Supreme Court dismisses appeal for failure to prove procedural violations regarding evidence and argument presentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and arguments, but the court found these claims procedurally inadmissible or unsubstantiated. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 591(1)β of the Code of Civil Procedure; An appeal for violation of substantive law requires proof that the lower court applied a rule incorrectly or failed to apply it when conditions existed, while appeals regarding unconsidered matters must demonstrate proper procedural submission at all stages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1423 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1423/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μελισσάρη, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2044/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1891/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 10/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1437/2014). Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 137/2014). (Β) Κατά το άρθ.7εδ. α' ν.2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ.648 και 652 του ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, χωρίς την συναίνεση του εργαζομένου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλ.
να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από το άρθ.281 ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλ. την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλ' ασχέτων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δε υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από τον μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στην συμφωνία των μερών.
Κατά συνέπεια, καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει, όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται απ' αυτόν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ως άνω ορίων. Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας αποτελεί και η εκ μέρους του ανάθεση στον μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης απ' αυτήν που ήδη κατείχε, χωρίς να δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς, υλικές ή ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες.
Η μεταβολή, όμως, αυτή δεν επιφέρει αυτοδίκαια την λύση της σύμβασης, ούτε υποχρέωση του εργαζομένου να την αποδεχθεί ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά, εάν η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, στην οποία δεν έχει εφαρμογή το άρθ.7 ν.2112/1920, του παρέχεται το δικαίωμα να την καταγγείλει κατ' άρθ.672 ΑΚ για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η παράβαση όρων της σύμβασης, και να ζητήσει κατ' άρθ.673 ΑΚ από τον αθετήσαντα την σύμβαση εργοδότη την καταβολή αποζημίωσης, που συνίσταται στους μισθούς του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία μέχρι την λήξη της σύμβασης.
Εκτός τούτου ο εργαζόμενος απέναντι στην μονομερή βλαπτική μεταβολή μπορεί να εμμείνει στην τήρηση των συμφωνηθέντων όρων προσφέροντας την υπηρεσία του σύμφωνα με τους πριν την μεταβολή όρους, τότε δε επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθ.656 ΑΚ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αποζημίωσης του μισθωτού είναι η αθέτηση της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και η καταγγελία αυτής από τον εργαζόμενο, ο οποίος δεν έχει το δικαίωμα αυτό, εάν αποχωρήσει από την εργασία του, θεωρώντας την συνισταμένη στην παράβαση του όρου της σύμβασής του μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη, χωρίς προηγουμένως να καταγγείλει ο ίδιος για σπουδαίο λόγο την ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 57, 59, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ, 2§2 και 22 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 349/2014, 1248/2014, 77/2013, 1046/2012), Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της τώρα αναιρεσίβλητης "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη, με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και την μονομερή βλαπτική μεταβολή όρων αυτής), με την προσβαλλομένη 1891/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, ότι με την από 6-2-2007 έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η (αρχικά 1η) εναγομένη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" προσέλαβε την ενάγουσα ως ειδική συνεργάτιδα στην Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων της τράπεζας και του Ομίλου, του οποίου είναι μέλος, προκειμένου ν' απασχοληθεί, ως έχουσα τις απαραίτητες εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, με θέματα εφαρμογής της Στρατηγικής Διαχείρισης Κινδύνων του Ομίλου, υλοποίησης του νέου εποπτικού πλαισίου της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων και ΕΠΕΥ (Β.
ΙΙ) και γενικότερα με θέματα πολιτικής διαχείρισης κινδύνων και κεφαλαίων, ορίσθηκε δε ότι κατά την παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των καθηκόντων της, που είναι εμπιστευτικά, η ενάγουσα θα ενημερώνει για τις ενέργειές της, θα συνεννοείται και θα λαμβάνει οδηγίες από τον Γενικό Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων (αρχικά 2ο εναγόμενο), στον οποίο και θα αναφέρεται, ενώ η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε τριετής από 5-2-2007 μέχρι 4-2-2010 και τόπος παροχής των υπηρεσιών της η έδρα της (1ης) εναγομένης στην Αθήνα, ότι οι συνολικές τακτικές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας ορίσθηκαν στο ποσό των 6.500€, συμφωνήθηκε δε ότι θα της καταβάλλονται και τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και το ήμισυ ενός μηνιαίου μισθού, δηλ.
συνολικά 14,5 μισθοί ετησίως, συμφωνήθηκε δε επιπλέον ότι πέραν του ανωτέρω μισθού μπορεί να χορηγηθεί στην ενάγουσα για έκτακτη παροχή, ως κίνητρο αποδοτικότητας (bonus) το καθαρό ποσό των 20.000€, εγγυημένο κατά το πρώτο έτος, κατά τα λοιπά δε έτη κατά την κρίση του Γενικού Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων, εντός του πρώτου τριμήνου του επομένου ημερολογιακού έτους, ότι σε εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων η ενάγουσα άρχισε από την 5-2-2007 να παρέχει τις υπηρεσίες της σε κλειστό γραφείο του 6ου ορόφου στην έδρα της (1ης) εναγομένης (...), ότι ειδικότερα μέχρι το τέλος Απριλίου 2007 έλαβε γενική ενημέρωση σχετικά με την λειτουργία διαχείρισης κινδύνων στην τράπεζα και στον Όμιλο, τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης, καθώς και ειδική ενημέρωση σχετικά με το εξειδικευμένο αντικείμενο και το εύρος δραστηριοτήτων της Υποδιεύθυνσης Κεφαλαιακής Ανάλυσης, ότι κατά το χρονικό διάστημα Μαΐου-Ιουλίου 2007 ανέλαβε καθήκοντα υπεύθυνης υλοποίησης του έργου "Σχεδιασμός πακέτου αναφορών προς το Διοικητικό Συμβούλιο", το οποίο εντάσσεται στο πρόγραμμα έργων υλοποίησης του νέου εποπτικού πλαισίου κεφαλαιακής επάρκειας στην τράπεζα (Β.
ΙΙ), αρμοδιότητας Κεφαλαιακής Ανάλυσης, ότι κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου 2007-Ιανουαρίου 2008 συμμετείχε ως απλό μέλος στις ομάδες εργασίας για την υλοποίηση των έργων υλοποίησης του νέου εποπτικού πλαισίου κεφαλαιακής επάρκειας στη τράπεζα και αρμοδιότητας Κεφαλαιακής Ανάλυσης έργων "Ανάπτυξη Πλαισίου για τη διαχείριση του επιτοκιακού κινδύνου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο" και "Σχεδιασμός διαδικασίας αξιολόγησης επάρκειας εσωτερικού κεφαλαίου", από τον Φεβρουάριο 2008 ανέλαβε υπεύθυνη για το έργο "Δημοσιοποίηση Στοιχείων Κινδύνων" (....
ΙΙ), ότι την 6-5-2008 ο 3ος αρχικά εναγόμενος (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη), στον οποίο με την 46/2008 πράξη Διευθυντή είχε ανατεθεί η εποπτεία της Υποδιεύθυνσης Κεφαλαιακής Ανάλυσης, με την εξουσιοδότηση να αναθέτει έργο σε όλα τα μέλη της ως άνω Υποδιεύθυνσης κατά την απόλυτη κρίση του, ενημέρωσε την ενάγουσα ότι ο Γενικός Διευθυντής ζητούσε, κατ' εφαρμογή του νέου οργανογράμματος που είχε εκπονηθεί, να αναφέρεται πλέον στην Ε. Η., προϊσταμένη του Τμήματος Υποδιεύθυνσης και να συμμετέχει αυτή σε εργασίες σχετικές με θέματα εποπτικών αναφορών που εντάσσονται στην υλοποίηση του νέου εποπτικού πλαισίου της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων και ΕΠΕΥ (Β.
ΙΙ), καθώς και σε γενικότερα θέματα εφαρμογής της πολιτικής διαχείρισης κινδύνων και κεφαλαίου και να ασχοληθεί κατά 75% με την συλλογή και καταγραφή αριθμητικών δεδομένων για τις αναφορές των ΜΧΑ (Μεγάλα Χρηματοδοτικά Ανοίγματα) και κατά 25% με το έργο ... III, ότι επίσης της ζήτησε να μετακινηθεί από τον 6ο στον 4ο όροφο, όπου στεγάζεται η Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων, σε ανοικτό γραφείο, που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε η Χ.
Χ., στο πλαίσιο αποτελεσματικότερης εξυπηρέτησης των λειτουργικών αναγκών της Διεύθυνσης, με την επισήμανση ότι θα φροντίσει να της παραχωρηθεί κλειστό γραφείο στον 4ο όροφο, εφόσον ελευθερωθεί κάποιο, έγγραφη δε εντολή για μετακίνηση της ενάγουσας στον 4ο όροφο έδωσε ο Γενικός Διευθυντής, 2ος αρχικά εναγόμενος (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) την 9-6-2008, ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε στις ανωτέρω εντολές, διότι θεωρούσε ότι η εναγομένη (α) με την ανάθεση σ' αυτήν των προαναφερομένων καθηκόντων, που η ίδια έκρινε ότι είναι υποδεέστερα εκείνων για τα οποία είχε προσληφθεί (β) με την επιβολή υποχρέωσής της να αναφέρεται πλέον όχι στον Γενικό Διευθυντή αλλά στην Ε.
Η. και (γ) με την μετακίνησή της από το κλειστό γραφείο του 6ου ορόφου σε ανοικτό γραφείο του 4ου ορόφου, προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, υποβιβάζοντάς την από ανώτερο στέλεχος σε απλή υπάλληλο, ότι ακολούθως η (1η) εναγομένη με την από 8-7-2008 εξώδικη δήλωση, αυθημερόν επιδοθείσα στην ενάγουσα, διαμαρτυρήθηκε για την άρνησή της να συμμορφωθεί στις εντολές της και της δήλωσε εκ νέου ότι χώρος εργασίας της είναι αυτός που της υποδείχθηκε στον 4ο όροφο και ότι ενδεχομένη άρνησή της θα θεωρηθεί αδικαιολόγητη αποχή από την εργασία της, ότι η ενάγουσα με την από 10-7-2008 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην (1η) εναγομένη την 11-7-2008, απέκρουσε την κατά την άποψή της μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας και δήλωσε ότι σε περίπτωση μη παραχώρησης σ' αυτήν κλειστού γραφείου στον 4ο όροφο, ίδιο με αυτό που χρησιμοποιούσε στον 6ο όροφο, θα θεωρήσει ότι η (1η) εναγομένη καταγγέλλει την σύμβαση εργασίας, ότι με την από 15-7-2008 εξώδικη απάντησή της η τελευταία κάλεσε την ενάγουσα να παραλάβει την 16-7-2008 τα προσωπικά της αντικείμενα από το γραφείο του 6ου ορόφου και να τα τοποθετήσει στο γραφείο του 4ου ορόφου με την επισήμανση ότι από 17-7-2008 δεν θα της επιτραπεί η πρόσβαση στο γραφείο 6ου ορόφου και της δήλωσε ότι τυχόν νέα άρνησή της να συμμορφωθεί στις ανωτέρω υποδείξεις αποτελεί σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της (1ης) εναγομένης καταγγελία της σύμβασης από υπαιτιότητα της ενάγουσας, ότι η τελευταία την 16-7-2008 εγκαταστάθηκε και πάλι στο γραφείο του 6ου ορόφου, ενώ την 17-7-2008 η αρχικά 4η εναγομένη (μη διάδικος στην αναιρετική αυτή δίκη), κατόπιν εντολής του αρχικά δευτέρου (και μη διαδίκου εδώ) 2ου εναγομένου, μετέφερε τα προσωπικά αντικείμενα της ενάγουσας από το γραφείο της του 6ου ορόφου στο γραφείο του 2ου εναγομένου, αφού προηγουμένως έγινε καταγραφή τους ενώπιον επιτροπής, για την οποία (καταγραφή) συνετάγη πρακτικό, ότι κατά την παραπάνω ημερομηνία η ενάγουσα αρνήθηκε να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα, κατά δε το χρονικό διάστημα από 17/7-23/72008 χρησιμοποιούσε με δική της επιλογή γραφεία άλλων υπαλλήλων, που απουσίαζαν λόγω αδείας, ενώ από την 24-7-2008 αποχώρησε από την εργασία της, ότι με την από 23-7-2008 εξώδικη δήλωσή της η ενάγουσα δήλωσε στην (1η) εναγομένη ότι είναι προφανές ότι αυτή (εναγομένη) κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, τελικά δε η (1η) εναγομένη με την από 13-8-2008 εξώδικη δήλωσή της, αυθημερόν επιδοθείσα στην ενάγουσα, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, επικαλουμένη ως σπουδαίο λόγο την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, την αδικαιολόγητη άρνησή της να συμμορφωθεί στις εντολές των προϊσταμένων της και την αυθαίρετη απουσία της από τα καθήκοντά της από 24-7-2008, ότι από τα γενόμενα ως άνω δεκτά δεν προέκυψε μονομερής εκ μέρους της (1ης) εναγομένης βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, ειδικότερα δε (1) τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στην ενάγουσα από 6-5-2008 εντάσσονται στα καθήκοντα που ανέλαβε με την από 6-2-2007 σύμβαση εργασίας, δεν είναι υποδεέστερα αυτών, δεν συνιστούν υποβιβασμό της ούτε συνδέονται με μείωση των υψηλών αποδοχών της που προσιδιάζουν σε ανώτερο στέλεχος και όχι σε απλή υπάλληλο (2) με την ένδικη σύμβαση εργασίας δεν ορίσθηκε ότι η ενάγουσα θα παρείχε την εργασία της σε κλειστό γραφείο του 6ου ορόφου, ώστε να θεωρηθεί ότι με την μετακίνησή της στον 4ο όροφο παραβιάζεται συμβατικός όρος, ούτε εξάλλου η μετακίνηση αυτή οδηγεί σε υποβιβασμό της, αφού έγινε στο πλαίσιο αποτελεσματικότερης εξυπηρέτησης των λειτουργικών αναγκών της Διεύθυνσης Διαχείρισης Κινδύνων, που στεγάζεται στον 4ο όροφο (3) η Χ.
Χ., το γραφείο της οποίας στον 4ο όροφο κλήθηκε να χρησιμοποιήσει η ενάγουσα, δεν είναι απλή υπάλληλος, αλλά ειδική συνεργάτις, προσληφθείσα με την από 18-11-2004 σύμβαση, με όρους ανάλογους με αυτούς της σύμβασης της ενάγουσας, πλην του όρου περί αποδοχών (4) η επιβολή στην ενάγουσα της υποχρέωσης να αναφέρεται από την 6-5-2008 στην Ε.
Η. και όχι στον Γενικό Διευθυντή επίσης δεν συνιστά υποβιβασμό της, ούτε βλαπτική γι' αυτήν παραβίαση συμβατικού όρου, ο δε ορισμός στην σύμβαση ότι η ενάγουσα θα ενημερώνει για τις ενέργειές της τον Γενικό Διευθυντή, στον οποίο και θα αναφέρεται, συνδέεται με την φύση των καθηκόντων της που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικά και δεν καθιερώνει προνόμιο αυτής, ότι κατά τα ανωτέρω, προκειμένης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον δεν κατήγγειλε η ενάγουσα την σύμβαση δεν δικαιούται αποζημίωση, ούτε μισθούς υπερημερίας, με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε συναφείς λόγους της έφεσης της ενάγουσας, με τους οποίους πληττόταν η πρωτόδικη απόφαση, καθόσον μέρος της απορρίφθηκε με αυτήν η επικουρική βάση της αγωγής για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω καταγγελίας εκ μέρους της ένδικης σύμβασης συνεπεία μονομερούς από την (1η) εναγομένη βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης.
Στην συνέχεια το Εφετείο, δεχθέν περαιτέρω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά το αίτημα της ενάγουσας για την επιδίκαση της συμφωνηθείσας έκτακτης παροχής του έτους 2007 ανερχομένης στο ποσό των 20.000€, το οποίο η (1η) εναγομένη δεν της κατέβαλε, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση μόνον ως προς την 1η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς αυτήν και την υποχρέωσε να καταβάλει το παραπάνω ποσό στην ενάγουσα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε συναφώς στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης 1ος από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, 2ος από τους αριθ.1 και 19 του ίδιου άρθρου και 5ος επίσης από τον αριθ.19 αυτού.
ΙΙ. Κατά τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.
σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθ.339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.
σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτήν περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 757/2015, 1113/2013, 394/2012).
Κατά συνέπεια, οι από την διάταξη αυτήν λόγοι αναίρεσης (α) 3ος, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 10-7-2008 και 23-7-2008 εξωδίκων δηλώσεων της αναιρεσείουσας και (β) 4ος, κατά τα σχετικά σκέλη του, σύμφωνα με τα οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 6-5-2008 email Π., καθώς και των συμβάσεων εργασίας της αναιρεσείουσας και της συναδέλφου της Χ.
Χ., πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, αφού ανέγνωσε ορθά τα έγγραφα αυτά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και χωρίς να τα εξαίρει, απλά κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, ειδικά δε σε σχέση με την σύμβαση εργασίας της ως άνω υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης λόγω μη προσκομιδής της φερομένης ως παραμορφωθείσης σύμβασης εργασίας της.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 757/2015) και κατά συνέπεια δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 757/2015).
Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στον δεύτερο βαθμό, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ' άρθ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, προϋπόθεση δηλ.
για την δημιουργία του λόγου αυτού είναι η παραδεκτή προβολή του μη ληφθέντος υπόψη ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 757/2015). Κατά συνέπεια, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο νόμιμος τρόπος προβολής του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο Εφετείο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 1731/2008).
Συναφώς, από τις διατάξεις των άρθ.591§1β, 666§1, 115§3 και 256§1δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.664 επ. ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), κατά την οποία εκδικάσθηκε και η κρινομένη υπόθεση και κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείο, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ενστάσεις, αντενστάσεις κλπ) για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.
δε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση ισχυρισμών που σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 757/2015). Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο από την διάταξη αυτή και κατά τα συναφή σκέλη του 4ος λόγος αναίρεσης, κατά τα οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εκεί αναφερόμενα και ενώπιον αυτού προταθέντα από την αναιρεσείουσα "πράγματα" είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον ουδόλως εκτίθεται σ' αυτόν ότι τα μη ληφθέντα υπόψη "πράγματα" είχαν προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχαν επαναφερθεί με κάποιον νόμιμο τρόπο στο Εφετείο ή υπάγονταν σε κάποια περίπτωση επιτρεπτής βραδείας προβολής για πρώτη φορά ενώπιον αυτού.
Ο αυτός λόγος κατά τα λοιπά σκέλη του περί λήψης υπόψη μη προταθέντων "πραγμάτων" πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα φερόμενα ως παρά το νόμο ληφθέντα υπόψη "πράγματα" αποτελούν απλώς αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, κατά δε τα σκέλη του περί μη λήψης υπόψη προταθέντων "πραγμάτων" και δη μη αξιολόγησης του από 1-7-2008 email Π.
κλπ. πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης (άρθ.561§1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2015 αίτηση της Ν. Ι. Κ. για αναίρεση της 1891/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ