Legislator Case Law & Legislation
1423/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on trademark infringement, ruling lower court correctly applied substantive law regarding famous marks.

Case Number 1423/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Imperial Tobacco Group PLC and John Player & Sons Limited against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in applying substantive trademark law regarding the protection of famous marks and the assessment of distinctiveness. The court found the lower court's reasoning sound, noting the appellants failed to prove their marks constituted 'famous marks' under Greek law and that the lower court correctly distinguished between the marks' distinctiveness and their international recognition.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; The appeal is admissible only if substantive law was violated; the lower court's application of rules on famous marks was correct as the appellants failed to establish the requisite legal basis for such protection.

Keywords

AI generated
trademark infringement famous marks substantive law violation appeal admissibility distinctiveness assessment KPolD article 559 intellectual property

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 4 para. 1 lit. c Law 2239/1994
Art. 26 para. 1 lit. 2 Law 2239/1994

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1423 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1423/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. της βρετανικής εταιρίας με την επωνυμία "IMPERIAL TOBACCO GROUP PLC", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της Ιρλανδικής εταιρίας με την επωνυμία "JOHN PLAYER & SONS LIMITED", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. της Γερμανικής εταιρίας με την επωνυμία "IMPERIAL TOBACCO (EFKA) GMBH & C KG", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μεταξάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία " … ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Π. Κ. του Λ., ο οποίος στο ακροατήριο παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αλεξανδρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6646/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5206/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν και οι τρεις λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2006). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.

Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες της απόφασης υπάρχει όταν δεν προκύπτει σαφώς από την ίδια την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε τελικά αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1131/2007).

Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι η αντίφαση αυτή να υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας αποφάσεως.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α`, β` και γ`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ.

του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστου, σύγχυση υπό την έννοια θεωρήσεως, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζομένη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος.

Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί υπάρξεως ή μη απομιμήσεώς του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού.

Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντυπώσεως έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα, ώστε στους καταναλωτές να υφίσταται ο κίνδυνος συνειρμικής συσχετίσεως.

Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιερώσεως μιας ενδείξεως στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποιήσεως ή απομιμήσεως πρέπει να είναι αυστηρότερες. Η συνδρομή ή όχι του κινδύνου σύγχυσης που έχει παραποιηθεί ή του οποίου έχει γίνει απομίμηση, υπόκειται ως αόριστη νομική έννοια στον αναιρετικό έλεγχο, για την εξειδίκευσή της δε κρίσιμα μπορεί να είναι και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

δ) Ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα "σήματα φήμης", σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ.1γ του ανωτέρω νόμου. Στα σήματα αυτά ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία πέραν της δια τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς τον σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος, και αφετέρου του κινδύνου υπονομεύσεως της ιδιαιτέρας των σημάτων αυτών διακριτικής δυνάμεως.

Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζομένη υπό του νομοθέτου, δύναται να καθοριστεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως α) ο αυξημένος βαθμός καθιερώσεως του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ενδείξεως να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτιμήσεως του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (βλ.

και ΔΕΚ Υπόθ. G. 375/97). Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απηγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενεστέρου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος συγχύσεως.

Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 1 παρ. 2 του υπ` αριθμ. 40/1994 Κανονισμού (ΕΚ) της 20-12-1993 για το "κοινοτικό σήμα", ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, τούτο (κοινοτικό σήμα) έχει ενιαίο χαρακτήρα.

Παράγει τα αυτά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Κοινότητα: δεν δύναται να καταχωρηθεί, να μεταβιβασθεί, να γίνει αντικείμενο παραίτησης... παρά μόνο για ολόκληρη την Κοινότητα, κατά δε το άρθρο 6 του ιδίου Κανονισμού, το κοινοτικό, σήμα αποκτάται με την καταχώριση, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω Κανονισμού, το κοινοτικό σήμα παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα.

O δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε, κάθε τρίτο, να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεση του: α) κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί και β) κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού.

Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου Κανονισμού, που έχει τον τίτλο "Συμπληρωματική εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε θέματα παραποίησης / απομίμησης", "τα αποτελέσματα του κοινοτικού σήματος καθορίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Κατά τα λοιπά, οι προσβολές κοινοτικού σήματος διέπονται από το εθνικό δίκαιο για τις προσβολές εθνικού σήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Χ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη.

Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενόμενης ζημίας". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου "όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως.

Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τίνος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό του ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΑΠ Ολ 2/2008) και 2) ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 2026/2007, ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 1780/1999).

Ειδικότερα, διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομά του), είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός) (ΑΠ 606/2005). Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, κατά την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό.

Χρήση, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση, είναι η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Έτσι, η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, τον δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων, συμβόλων ή και αριθμών, που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων, συσκευασιών, διαφημίσεων.

Σημασία έχει η γενική εντύπωση, που δημιουργείται, ενώ ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές (ΑΠ 1409/1980). Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει, όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, μπορεί να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσον αφορά στην προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε στην ταυτότητα της επιχείρησης, είτε στην ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων.

Τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι, να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη επιχείρηση. Προϋπόθεση για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων είναι να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους.

Ο βαθμός της διακριτικής δύναμης προσδιορίζει και την έκταση προστασίας. Η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων (ΑΠ 241/1991). Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη χρήσεως του διακριτικού γνωρίσματος, από το οποίο μπορεί να προκληθεί η σύγχυση που προαναφέρθηκε ή και σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 711/1988) ως και σε άρση της προσβολής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην κατάσχεση και καταστροφή.

Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ. 18 του ίδιου νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνο, αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε), ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 241/1991).

Σε περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού δεν αποκλείεται και επί πλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 932 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ήτοι όταν ο προσβάλλων ενεργεί με υπαιτιότητα.

Περαιτέρω, η ως άνω γενική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν 146/1914 εφαρμόζεται, συμπληρωματικά - επικουρικά και επί εμπορικού ή βιομηχανικού σήματος, εφόσον η προστασία, που παρέχουν οι ειδικές περί σημάτων διατάξεις του Ν 2239/1994 δεν επαρκεί. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν 146/1914 προκύπτει ότι, για να παρασχεθεί στο δικαιούχο σήματος η προβλεπόμενη από το νόμο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό προστασία, απαιτείται, αφενός μεν πράξη, που να έγινε με σκοπό ανταγωνισμού, και αφετέρου με τη χρήση του ξένου σήματος, να υπάρχει δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης στον κοινό καταναλωτή, σχετικά με την προέλευση ομοίων προϊόντων, χωρίς την οποία (σύγχυση) δεν νοείται, όπως αναφέρθηκε, αθέμιτος ανταγωνισμός (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 310/1990).

Εάν, όμως, το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησης του από άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 του Ν 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Η πρώτη ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "IMPΕRIAL TOBACCO GROUP PLC" εδρεύει στη …και δραστηριοποιείται από το έτος 1966 στην παραγωγή και εμπορία ειδών καπνού, θεωρείται δε ως μία από τις πλέον γνωστές διεθνώς καπνοβιομηχανίες.

Μεταξύ των προϊόντων που αυτή παράγει είναι και τα τσιγάρα DAVIDOFF, JOHN PLAYER SPECIAL, WEST, τα καπνά τσιγάρου DRUM και τα χαρτιά περιτύλιξης καπνού (τσιγαρόχαρτα) RIZLA, το οποίο είναι γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες με μια συγκεκριμένη γραμματοσειρά και προέρχεται από τη γαλλική οικογένεια L. C. (R. L. C.), με την αναγραφή των Ρ.-λ και αντί του επωνύμου C., την τοποθέτηση του σημείου του σταυρού (την έννοια του οποίου έχει η παραπάνω λέξη), ο οποίος αποτελεί χαρακτηριστικό σήμα προϊόντων RIZLA.

Το σήμα αυτό έχει καταχωρηθεί από το έτος 1866 στη …, αρχική δικαιούχος του οποίου ήταν η αλλοδαπή εταιρεία RIZLA, που εξαγοράσθηκε στη συνέχεια από την εταιρεία IMPΕRIAL TOBACCO GROUP PLC. Στον οικονομικό όμιλο της τελευταίας ανήκει η ιρλανδική εταιρεία με την επωνυμία "JOHN PLAYER & SONS LIMITED" και η γερμανική εταιρεία με την επωνυμία "IMPERIAL TOBBACCO EFKA CKG".

Μάλιστα η πρώτη ενάγουσα "IMPΕRIAL TOBACCO GROUP PLC" κατέχει σχεδόν το σύνολο των μετοχών της δεύτερης και τρίτης ενάγουσας αντίστοιχα. Η δεύτερη ενάγουσα είναι δικαιούχος των ακόλουθων κοινοτικών σημάτων, με ισχύ και στην Ελλάδα, που διακρίνουν, μεταξύ άλλων, προϊόντα καπνού, καπνό, χαρτιά για τσιγάρα, μηχανήματα και περιτύλιγμα τσιγάρων, είδη για καπνιστές, στην κλάση 34:

α) Απεικόνιση σταυρού υπ' αριθ. .../17-12-1998, β) RIZLA και απεικόνιση σταυρού υπ' αριθ. .../19-6-1996, γ) RIZLA και απεικόνιση σταυρού υπ' αριθ. .../7-10-2002, δ) Απεικόνιση σταυρού υπ' αριθ. .../18-10-2002. Η τρίτη ενάγουσα είναι δικαιούχος των ακόλουθων κοινοτικών σημάτων, με ισχύ και στην Ελλάδα, που προστατεύονται νόμιμα, για να διακρίνουν, ανάμεσα στ' άλλα προϊόντα καπνού, καπνό, χαρτιά για τσιγάρα, μηχανήματα για περιτύλιγμα τσιγάρων, είδη για καπνιστές στην κλάση 34:

α) υπ' αριθ. .../9-5-1996 με απεικόνιση τοπίου ερήμου με φοίνικες και πυραμίδες και μαζί με τη λέξη EFKA, β) όμοια απεικόνιση με την ως άνω μαζί με τις λέξεις El Rey υπ' αριθ. .../31-7-1996. Τα σήματα RIZLA είναι γραμμένα με ιδιαίτερο τρόπο γραφής δηλαδή με γραμματοσειρά επικλινών προς τ' αριστερά χαρακτήρων και γραφική αποτύπωση σκιάς από τα γράμματα αυτά που τους προσδίδει τρισδιάστατη όψη.

Με τον ίδιο τρόπο επίσης (τρισδιάστατος με σκιάσεις) απεικονίζεται και ο σταυρός. Το χαρτί περιτυλίγματος καπνού RIZLA κατέχει την πρώτη θέση με αριθμό 1, με ετήσιες πωλήσεις που υπερβαίνουν τα 36 δισεκατομμύρια φύλλα και θεωρείται ως κορυφαίο προϊόν, ενδεικτικό της ποιότητας και της πολυτέλειας. Το σήμα εξελίχθηκε μέσα σε 150 χρόνια έτσι ώστε σήμερα είναι συνώνυμο με την κατηγορία (RYO=ROLL YOUR OWN στα ελληνικά στρίψτο μόνος σου).

Στην Ελλάδα ο αριθμός πώλησης χαρτιών περιτυλίγματος σε φυλλόπτυχα (booklets, είδος συσκευασίας) RIZLA από το έτος που η πρώτη ενάγουσα εξαγόρασε την εταρεία RIZLA είναι σε εκατομμύρια φύλλα 1) για το οικονομικό έτος 1997 114.000.000 φύλλα, 2) για το οικονομικό έτος 1998 146.000.000 φύλλα, 3) για το οικονομικό έτος 1999 237.000.000 φύλλα, 4) για το οικονομικό έτος 2000 288.000.000 φύλλα,5) για το οικονομικό έτος 2001 271.000.000 φύλλα, 6) για το οικονομικό έτος 2002 441.000.000 φύλλα, 7) για το οικονομικό έτος 2003 331.000.000 φύλλα.

Έτσι προβάλλεται σε διάφορα περιοδικά, όπως το ένθετο περιοδικό της Ελευθεροτυπίας της 4ης Ιουλίου 2004, στη σελίδα 133, όπου προβάλλεται το προϊόν RIZLA σε διάφορα χρώματα (πράσινο, μπλε, πορτοκαλί, κόκκινο, άσπρο) με την ένδειξη νούμερο 1 στον κόσμο. Η βασική σειρά είναι RIZLA κόκκινο, μπλε και κίτρινο. Το RIZLA κόκκινο είναι διεθνώς το πιο διαδεδομένο, το RIZLA μπλε είναι προϊόν κλειδί στη Γαλλία, Ιταλία και Μπενελούξ (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο), ενώ το πράσινο RIZLA με κομμένες γωνίες στη Μεγάλη Βρετανία, Ιρλανδία και σε σημεία λιανικής πώλησης σε ταξιδιωτικούς σταθμούς.

Υπάρχει ακόμη το πορτοκαλί RIZLA που πωλείται στην Ολανδία στο Μπενελούξ και στην Ελλάδα, τελευταίο δε είναι το ασημένιο που προβάλλεται σε όλες τις αγορές της Ευρώπης με μεγάλη επιτυχία. Ως εκ τούτου στη συνείδηση του μέσου καταναλωτή των προϊόντων καπνού, στα προϊόντα στα οποία έχει τεθεί το σήμα RIZLA, ταυτίζονται με την επιχείρηση των εναγουσών.

Η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " …", η οποία εδρεύει στην …, στην οδό …, συστήθηκε με το από 31-12-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας, που υπογράφηκε ανάμεσα στους Λ. Κ. και Π. Κ., καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αύξοντα αριθμό .../19-2-1999, κινείται στον ίδιο τομέα με τις ενάγουσες και δραστηριοποιείται στον τομέα εισαγωγής-εξαγωγής ειδών καπνιστού και δώρων και των συναφών αυτών ειδών.

Στις 3-8-1999, η εναγομένη κατέθεσε την υπ' αριθ. ... δήλωσή της, ημεδαπού σήματος ενώπιον της διεύθυνσης σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, προς καταχώρηση του σήματος ROLLING INERNATIONAL, για τη διάκριση προϊόντων της κλάσης 34, ήτοι καπνού, κατεργασμένου ή ακατέργαστου, ειδών καπνιστών και πυρεία. Η δήλωση αυτή έγινε δεκτή με την 2492/2000 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθ. 4/1-8-2000 Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΔΕΒΙ), η δε προστασία του σήματος αυτού λήγει στις 3-8-2009, από την καταχώρηση του συγκεκριμένου σήματος, η χρήση της λεκτικής ένδειξης ROLLING INERNATIONAL διευρύνθηκε, αποτέλεσε και το διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και των εμπορευμάτων της, καθώς και το διακριτικό τίτλο της εταιρείας, στις συναλλαγές της στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.

Σχετικά με τα δύο αυτά σήματα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει ομοιότητα ανάμεσα στη λεκτική ένδειξη ROLLING και στη λεκτική ένδειξη RIZLA, καθόσον πρόκειται για διαφορετικές μεταξύ τους λέξεις, που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ταυτισθούν οπτικά ούτε ηχητικά από το μέσο άπειρο καταναλωτή ακόμα και αν ο τρόπος γραφής είναι ο ίδιος και τούτο διότι η λέξη ROLLING αποτελείται από περισσότερα γράμματα από τη λέξη RIZLA, η διαφοροποίηση έγκειται και στο ότι η πρώτη καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση και διαστάσεις κάτι που είναι ευκρινές στο μέσο καταναλωτή.

Εξάλλου, η χρησιμοποιούμενη λέξη ROLLING από τις ενάγουσες μόνο με το σταυρό δεν κρίνεται από μόνη της δηλωτική του προϊόντος αλλά περιγραφική της διαδικασίας περιτυλίγματος του τσιγάρου "στριφτά" σε αντίθεση με τα τσιγάρα φίλτρου, επί πλέον δε η ένδειξη αυτή δεν τυγχάνει προστασίας, εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί στο Τμήμα Ημεδαπών Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης από τις ενάγουσες κατά τις διατάξεις του Ν. 2239/1994.

Εξάλλου, κατά τη διάρκεια του έτους 2003 η εναγομένη προέβη (το ορθό χρησιμοποίησε) στη θέση των προϊόντων (της) την εξής απεικόνιση που διαφέρει από το προαναφερθέν σήμα, που έχει ως εξής: Στο αριστερό άκρο της ετικέτας, σε κυκλικό σχήμα απεικονίζεται μέσα σε κόκκινο πλαίσιο στο οποίο αναγράφονται οι λέξεις "TASTE THE TOBACCO NOT THE PARER-NO CHLORINE & GEVCERINE GUA" μία καμήλα ευρισκόμενη ακριβώς στο κέντρο της απεικόνισης σε έρημο και στο βάθος υπάρχουν δύο πυραμίδες και φοίνικες διαφορετικού μεγέθους.

Το χρώμα που κυριαρχεί είναι το καφέ σε διάφορες αποχρώσεις (σκούρο, πιο ανοιχτό), στο επάνω μέρος της ετικέτας από το κέντρο και δεξιά της ως άνω απεικόνισης, αναγράφεται η λέξη ROLLING, σε ευμεγέθη γράμματα με γκρι χρώμα και σε μπλε απόχρωση, έτσι ώστε να παρουσιάζεται μια διάσταση βάθους, στο άκρο δεξιό μέρος αυτής της ετικέτας, υπάρχει η ένδειξη ενός σταυρού σε μικρότερο μέγεθος συγκριτικά με την ένδειξη ROLLING και κάτω από αυτήν, μέσα σε πλαίσιο υπάρχουν κεφαλαία γράμματα μικρότερου, συγκριτικά, μεγέθους, ως εξής: "THE ONLY 100% NATURAL ECO CIGARETTE PAPER FOR A PURE LIGHT SMOKING DRASTICALLY ANOIDING CHLORINE TAR AND NICOTINE".

Πρόκειται για διασχηματισμό, αποτελούμενο από λέξεις, σημεία και απεικονίσεις, που διαφέρει από το κατοχυρωμένο σήμα της εναγομένης "ROLLING INERNATIONAL", ως προς τον τεθέντα σταυρό δεξιά της λέξης ROLLING, ως προς το ότι έχει αφαιρεθεί η απεικόνιση της φλόγας που έχει τεθεί πάνω στο λατινικό Ι γράμμα της λέξης INERNATIONAL, ως προς το ότι έχει προστεθεί σκίαση στη λέξη ROLLING, καθώς και απεικόνιση καμήλας με φοίνικες και πυραμίδα στο τοπίο της ερήμου.

Όσον αφορά την απεικόνιση της καμήλας στο τοπίο της ερήμου με τους φοίνικες, κυριαρχικό στοιχείο κρίνεται η παράσταση της καμήλας, η οποία διαφέρει από τα σήματα της τρίτης ενάγουσας (EFKA και EL REY). Συγκεκριμένα, στην παράσταση του σήματος EFKA μέσα σε πλαίσιο σχήματος ωοειδούς απεικονίζονται δύο φοίνικες δεξιά και αριστερά μεγάλου μεγέθους, χρώματος πρασίνου διαφορετικού χρωματισμού από αυτούς του σήματος της εναγομένης που είναι μικρότερο στο βάθος του τοπίου και στα αριστερά της καμήλας και στο κέντρο, ανάμεσα στους δύο φοίνικες εμφαίνονται δύο καμήλες χρώματος πορτοκαλί με άσπρα σαμάρια και σε διαφορετική κατεύθυνση ραμμένη η κάθε μία, με δύο άντρες αραβικής προέλευσης από τους οποίους ο ένας κρατάει τη μία καμήλα που είναι στραμμένη προς τα αριστερά της απεικόνισης, πίσω δε από αυτές και στο βάθος του τοπίου αποτυπώνονται δύο πυραμίδες, διαφορετικού μεγέθους, στα δεξιά της μίας από τις οποίες υπάρχει ένα ζώο καθισμένο στην έρημο.

Στην παράσταση του σήματος EL REY, αυτή καταλαμβάνει το αριστερό μισό τμήμα της ετικέτας, ενώ στο δεξιό μισό, σε τετράγωνο πλαίσιο απεικονίζονται δύο καμήλες που κινούνται ομόροπα, από τις οποίες η πρώτη βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της παράστασης, σε μεγαλύτερο μέγεθος συγκριτικά με την άλλη, που βρίσκεται στο βάθος πίσω από τον καφέ κορμό του φοίνικα, που εμφαίνεται στο άκρο δεξιό μέρος της παράστασης, απεικονίζονται δε ακόμη άλλοι δύο φοίνικες, μικρότερου μεγέθους, του ίδιου χρωματισμού στο βάθος της παράστασης.

Εκεί υπάρχει μια οροσειρά χρώματος καφέ ανοιχτού με έντονο το μπλε χρώμα του ουρανού, καθώς και δύο άντρες αραβικής προέλευσης, από τους οποίους ο ένας επιβαίνει στη μεγαλύτερη σε μέγεθος καμήλα, ενώ ο δεύτερος φαίνεται τα κρατά την καμήλα. Στις απεικονίσεις αυτές κυριαρχούν το μπλε χρώμα σε διάφορες αποχρώσεις, το καφέ σε ανοιχτόχρωμη απόχρωση και το πράσινο χρώμα των φοινίκων.

Οι θεματικές τους παραστάσεις είναι διαφορετικές από την παράσταση που χρησιμοποιεί η εναγομένη στην οποία κυριαρχεί μία μόνο καμήλα, δεν έχουν ομοιότητες και δεν αποτελούν παραποίηση ή απομίμηση των προαναφερόμενων σημάτων της τρίτης των εναγουσών. Η συνολική εντύπωση του διασχηματισμού που χρησιμοποιεί η εναγομένη διαφέρει ουσιωδώς από τα σήματα της δεύτερης και τρίτης ενάγουσας, όπου επικρατεί το πράσινο και το γαλάζιο χρώμα, ενώ στο διασχηματισμό αυτό, το χρώμα του κίτρινου, της ώχρας και του καφέ, η διαφοροποίηση δε καθίσταται πιο έντονη και από τις άλλες διαφορές των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, όπως το σύνολο της διάταξης των παραστάσεων και του λεκτικού σήματος, χρησιμοποιούμενος δε από την εναγομένη δεν υπάρχει πιθανότητα να προκληθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για προϊόντα προερχόμενα από την ίδια επιχείρηση, η ύπαρξη δε του σταυρού σε τόσο σύνθετα σήματα δεν είναι ικανή να προκαλέσει σύγχυση στο μέσο μη εξειδικευμένο καταναλωτή, ώστε να δύναται να ταυτίσει την επιχείρηση της εναγομένης με αυτή των εναγουσών, ούτε υπό την έννοια της δημιουργίας εσφαλμένης εντύπωσης, ότι ανάμεσα στην επιχείρηση της πρώτης και αυτής των εναγουσών υπάρχει οικονομικός ή άλλος οργανικός δεσμός σχετικά με τις προαναφερόμενες υπηρεσίες τους.

Και τούτο διότι η ύπαρξη σταυρού στα προαναφερθέντα σήματα υστερεί σχετικά με τα άλλα επιμέρους στοιχεία, λεκτικό, απεικόνιση, χρωματισμός, μέγεθος και κρίνεται ως δευτερεύον κυρίως όσον αφορά τη λεκτική ένδειξη ROLLING και της θέσης που κατέχει στο σύνολο της παράστασης του σήματος, στο πάνω αριστερό άκρο.

Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από τα κατατεθέντα από το μάρτυρα των εναγουσών Νικόλαο Τεκνόπουλο σχετικά με τον όρο ROLLING, ότι δε θεωρεί πως υπάρχει καμία ουσιαστικά δέσμευση, ότι ο όρος αυτός παγκοσμίως στην καπνοβιομηχανία περιγράφει ουσιαστικά μία διαδικασία... και σημαίνει στρίψε το δικό σου στριφτό μόνος σου (σελίδα 11 των πρακτικών) και στη σελίδα 15 των πρακτικών "να σας πω, όσον αφορά το rollihg international όπως και τη χρήση του rollihg, η εταιρεία δεν έχει καμία αξίωση πάνω σε αυτό".

Ενισχύονται δε (τα ανωτέρω) από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία και δη την υπ' αριθ. πρωτ. .../27-10-2004 δήλωση των εναγουσών στη Υπηρεσία Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, με την οποία παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπ' αριθ. 270/5-12-2003 αίτησης διαγραφής κατά του υπ' αριθ. .../3-8-1999 σήματος "ROLLING INERNATIONAL" της εναγομένης καθώς και από τον πίνακα-κατάλογο των προϊόντων του Ομίλου IMPERIAL TOBACCO HELLAS της δεύτερης ενάγουσας που περιέχει τα προϊόντα που εισάγει, παράγει ή εμπορεύεται μία επιχείρηση σαν αυτήν και τα οποία επιλέγει ο καταναλωτής, στην κατηγορία χαρτάκια, εκτός από την ένδειξη "DRUM", όλα τα υπόλοιπα έχουν την ένδειξη RIZLA + σταυρός σε διάφορους χρωματισμούς και κανένα την ένδειξη ROLLING...>>.

Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι <<όπως προκύπτει από το κείμενο του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα δεν επικαλείται σ' αυτήν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία υπάγονται στην αόριστη νομική έννοια του σήματος που έχει αποκτήσει φήμη στην Ελλάδα και τα οποία σε περίπτωση άρνησης της αντιδίκου της, οφείλει να αποδείξει.

Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 224, 526 και 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, να ερευνήσει αν τα επίδικα σήματα αποτελούν σήματα φήμης και απολαμβάνουν αυξημένης προστασίας, αφού, έτσι, θα λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που δεν περιέχονται στην αγωγή για τη θεμελίωσή της>>.

Ακολούθως δε, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκετο από τις αναιρεσείουσες, εκτός των άλλων, να απαγορευθεί η χρήση από την αναιρεσίβλητη του ανωτέρω διακριτικού γνωρίσματος από τα προϊόντα της επιχείρησής της, που συνιστά απομίμηση των σημάτων και των διακριτικών γνωρισμάτων υπό τα οποία κυκλοφορούν τα προϊόντα τους, με συνέπεια την πρόκληση κινδύνου σύγχυσης στο μέσον καταναλωτή και κατ' επέκταση πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος τους, ώστε εξαιτίας της παράνομης και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης να θίγεται η διακριτική λειτουργία των σημάτων τους και η επαγγελματική υπόληψη και φήμη τους, αφού αυτή επωφελείται από την πελατεία τους και κατ' αυτόν τον τρόπο ζημιώνονται υλικά, χάνοντας πελάτες και κέρδη, και ηθικά, αφού προσβλήθηκε η φήμη τους.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α` και β`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994, 1 παρ. 2 του υπ` αριθμ. 40/1994 Κανονισμού (ΕΚ) της 20-12-1993 για το "κοινοτικό σήμα" και 1 και 13 παρ. 1 και 4 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής.

Ειδικότερα, δεν θεμελίωναν προσβολή των σημάτων των εναγουσών, ούτε κατά τις διατάξεις των ημεδαπών και κοινοτικών σημάτων, ούτε εκείνες του αθέμιτου ανταγωνισμού, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι το χρησιμοποιούμενο από την αναιρεσίβλητη στα προϊόντα της επιχείρησής της διακριτικό γνώρισμα, δεν συνιστά παραποίηση ή απομίμηση των σημάτων τους, δεδομένου ότι αυτό διαφέρει τελείως κατά το λεκτικό μέρος των τελευταίων από απόψεως οπτικής και ηχητικής, ενώ αναφορικά με το εικαστικό μέρος τους, υπάρχουν σημαντικές διαφορές, ως προς τη θέση και το μέγεθος των παραστάσεων και συμβόλων, ως προς τον αριθμό των αντικειμένων κάθε παράστασης και τον χρωματισμό της και ως προς το πλαίσιο που περικλείει την όλη παράσταση, σε τρόπον ώστε ούτε η συνολική απεικόνιση του άνω διακριτικού γνωρίσματος να συνιστά απομίμηση των σύνθετων αυτών σημάτων των εναγουσών ή ομοιότητα προς αυτά ικανή να προκαλέσει κίνδυνο σύγχυσης στον κοινό άπειρο καταναλωτή όσον αφορά την προέλευση των ανωτέρω προϊόντων.

Και ότι, η ύπαρξη του σταυρού σε τόσο σύνθετα σήματα δεν είναι ικανή να προκαλέσει σύγχυση στο μέσο μη εξειδικευμένο καταναλωτή, ώστε να δύναται να ταυτίσει την επιχείρηση της εναγομένης με αυτή των εναγουσών, ούτε υπό την έννοια της δημιουργίας εσφαλμένης εντύπωσης, ότι ανάμεσα στην επιχείρηση της πρώτης και αυτής των εναγουσών υπάρχει οικονομικός ή άλλος οργανικός δεσμός σχετικά με τις προαναφερόμενες υπηρεσίες τους, αφού η απεικόνιση σταυρού στα προαναφερθέντα σήματα υστερεί σχετικά με τα άλλα επιμέρους στοιχεία, λεκτικό, απεικόνιση, χρωματισμός, μέγεθος και κρίνεται ως δευτερεύον, κυρίως όσον αφορά τη λεκτική ένδειξη ROLLING και της θέσης που κατέχει ο σταυρός στο σύνολο της παράστασης του σήματος, στο πάνω αριστερό άκρο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ.

γ' και 26 παρ.1 εδ. 2 του Ν. 2239/1994, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αφού στις παραδοχές του δεν περιέλαβε περιστατικά, που κατά διδάγματα της κοινής πείρας, τα σήματα των εναγουσών συγκροτούσαν την νομική έννοια του "σήματος φήμης", υπό την προεκτεθείσα έννοια, ούτε ερεύνησε αν τα επίδικα σήματα αποτελούν "σήματα φήμης" και απολαμβάνουν της προεκτεθείσης διευρυμένης νομικής προστασίας, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή δεν είχε τέτοια βάση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της, σύμφωνα με το οποίο, οι ενάγουσες επικαλούνται ότι είναι δικαιούχοι των προαναφερόμενων σημάτων, με ισχύ και στην Ελλάδα, που χρησιμοποιούνται στα προϊόντα τους και έχουν ιδιαίτερη διακριτική δύναμη, χωρίς καμιά αναφορά ότι αυτά αποτελούν "σήματα φήμης", αλλά και χωρίς να εκθέτουν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης, συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σήματος που έχει αποκτήσει φήμη στην Ελλάδα.

Η περιγραφή δε που γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την διακριτική δύναμη και τη διεθνή αναγνώριση του σήματος RIZLA της πρώτης ενάγουσας, συνιστά αιτιολογία που στηρίζει τη βάση της αγωγής ως προς την προσβολή του σήματος αυτού και όχι προς χαρακτηρισμό του τελευταίου ως "σήματος φήμης", ώστε να μην υφίσταται αντίφαση των αιτιολογιών της, αφού αυτές στηρίζουν διαφορετική διάταξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης, από αυτή που θα το στήριζε, αν υπήρχε σχετική βάση της αγωγής με έρεισμα την προσβολή του, ως σήματος που έχει αποκτήσει φήμη στην Ελλάδα.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-02-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5206/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ