες αποτυχίας (Α.Π. 732/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές του μηνός Ιουλίου του έτους 2001, ο υιός του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσίβλητου) Α. Κ. ενεργώντας για λογαριασμό του πατέρα του, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της τρίτης εναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) στη .....
και ζήτησε να ενημερωθεί για το ποσό που θα εισέπραττε ο ενάγων σε περίπτωση εξαγοράς του ασφαλιστικού του συμβολαίου. Τότε έλαβε μία ασαφή απάντηση περί ενδεχόμενης ήδη μερικής εξαγοράς του. Θορυβημένος ο ενάγων από τις πληροφορίες αυτές, επισκέφθηκε, την 6.7.2001, μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και τα δύο τέκνα του (Ά.
Κ. και Ά. Κ.) τα γραφεία του υποκαταστήματος της τρίτης εναγομένης όπου ο σύζυγος της δεύτερης εναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Α. Χ., ο οποίος απασχολούνταν ευκαιριακά στο εν λόγω κατάστημα του παρέσχε αορίστως κάποιες πληροφορίες περί του ότι η διαδικασία εξαγοράς του συμβολαίου του κινήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη).
Ο ενάγων ζήτησε τότε διευκρινίσεις και αντίγραφα των σχετικών με τη διαδικασία της εξαγοράς εγγράφων πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να τα χορηγήσει. Στις 11.7.2001 ο ενάγων επέδωσε στην τρίτη εναγομένη την από 9.7.2001 εξώδικη δήλωση του με την οποία αφού της δήλωσε ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα σε οιονδήποτε να προβεί σε εξαγορά του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, την κάλεσε όπως του χορηγήσει αντίγραφα όλων των προαναφερθέντων εγγράφων.
Στις 9.8.2001 η τρίτη εναγομένη του επέδωσε την από 3.8.2001 εξώδική απάντησή της με την οποία του γνωστοποίησε ότι μέσω του γραφείου της στη .... της υποβλήθηκαν οι υπογεγραμμένες από τον ίδιο (ενάγοντα) ... αιτήσεις εξαγοράς 3.230,253 μεριδίων ομολογιών εσωτερικού και 350 μεριδίων μετοχών εσωτερικού, αξίας 5.040.451 δρχ. (η πρώτη), 1.200 μεριδίων αξίας 3.249.745 δρχ.( η δεύτερη ) και 800 μεριδίων αξίας 1.889.977 δρχ. (η τρίτη) και ότι αυτή τρίτη εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος τις αριθμ. ...
δίγραμμες επιταγές της πέμπτης εναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) τραπεζικής εταιρίας, ποσού ... δραχμών αντίστοιχα, τις οποίες ο ίδιος (ενάγων) εισέπραξε από την πληρώτρια Τράπεζα στις 22.6.2000,30.10.2000 και 5.10.2000, αντίστοιχα. Όπως, αποδείχθηκε, αυτός ο οποίος έθεσε στις ως άνω αιτήσεις εξαγοράς κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος την υπογραφή του ήταν ο πρώτος εναγόμενος (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), προκειμένου να ιδιοποιηθεί το ποσό των συγκεκριμένων τίτλων...
Πρέπει να σημειωθεί, τέλος, ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων στις 9-7-2001 έλαβε μεν κάποιες πληροφορίες από τον Α. Χ. για την κίνηση της διαδικασίας εξαγοράς από τον πρώτο εναγόμενο. Πραγματική γνώση όμως της ζημίας και των προς αποζημίωση υπόχρεων έλαβε την 9-8-2001, όταν του επιδόθηκε η από 3-8-2001 εξώδικη απάντηση της τρίτης εναγόμενης οπότε και αρχίζει η διαδρομή του χρόνου παραγραφής.
Συνεπώς, η ένδικη αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος ουδόλως έχει παραγραφεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού από τον εν λόγω χρόνο (9.8.2001) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (κατατέθηκε και επιδόθηκε την 31.7.2006), δεν παρήλθε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής... Ο ισχυρισμός των ανωτέρω εναγομένων, που προβάλλεται...
και ομοίως με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της δευτέρας των ανωτέρω Χ. Μ. (και ήδη αναιρεσείουσας), κατά τον οποίο, η εκκαλούμενη εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση περί της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ ως αξίωσης του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της εις βάρος του αδικοπραξίας και της ζημίας του και του υπευθύνου αυτής τουλάχιστον από τις 9.7.2001 και άσκησε την αγωγή του στις 31.7.2006, δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος...
καθότι ο ενάγων στις 9.7.2001 έλαβε μεν κάποιες πληροφορίες από τον Α. Χ. για την κίνηση της διαδικασίας εξαγοράς από τον πρώτο εναγόμενο, πραγματική γνώση όμως της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων έλαβε την 9.8.2001 όταν του επιδόθηκε η από 3.8.2001 εξώδικη απάντηση της τρίτης εναγομένης, οπότε και αρχίζει η διαδρομή του χρόνου παραγραφής, εφόσον...
τότε ο ενάγων είχε σαφή και θετική γνώση των προς αποζημίωση υποχρέων και των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων ηδύνατο να εγείρει την αγωγή με ελπίδες επιτυχίας, και συνεπώς όταν αυτός άσκησε την ένδικη αγωγή δεν είχε παρέλθει ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 του ΑΚ". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αποφάσισε ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καλύπτει το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα δικαίου του άρθρου 937 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ως άνω διατάξεως.
Ειδικότερα, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα δέχεται το Εφετείο, ότι το πραγματικό γεγονός της γνώσεως του υπαιτίου της αδικοπραξίας καθώς και της ζημίας σε βαθμό επαρκή, ώστε να έχει τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης της αξίωσής του, έλαβε χώρα εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου την 9.8.2001, και όχι προγενέστερα, εφόσον ασαφείς και μόνο πληροφορίες είχε για την σε βάρος του αδικοπραξία και τους υπαίτιους αυτής, και συνακόλουθα ότι δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή τουάρθρου 937 ΑΚ η αξίωση, καθόσον από την ημεροχρονολογία της γνώσεως μέχρι την επίδοση της αγωγής (31.7.2006), δεν έχει παρέλθει πενταετία.
Επομένως, τα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 κατ' ορθή εκτίμηση) κρίνονται αβάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α - δ Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.
Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 38 του ίδιου νόμου, επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, τραπεζίτης δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις, ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία.
Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατύπωσης. Ως πελάτης του πληρωτή θεωρείται εκείνος, που απέκτησε αυτή την ιδιότητα με άνοιγμα λογαριασμού του, εφόσον η τράπεζα μερίμνησε για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και της διεύθυνσης κατοικίας του, είχε δε και ευμενή σύσταση (ΑΠ 659/2011, ΑΠ 1874/2013).
Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.
Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.
Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, κ.λπ.
μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ. β του ΑΚ, και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής, τελευταία κομίστρια της επιταγής .
Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.
Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πραγμάσι, σε στοιχείο του αξιόγραφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 353/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος, γαμβρός του ενάγοντος (νυμφεύτηκε τη θυγατέρα του), είχε την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου και συνεργαζόταν με την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για λογαριασμό της οποίας είχε αναλάβει να μεσολαβεί για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων μεταξύ αυτής και των πελατών της έναντι συμφωνημένης προμήθειας.
Με τη μεσολάβησή του ο ενάγων στις 10.5.1999 κατήρτισε με την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική σύμβαση διάρκειας δέκα ετών. Συγκεκριμένα, με το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο "..." συμμετείχε στο ομώνυμο επενδυτικό πρόγραμμα της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας με εφάπαξ ασφάλιστρο 13.5000.000 δραχμών, επενδεδυμένο σε αμοιβαία κεφάλαια "..." κατά 30% και "..." κατά 70% για διάρκεια δέκα ετών και σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς όρους, που περιέχονται σ' αυτό.
Στις αρχές του μηνός Ιουλίου του έτους 2001 ο υιός του ενάγοντος Α. Κ. ενεργώντας για λογαριασμό του πατέρα του, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της τρίτης εναγομένης στη .... και ζήτησε να ενημερωθεί για το ποσό που θα εισέπραττε ο ενάγων σε περίπτωση εξαγοράς του ασφαλιστικού του συμβολαίου. Τότε έλαβε μία ασαφή απάντηση περί ενδεχόμενης ήδη μερικής εξαγοράς του...
Στη συνέχεια παρέδωσε τιε ως άνω αιτήσεις (εξαγοράς) στη δεύτερη εναγομένη, η οποία είχε την ιδιότητα της συντονίστριας ασφαλιστικών συμβούλων και υπεύθυνης λειτουργίας του υποκαταστήματος της τρίτης εναγομένης στη .... Η τελευταία πεισθείσα ότι είχαν υπογραφεί από τον ενάγοντα, τις συνυπέγραψε στην αντίστοιχη θέση κάτω από την ένδειξη "δηλώνω ότι έλαβα γνώση της αίτησης και των στοιχείων που αναφέρονται σ' αυτή, χωρίς να επαληθεύσει τα στοιχεία του αιτούντος και κυρίως ότι πράγματι υπογράφηκαν από το δικαιούχο και τις διαβίβαζε στην τρίτη εναγομένη εταιρία η οποία και τις εκτέλεσε.
Στη συνέχεια επακολούθησε η προβλεπόμενη διαδικασία για τη διεκπεραίωση εξαγοράς των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και η τρίτη εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος τις ... δίγραμμες επιταγές. Αυτές τις απέστειλε στο υποκατάστημά της στη .... προκειμένου να παραδοθούν στο δικαιούχο ενάγοντα, πλην όμως η υπεύθυνη λειτουργίας του καταστήματος δεν τις παρέδωσε στο δικαιούχο αλλά στον παραπάνω πρώτο εναγόμενο ο οποίος στη συνέχεια πλαστογράφησε τις δίγραμμες αυτές επιταγές, ήτοι έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς την προς τούτο εντολή, συναίνεση ή έγκριση του ενάγοντος, την υπογραφή του στο πίσω τμήμα των επιταγών αυτών, κατά τρόπο ώστε να φαίνεται ότι αυτός (ενάγων) έχει θέσει την υπογραφή του στη θέση των ανωτέρω επιταγών και στη συνέχεια, κατά τις ίδιες ως άνω χρονολογίες, (προφανώς εννοεί στις 22.6.2000,30.10.2000 και 5.12.2000), τις εμφάνισε στο επί της οδού ...
κατάστημα της πέμπτης εναγομένης στη ..... Εκεί οι υπάλληλοι τις δέχθηκαν να πληρωθούν παράτυπα και έτσι το συνολικό ποσό τους ύψους 10.180.173 δραχμών πιστώθηκε στον υπ' αριθμ.... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου που ο ίδιος είχε "ανοίξει" με συνδικαιούχο, μεταξύ των άλλων και τον ενάγοντα. Ακολούθως όλο το ποσό των επιταγών ανέλαβε ο πρώτος εναγόμενος και το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Με την εγκληματική του αυτή ενέργεια ο πρώτος εναγόμενος ζημίωσε την περιουσία του ενάγοντος κατά το συνολικό ποσό των 10.180.173 δραχμών και ήδη 29.975,78 ευρώ με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του ιδίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων η ζημία του ενάγοντος ήταν κυρίως αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας ενέργειας του πρώτου εναγομένου.
Ο ενάγων αγνοούσε πλήρως τις ενέργειες αυτές, όπως και τις οικονομικές και άλλες δραστηριότητες του πρώην γαμβρού του. Ο τελευταίος προκειμένου να πετύχει τον παράνομο σκοπό του, εκμεταλλευόμενος τις άριστες γνώσεις σχετικά με τα θέματα εξαγοράς και εκταμίευσης χρημάτων μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων, που λόγω της επιχειρηματικής του δραστηριότητας διέθετε, μετήλθε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας ;και μάλιστα κατ' επανάληψη και όχι περιστασιακά} και υπεξαίρεσης των ως άνω ποσών.
Ωστόσο, αποδείχτηκαν υπαίτιες παραλείψεις και από μέρους της προστηθείσας από την τρίτη εναγομένη υπευθύνου λειτουργίας του υποκαταστήματος της, δεύτερης εναγομένης, η οποία δε φρόντισε να διαπιστώσει αν ο ενάγων είχε ζητήσει την εξαγορά των μεριδίων του και στη συνέχεια δε φρόντισε να παραδώσει τις τρείς (3) επίδικες επιταγές στα χέρια του ενάγοντος, όπως έπρεπε, αφού ήταν δίγραμμες και είχαν εκδοθεί σε διαταγή του και συνεπώς αυτή υποχρεωτικά έπρεπε να τις παραδώσει σ' αυτόν, δεν ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια, αλλά τις παρέδωσε στα χέρια του πρώτου εναγομένου, ο οποίος με τις παραπάνω μεθοδεύσεις που ακολούθησε, εισέπραξε τα παραπάνω ποσά, τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Η αδικοπρακτική της συμπεριφορά έλαβε χώρα στα πλαίσια των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί από την τρίτη εναγομένη και επ' ευκαιρία αυτών. Ως εκ τούτου η τελευταία (τρίτη εναγομένη εταιρία) ως προστήσασα, ευθύνεται αντικειμενικά για την παράνομη και υπαίτια πράξη της δεύτερης εναγομένης και έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του ενάγοντος, που συνίσταται στη μείωση της περιουσίας του, αφού η αδικοπρακτική συμπεριφορά της πιο πάνω προστηθείσας, έγινε με την ευκαιρία της ανατεθείσας σε αυτήν υπηρεσίας και δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.
Περαιτέρω, αμελή συμπεριφορά επέδειξαν και οι υπάλληλοι της πέμπτης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας κατά την πληρωμή των δίγραμμων επιταγών, οι οποίοι ενήργησαν καθ' υπέρβαση των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν και παρέβησαν τις εντολές που ρητά είχαν λάβει από την εναγόμενη τράπεζα. Ειδικότερα, τόσο ο αρμόδιος υπάλληλος-ταμίας, μη διάδικος, όσο και η διευθύντρια του υποκαταστήματος (τέταρτη εναγομένη) (και ήδη αναιρεσείουσα) η οποία είχε τον γενικό έλεγχο και εποπτεία για την έγκριση και πληρωμή των επιταγών, δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν και μπορούσαν, να ελέγξουν τα στοιχεία ταυτότητας του κομιστή των επιταγών και να διακριβώσουν τη γνησιότητα της υπογραφής τους για τον κίνδυνο ενδεχόμενης πλαστογραφίας, ανακλήσεως της κλπ.
Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω ενήργησαν κατά παρέκκλιση της τήρησης της διατάξεως του άρθρου 38 ν.5960/1933 κατά τη διαδικασία πληρωμής-εξοφλήσεως των ως άνω δίγραμμων επιταγών, δηλαδή την επιτασσόμενη διαδικασία πληρωμής των επιταγών σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή καθώς και στο πρόσωπο σε διαταγή του οποίου έχουν εκδοθεί υπό την προϋπόθεση όμως της εμφανίσεως τους αυτοπροσώπως από τον πραγματικό δικαιούχο για πληρωμή".
Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχα αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ως άνω διατάξεων, καθόσον διαλαμβάνει ότι ναι μεν ήταν πελάτης της πέμπτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." ο πρώτος εναγόμενος (μη διάδικος), ο οποίος εμφάνισε τις δίγραμμες τραπεζικές επιταγές και εισέπραξε τα χρήματα, πλην όμως δεν ήταν ο νόμιμος κομιστής και άρα δικαιούχος, στον οποίο έπρεπε να πληρωθούν οι εν λόγω επιταγές.
Επομένως, αφού το Εφετείο έκανε αυτή την αναγκαία διάκριση ως προς το δικαιούχο της πληρωμής και απέδωσε πταίσμα στην τέταρτη εναγομένη, προστηθείσα υπάλληλο της πέμπτης εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, την ιδιότητα της διευθύντριας του υποκαταστήματος στη ...., ότι δεν εξακρίβωσε την ταυτότητα του νόμιμου κομιστή της επιταγής, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες αφενός μεν ως προς τα περιστατικά που δέχτηκε πληρούν το εννοιολογικό των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 38 του Ν.5960/ 1933 " περί επιταγής" και αφετέρου αιτιολόγησε πλήρως τις ουσιαστικές της παραδοχές, χωρίς να είναι αναγκαίο να παρατεθούν και άλλες.
Συνακόλουθα οι αποδιδόμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ8/2005).0 δεύτερος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, " λόγος αναίρεσης, ότι η υπ'αριθ.867/2001 εγκύκλιος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών περιέχει διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου, είναι αβάσιμος, καθόσον αφορά την εσωτερική λειτουργία της Τράπεζας, δηλαδή εντολές προϊσταμένων προς τους υφισταμένους, κατά την εκτέλεση των τραπεζικών εργασιών και δεν μπορεί να παρακάμψει ρητές νομικές διατάξεις και εν προκειμένω τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 5960/1933" περί επιταγής ", που ορίζει το δικαιούχο στον οποίο πληρώνεται η δίγραμμη τραπεζική επιταγή, και επομένως είναι αβάσιμα.
Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο κατά το τρίτο σκέλος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι για το ποινικό αδίκημα της άμεσης συνέργειας στην αξιόποινη πράξη της υφαίρεσης (υπεξαίρεσης) αντικειμένου ιδιαιτέρως" μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από το Μ. Σ. που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη της για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως στον αναιρεσίβλητο, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώα, δυνάμει της υπ' αριθ. 19671/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ότι, αν και πρόβαλε νόμιμα το γεγονός αυτό, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική της ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής της ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή της κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6§2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα Ότι κατόπιν αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6§2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παραβιάζοντας το υπέρ αυτής τεκμήριο αθωότητας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ειδικότερα, ναι μεν τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφαση ταυτίζονται ως προς το πραγματικό της υποθέσεως με αυτά που έκρινε το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως οι δύο αποφάσεις διαφοροποιούνται ως προς το υποκειμενικό στοιχείο της πράξεως εφόσον η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα της πράξεως της άμεση, συνέργεια στην υπεξαίρεση που διέπραξε σε βάρος του αναιρεσίβλητου ο πρώτος εναγόμενος, άρα για πράξη που διαπράχθηκε με δόλο, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε σε αποζημίωση του αναιρεσίβλητου γιατί δεν κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε να μπορούσε στην εκπλήρωση των καθηκόντων της ως τραπεζικής υπαλλήλου, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο αναιρεσίβλητος άρα για πράξη από αμέλεια και κατά συνέπεια με την κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας και ο σχετικός λόγος που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2017 αίτηση της Χ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 450/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ