Legislator Case Law & Legislation
1423/2017 AI generated

1423/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1423/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1423/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 5-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1423 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1423/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. και 2) Ε. Ξ. συζύγου Α. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βαβούρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Θ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δ. Κ., ο οποίος δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 8-4-2016, όπως προκύπτει από την από 12-4-2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Θεσσαλονίκης και κληρονομήθηκε από τους: 1) Μ., χήρα Α. Κ., 2) Β. Κ., 3) Φ. Κ. και 4) Ε. Κ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-7-2004 και 6-9-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και του αποβιώσαντος Α. Κ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η πρώτη (παραπεμφθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 18384/2006 απόφαση) και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η δεύτερη και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38547/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2038/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 818/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2038/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1943/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 5-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α’ , 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 12-02-2016 απόσπασμα της υπ’ αριθ. 208/4/2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσίβλητος Α.

Κ. του Θ. απεβίωσε στις 8-04-2016, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη που έχει συνταχθεί στο τέλος της, στις 24-11-2015. Κατά το θάνατό του με την από 14-3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε στις 20-5-2016 άφησε μοναδικούς κληρονόμους του τη σύζυγο του Μ.

χήρα Α. Κ. και τα τέκνα του Ε., Φ., και Β. (βλ. την από 14-3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος, το υπ’ αριθ. .../20-05-2016 πρακτικό δημοσίευσης της άνω διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το υπ’ αριθ. .../21-09-2016 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης, το υπ’ αριθ. .../21-09-2016 πιστοποιητικό της ίδιας ως άνω γραμματέως, περί μη αποποιήσεως κλπ της κληρονομιάς του θανόντος και το υπ’ αριθ. .../12-04-2016 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Θεσσαλονίκης).

Οι άνω εκ διαθήκης κληρονόμοι του θανόντος αναιρεσίβλητου, η ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δ. Κ. στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυταριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν τον θάνατο του αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομα τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 1943/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) άσκησαν την από 9-7-2004 και με αριθμό καταθέσεως .../2004 αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας των αναφερομένων σ’ αυτήν συμβολαίων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ’ αριθ. 18384/2006 απόφαση του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου εισήχθη προς εκδίκαση η αγωγή με κλήση των εναγόντων.

Εξάλλου, ο εναγόμενος στην άνω αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητος) άσκησε κατά του πρώτου ενάγοντος Α. Σ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό καταθέσεως .../2008 διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες αγωγές αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 38547/2009 οριστική απόφαση του με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη τη με αριθμό καταθέσεως .../2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και έκανε δεκτή τη συνεκδικαζόμενη διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλητου.

Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) η από 12-01-2010 έφεση και εκδόθηκε επ’ αυτής η υπ’ αριθ. 2038/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτήν κεφάλαια, απορρίφθηκε η διεκδικητική αγωγή και έγινε δεκτή η συνεκδικαζόμενη αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας των αναφερομένων σ’ αυτήν συμβολαίων.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο ενάγων-εναγόμενος Α. Κ. άσκησε την από 17-02-2012 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε επ’ αυτής η υπ’ αριθ. 818/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε ολικά η προσβληθείσα απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ακολούθως, μετά την επαναφορά της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθ. 1943/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, ερευνώντας την άνω έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 38547/2009 οριστική απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα κεφάλαια αυτής που αφορούν α) τη σωρευόμενη στο υπ’ αριθ.

καταθέσεως .../2004 δικόγραφο αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας των συμβολαίων που αναφέρονται σ’ αυτήν λόγω εικονικότητας και β) την υπ’ αριθ. καταθ. .../2008 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ακολούθως απέρριψε τη σωρευόμενη στο υπ’ αριθ. .../2004 δικόγραφο της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ακυρότητας του υπ’ αριθ. .../1995 συμβολαίου εκχώρησης και του υπ’ αριθ. .../1995 συμβολαίου πώλησης ακινήτου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Σ. και έκανε δεκτή την συνεκδικαζόμενη υπ’ αριθ. .../2008 διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε αυτόν κύριο του διεκδικουμένου ακινήτου, υποχρεώνοντας παράλληλα τον εναγόμενο (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) να αποδώσει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) το ακίνητο αυτό. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνονται οι ηττηθέντες ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναίρεσης για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η υπόθεση.

Κατά το άρθρο 138 ΑΚ "δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της". Η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ’ εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας θεωρείται αυτονόητα ότι συντρέχει.

Η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη κατά την έννοια του άρθρου 180 ΑΚ. Άκυρη λόγω εικονικότητας μπορεί να είναι και η σύμβαση εκχώρησης (άρθρα 455 επ του ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα να μη μεταβιβάζεται στον εκδοχέα οποιοδήποτε δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον εκχωρούντα οφειλέτη, ο οποίος είναι τρίτος, μη συμβαλλόμενος στη σύμβαση εκχώρησης (Α.Π. 2187/2007).

Η σύμβαση εκχωρήσεως είναι δικαιοπραξία εκποιητική, αφού άμεσο αποτέλεσμα της είναι όχι η ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρεώσεως από τον εκχωρητή, αλλά η απώλεια της απαιτήσεως γι’ αυτόν υπέρ του εκδοχέα. Επίσης η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται το κύρος της από την ύπαρξη ή ανυπαρξία ή ακυρότητα της υποκείμενης σ’ αυτήν εσωτερικής αιτίας, δηλαδή της βασικής υποσχετικής δικαιοπραξίας, η οποία απετέλεσε την αιτία και το σκοπό της συνάψεως της.

Ο κανόνας όμως αυτός σχετικά με ότι η περί εκχωρήσεως εκποιητική σύμβαση είναι ανεξάρτητη της αιτίας αυτής, δεν εφαρμόζεται εάν η αιτία της εκχωρήσεως είναι αθέμιτη, όπως και εάν από το περιεχόμενο της συμβάσεως εκχωρήσεως, προκύπτει ότι τα μέρη εξάρτησαν το κύρος και την ενέργεια της συμβάσεως εκχωρήσεως από το κύρος και την ενέργεια εκείνης, οπότε παύει πλέον ο αφηρημένος χαρακτήρας της εκχωρήσεως και επομένως, όχι μόνο τα συμβληθέντα μέρη μεταξύ τους, αλλά και ο οφειλέτης νομιμοποιείται να επικαλεσθεί κατά του εκδοχέως την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, η οποία είναι δυνατόν να μην περιέχεται στην εκποιητική περί εκχωρήσεως σύμβαση, αλλά να προηγηθεί σε άλλη υποσχετική σύμβαση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν η πώληση, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητος και για το λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενομένη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στην από λόγους γενικότερου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ.

Η ακυρότητα αυτή εκτείνεται και στο προσύμφωνο, στη σύμβαση δηλαδή εκείνη, με την οποία υπόσχεται κάποιος τη σύναψη συμβάσεως για τη μεταβίβαση ακινήτου, για την μη αναγνωριζομένη από τον νόμο ως άνω αιτία της εξασφαλίσεως της απαιτήσεως του δανειστού (ΑΠ 818/2013, ΑΠ 920/2012, ΑΠ 20/2012, ΑΠ 1340/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1943/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ’ αριθ. .../1981 προσύμφωνο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζ. Κ. η εργολάβος εταιρία "...

Ο.Ε." ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στους εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) από κοινού και κατ’ ισομοιρία ένα διαμέρισμα, εμβαδού 95 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ...), αντί τιμήματος 1.000.000 δραχμών. Το εν λόγω διαμέρισμα χρησιμοποιούσαν οι αγοραστές ως κατοικία των ιδίων και της οικογένειας τους. Το Νοέμβριο του έτους 1995 οι εκκαλούντες επιθυμούσαν να αποκαταστήσουν επαγγελματικά την κόρη τους Μ.

και να αγοράσουν στο όνομα της επιχείρηση περιπτέρου που βρίσκεται στην οδό .... Επειδή δεν διέθεταν το αναγκαίο για την αγορά χρηματικό ποσό απευθύνθηκαν στον εφεσίβλητο...τον οποίο γνώριζε ο πρώτος εκκαλών....Οι εκκαλούντες κατήρτισαν με τον εφεσίβλητο άτυπη, σύμβαση δανείου με βάση την οποία έλαβαν το ποσό των 3.500.000 δραχμών.

Το ποσό αυτό των χρημάτων με τους τόκους ανέλαβαν την υποχρέωση να επιστρέψουν καταβάλλοντος μηνιαίες δόσεις ποσού 65.000 δραχμών εκάστη, χωρίς να συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος αποπληρωμής. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ο εφεσίβλητος για την επιστροφή του εντόκου δανείου συμφώνησε με τους εκκαλούντες να του εκχωρήσουν τα δικαιώματα τους από το προαναφερόμενο υπ’ αριθμό .../1981 προσύμφωνο, με τη συμφωνία ότι, όταν εξοφληθεί το δάνειο θα επαναμεταβίβαζε τα εκχωρηθέντα δικαιώματα.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας συντάχθηκε το υπ’ αριθμό .../29-11-1995 συμβόλαιο εκχώρησης ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Σ. με βάση το οποίο οι εκκαλούντες εκχώρησαν στον εφεσίβλητο τα δικαιώματα τους που απέρρεαν απο το προσύμφωνο, αντί τιμήματος 8.000.000 δραχμών. Με ρητό όρο του συμβολαίου εκχώρησης συμφώνησαν οι συμβαλλόμενοι ότι οι εκχωρητές θα παραμείνουν ως μισθωτές στο διαμέρισμα, καθώς και ότι το οριστικό συμβόλαιο θα συνταχθεί μεταξύ των οικοπεδούχων και του εργολάβου ως πωλητών και του εκδοχέως ως αγοραστού σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο καθορίσει κατά την απόλυτο κρίση του ο εκδοχεύς -εφεσίβλητος.

Στη συνέχεια, σε εκτέλεση του προαναφερομένου υπ’ αριθμό .../1981 προσυμφώνου και του .../29-11-1995 συμβολαίου εκχώρησης δικαιωμάτων, καταρτίσθηκε το υπ’ αριθμό .../6-12-1995 συμβόλαιο πώλησης και σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης....

με βάση το οποίο ο εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του διαμερίσματος ως αυτοτελούς πλέον διαιρετής ιδιοκτησίας, μετά του αναλογούντος ποσοστού 9,50 % εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής. Την ίδια ημέρα σύνταξης του οριστικού συμβολαίου, συντάχθηκε το από 6-12-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με το οποίο ο εφεσίβλητος εκμίσθωσε το διαμέρισμα στον πρώτο εκκαλούντα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών αντί μηνιαίου μισθώματος 65.000 δραχμών για το πρώτο έτος της μίσθωσης, προσαυξανόμενο κατά 15% για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος.

Μετά από την παρέλευση δύο ετών ο εφεσίβλητος, με την ιδιότητα του εκμισθωτή, άσκησε εναντίον του πρώτου εκκαλούντος την υπ’ αριθμό κατάθεσης .../1997 αγωγή με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε την απόδοση του μισθίου λόγω καθυστέρησης των οφειλομένων μισθωμάτων συνολικού ποσού 723.905 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1/8/1996 μέχρι 31/5/1997.

Επί της αγωγής αυτής, στην οποία σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, εκδόθηκε ερήμην του εκεί εναγομένου και ήδη πρώτου εκκαλούντος η υπ’ αριθμό 28.094/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο πρώτος εκκαλών να αποδώσει το μίσθιο και να καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα.

Η απόφαση αυτή, η οποία κατέστη τελεσίδικη, δεν εκτελέσθηκε για το λόγο ότι καταβλήθηκαν τα οφειλόμενα μισθώματα, αποτελεί όμως δεδικασμένο (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ) ως προς το κριθέν προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης έγκυρης σύμβασης μίσθωσης μεταξύ του εφεσίβλητου και του πρώτου εκκαλούντα.... Το έτος 2002 ο πρώτος εκκαλών με τον αδελφό της συζύγου του Ν.

Ξ. μετέβησαν στην οικία του εφεσίβλητου προκειμένου να διευθετηθεί το εκκρεμές ζήτημα της εξόφλησης του υπολοίπου δανείου και της επαναμεταβίβασης του διαμερίσματος. Στη συνάντηση αυτή με τον εφεσίβλητο πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ο εκκαλών ότι έγινε η οριστική μεταβίβαση του διαμερίσματος στον εφεσίβλητο, ο οποίος δεν δέχθηκε την καταβολή του υπολοίπου χρηματικού ποσού για την εξόφληση του δανείου, δηλώνοντας ότι απέκτησε την κυριότητα του διαμερίσματος και απήτησε για την επαναμεταβίβαση το ποσό των 60.000.000 δραχμών.

Στη συνέχεια οι εκκαλούντες μέσω του δικηγόρου τους Γ. Π., ο οποίος διενήργησε σχετική έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, πληροφορήθηκαν ότι πράγματι καταρτίσθηκε το οριστικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο του διαμερίσματος. Μετά την κατάθεση της αγωγής, με την οποία οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν έναντι του δανείου 6.695.000 δραχμές ( 19.647,00 ευρώ) κοινοποίησαν στον εφεσίβλητο την από 18-9-2004 εξώδικη δήλωση, επικαλούμενοι την ακυρότητα ως εικονικής της σύμβασης εκχώρησης λόγω πώλησης των εκ του προσυμφώνου δικαιωμάτων τους, ότι αυτή καταρτίσθηκε με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση του για την αποπληρωμή του έντοκου δανείου, καθώς και ότι παρακατέθεσαν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του δανείου που ανήρχετο σε 3327,40 ευρώ και ζήτησαν αφενός να παραλάβει το σχετικό γραμμάτιο παρακατάθεσης και αφετέρου να αναγνωρίσει "συμβολαιογραφικά" την ακυρότητα της σύμβασης εκχώρησης και του μεταβιβαστικού συμβολαίου.

Από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό .../2004 γραμμάτιο εισπράξεως παρακαταθήκης προκύπτει ότι παρακατέθηκε υπέρ του εφεσίβλητου το προαναφερόμενο ποσό των 3327 ευρώ με την αιτιολογία "....για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση δανείου ποσού 3.500.000 δραχμών" και ποσό 760 ευρώ "....για εξόφληση τόκων των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2004...".

Ο εφεσίβλητος, με την από 13-9-2004 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στους εκκαλούντες στις 14-9-2004, αρνήθηκε ως παντελώς αναληθή τα αναγραφόμενα στην εξώδικη δήλωση και ζήτησε, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών την καταβολή των καθυστερούμενων μισθωμάτων για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο έτους 2004.

Οι εκκαλούντες με αίτηση που κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 30940/2004 απόφαση δυνάμει της οποίας τέθηκε το διαμέρισμα υπό μεσεγγύηση, καθόσον πιθανολογήθηκε ότι υφίσταται διαφορά περί την κυριότητα αυτού. Στη συνέχεια ο εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος του πρώτου εκκαλούντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθμό .../2004 αγωγή απόδοσης του μισθίου και την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων αναφορικά με το χρονικό διάστημα Μαΐου-Δεκεμβρίου 2004.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 8862/2005 απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ’ αριθμό 6701/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον εφεσίβλητο), με την οποία απορρίφθηκε για το λόγο ότι με την προγενέστερη ασκηθείσα αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 28094/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είχε καταγγελθεί η μίσθωση κατ’ άρθρο 597 ΑΚ, με αποτέλεσμα να έχει λυθεί και να οφείλεται έκτοτε αποζημίωση χρήσης.

Από τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες με την κατάρτιση του υπ’ αριθμό .../1995 συμβολαίου εκχώρησης δεν ήθελαν πραγματικά να εκχωρήσουν λόγω πώλησης τα ενοχικά δικαιώματα τους που απέρρεαν από το υπ’ αριθμό .../1981 προσύμφωνο, αλλά να εξασφαλίσουν την απαίτηση του εφεσίβλητου από το χορηγηθέν σε αυτούς έντοκο δάνειο....

Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι πραγματική αιτία και σκοπός καταρτίσεως της επίμαχης σύμβασης εκχώρησης ήταν η εξασφάλιση της απαίτησης του εφεσίβλητου εναντίον των εκκαλούντων προς απόδοση του εντόκου δανείου. Ειδικότερα υποκείμενη της επίδικης σύμβασης εκχώρησης που καταρτίσθηκε με το υπ’ αριθμό .../1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Σ. ήταν, άλλη (υποσχετική) σύμβαση εξασφαλιστική της απαίτησης του εφεσίβλητου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση των εκ του προσυμφώνου δικαιωμάτων των εκκαλούντων. Η υποκείμενη αυτή καταπιστευτική εκχώρηση η οποία συνιστά μη νόμιμη αιτία μεταβίβασης είναι άκυρη. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν από το νόμο οι προϋποθέσεις ώστε να επηρεάζεται το κύρος της επίδικης σύμβασης εκχώρησης από την ακυρότητα της υποκείμενης σ’ αυτήν εσωτερικής αιτίας.

Συγκεκριμένα ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο της επίμαχης συμβολαιογραφικής σύμβασης εκχώρησης ότι τα διάδικα μέρη και συμβληθέντες στη σύμβαση αυτή εξήρτησαν το κύρος και την ενέργεια της σύμβασης εκχώρησης από το κύρος και την ενέργεια της αιτίας εκείνης, δηλαδή της υποκείμενης υποσχετικής καταπιστευτικής εκχώρησης, ώστε να δικαιούνται κατά νόμο να επικαλεσθούν την ακυρότητα της αιτίας και την επέκταση της ακυρότητας αυτής και στην επίμαχη σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων εκ του υπ’ αριθμό .../1981 προσυμφώνου.

Κατά συνέπεια εφόσον δεν επηρεάζεται το κύρος της επίμαχης εκχώρησης από την ακυρότητα της υποκείμενης σε αυτήν εσωτερικής αιτίας, δηλαδή της βασικής υποσχετικής δικαιοπραξίας της καταπιστευτικής εκχώρησης, εγκύρως μεταβιβάστηκαν στον εφεσίβλητο-εκδοχέα από τους εκκαλούντες- εκχωρητές τα εκ του προσυμφώνου (.../1981) ενοχικά δικαιώματα αυτών.

Ακολούθως δεν πάσχει από ακυρότητα και το υπ’ αριθμό .../1995 συμβόλαιο πώλησης που καταρτίσθηκε σε εκτέλεση της εκχωρηθείσας απαίτησης για την οριστική μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στον εφεσίβλητο, ο οποίος κατέστη κύριος αυτού με την κατάρτιση του εν λόγω οριστικού συμβολαίου και τη μεταγραφή του στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εκκαλών κατείχε το επίδικο διαμέρισμα με βάση έγκυρη μισθωτική σχέση, όπως παραπάνω αναφέρεται, η οποία έληξε με καταγγελία εκ μέρους του εφεσίβλητου με την ασκηθείσα μισθωτική αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρίθμό 28094/1997 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Μετά τη λήξη της μίσθωσης ο πρώτος εκκαλών κατέχει χωρίς δικαίωμα το επίδικο διαμέρισμα και αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας του εφεσίβλητου....Με βάση τις παραπάνω παραδοχές πρέπει: α) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η σωρευόμενη στο υπ’ αριθμό .../2004 αγωγικό δικόγραφο αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας του υπ’ αρίθμό .../1995 συμβολαίου εκχώρησης και του υπ’ αριθμό .../1995 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Σ. και β) να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η συνεκδικαζόμενη διεκδικητική αγωγή απορριπτόμενης της ένστασης ακυρότητας των επίμαχων συμβολαίων". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 174, 180, 455, 1033, 1239 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ενόψει των όσων εκτίθενται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, αναφορικά με τον αναιτιώδη και εκποιητικό χαρακτήρα της συμβάσεως εκχωρήσεως, ορθά το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η ακυρότητα της υποκείμενης ή βασικής δικαιοπραξίας, δηλαδή της (υποσχετικής) σύμβασης εξασφαλιστικής της εκ δανείου απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, δεν επηρεάζει το κύρος της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβολαιογραφικής συμβάσεως εκχωρήσεως, εφόσον κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, δεν αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της επίμαχης συμβολαιογραφικής σύμβασης εκχώρησης ότι τα διάδικα μέρη και συμβληθέντες στη σύμβαση αυτή εξάρτησαν το κύρος και την ενέργεια της σύμβασης εκχώρησης από το κύρος και την ενέργεια της αιτίας εκείνης, δηλαδή της υποκείμενης υποσχετικής καταπιστευτικής εκχώρησης, ώστε να δικαιούνται κατά νόμο να επικαλεσθούν την ακυρότητα της αιτίας και την επέκταση της ακυρότητας αυτής και στην επίμαχη σύμβαση εκχώρησης των εκ του υπ’ αριθμ. .../1981 προσυμφώνου, ενοχικών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων, με εντεύθεν έννομη συνέπεια να είναι έγκυρη η μεταβίβαση των δικαιωμάτων αυτών και συνακόλουθα να μην πάσχει ακυρότητας και το υπ’ αριθμ..../1995 συμβόλαιο πώλησης που καταρτίσθηκε σε εκτέλεση της εκχωρηθείσας απαίτησης για την οριστική μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος κατέστη κύριος αυτού με την κατάρτιση και μεταγραφή του εν λόγω οριστικού συμβολαίου.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του) και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά τους οποίους ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο παραβίασε με την μη αναλογική εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 1213, 1214 και 1237 του ΑΚ, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι συνεπεία τούτου απορριπτέοι, καθόσον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διατάξεις αυτές δεν είχαν εν προκειμένω εφαρμογή.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β’ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους, τον οποίο προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν ενώπιον του με σχετικό λόγο της εφέσεως τους και συγκεκριμένα, "ότι κατά την εκχώρηση των δικαιωμάτων τους από το προσύμφωνο συμφωνήθηκε να μην συναφθεί η οριστική σύμβαση και η συμφωνία τους ήταν να μεταβιβαστεί μόνο το προσύμφωνο προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου, ώστε ο νομικός σκοπός για τον οποίο έγινε η μεταβίβαση των δικαιωμάτων τους από το προσύμφωνο, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1995 πράξης εκχώρησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Σ. να συνδέεται αχώριστα με την ουσία της εμπραγμάτου σύμβασης και η ακυρότητα της ανωτέρω πράξης να συμπαρασύρει κατά λογική αναγκαιότητα την ακυρότητα του υπ’ αριθ. 3667/6-12-1995 συμβολαίου πώλησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, αφού αποτελεί την κύρια αιτία της μεταβίβασης αυτής". Όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο επικαλούμενος ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, με την αντιμετώπιση και απόρριψη στην ουσία εκ των πραγμάτων του άνω ισχυρισμού, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο "με το να δεχθεί ότι παράγεται δεδικασμένο ως προς το κριθέν προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης έγκυρης σύμβασης μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του πρώτου αναιρεσείοντος με την καταστάσα ήδη τελεσίδικη υπ’ αριθ. 28.094/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε επί αγωγής του αναιρεσίβλητου για απόδοση του επίδικου μισθίου ακινήτου και καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων και την έκανε δεκτή, παρά το νόμο δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο ως προς το παραπάνω προδικαστικό ζήτημα, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η παραδοχή αυτή του Εφετείου δεν ασκεί στην προκειμένη περίπτωση καμία επιρροή στην έκβαση της παρούσης δίκης, εφόσον δεν αφορά σε περιστατικά που αποτελούν της κριθείσες έννομες σχέσεις ακυρότητας των επιδίκων συμβάσεων και κυριότητας.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η ρύθμιση του άρθρου 651 εδ.β’ ΚΠολΔ που εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 331 ίδιου Κώδικα, δεν εφαρμόζεται επί των λοιπών διαφορών που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως, είναι η διαφορά για την καταβολή μισθωμάτων, σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο για απόδοση της χρήσης του μισθίου στην οποία το δεδικασμένο ισχύει χωρίς τον ανωτέρω περιορισμό, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις.

Ορθά επομένως έκρινε το Εφετείο ότι απορρέει δεδικασμένο από την επικαλούμενη απόφαση στην οποία σωρευόταν, εκτός από την απόδοση του μισθίου και αγωγή καταβολής μισθωμάτων. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των καθολικών διαδόχων του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2015 αίτηση των Α. Σ. και Ε. Ξ. συζ. Α. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1943/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των καθολικών διαδόχων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ