Legislator Case Law & Legislation
1423/2012 AI generated

1423/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1423/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1423/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1423 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1423 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μόνικα Φρώϋντε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2932/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4316/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ: "Αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 3198B/23-1-2012 έκθεση επιδόσεως τoυ δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 26-3-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο της 14-5-2012, οπότε δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4316/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ' αποδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του τελευταίου περί καταβολής οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής για την εκτέλεση και παράδοση των συμφωνηθέντων έργων διενέργειας διαφημιστικών εργασιών και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.250 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη τον προταθέντα το πρώτον με την έφεση ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) "συνδεόταν φιλικά με τον υιό του ενάγοντα, ο οποίος μεσολάβησε τον Νοέμβριο του 1999 ώστε να αναλάβει ο ενάγων την εκτέλεση των διαφημιστικών εργασιών".

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου προερχόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατ' επίκληση της ίδιας ανωτέρω πλημμέλειας, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι δεν είχε καμία επαγγελματική σχέση ή συνεργασία με αυτόν, ότι τον γνώριζε ελάχιστα και ότι ο υιός του Α.

Π., ουδέποτε είχε ισχυριστεί ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος, μεσάζων ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα κατ' εντολή και για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν αποτελούν πράγματα αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε με την παραδοχή γεγονότων αντιθέτων προς τις αιτιάσεις αυτές, δεχόμενο, ότι " ...

ο Α. Π. γνώρισε στον αναιρεσείοντα τον πατέρα του αναιρεσιβλήτου και μεσολάβησε ώστε να αναλάβει ο τελευταίος εργασίες στο πλαίσιο του επαγγέλματός του ... γι' αυτό ο αναιρεσείων συμβλήθηκε έναντι εργολαβικής αμοιβής με τον αναιρεσίβλητο, έμπειρο επιχειρηματία, στον οποίο ανέθεσε τα επιμέρους έργα ...".

Από τη διάταξη του άρθρου 223 εδαφ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατρoπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, χωρίς να είναι αναγκαία για τον περιορισμό αυτό και σχετική δήλωση στο ακροατήριο.

Επομένως, ορθά το Εφετείο, δέχθηκε τον, με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και ο αντίθετος τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθμ. 14 είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 33/2005).

Η επίκληση όμως περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του ασκουμένου δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεώς του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζομένης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 649/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πρόβαλε παραδεκτώς πρωτοδίκως, και επανέφερε στο Εφετείο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου δικαιώματος του τελευταίου, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέσθηκε ότι: 1) με τον αναιρεσίβλητο δεν είχε ποτέ καμία επαγγελματική ή οποιαδήποτε άλλη σχέση, ούτε κατάρτισε οιαδήποτε συμφωνία για την μελέτη και σχεδίαση διαφημιστικού υλικού, ούτε ο τελευταίος του παρέδωσε οιαδήποτε εργασία ή μελέτη ή σχεδίαση διαφημιστικού υλικού και 2) τον αναιρεσίβλητο γνωρίζει απλώς ως πατέρα του Α.

Π., με τον οποίο διατηρούσε μακρόχρονη φιλική σχέση και με τον οποίο είχε κάποιες συνεργασίες στα πλαίσια της κοινής τους ενασχόλησης με το άθλημα της τροχοσανίδας, λόγω δε της άτυπης αυτής φιλικής συνεργασίας και της ανυπαρξίας αποδεικτικών μέσων, ο τελευταίος χρησιμοποιεί καταχρηστικά τον αναιρεσίβλητο πατέρα του, προκειμένου να καταθέσει ο ίδιος (Α.

Π.) ως μάρτυρας, έτσι ώστε η αγωγή ασκείται καταχρηστικά όχι από τον πραγματικό τυχόν φορέα του δικαιώματος αλλά από τρίτον. Όμως, τα ανωτέρω επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, συνιστούν τα μεν υπό στοιχείο α' αιτιολογημένη άρνηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ότι γεννήθηκε η εναντίον του αναιρεσείοντος αξίωσή του για καταβολή της αμοιβής, τα δε υπό στοιχείο β', αφορούν συμπεριφορά τρίτου προσώπου και όχι του αναιρεσείοντος.

Επομένως, το Εφετείο με το να παραλείψει να απαντήσει στους ως άνω αρνητικούς του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε την μη εφαρμοστέα εν προκειμένω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ τέταρτος και όγδοος λόγοι της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμοι.

Για το ορισμένο, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της εκ του άρθρου 681 ΑΚ αγωγής του εργολάβου προς καταβολή της αμοιβής του για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο εργοδότη, οφείλει αυτός να επικαλεστεί τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει να παραδώσει το έργο στον εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, σαφώς περιγράφεται σ' αυτό το έργο που ανέλαβε, εκτέλεσε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα ο αναιρεσίβλητος στα πλαίσια των καταρτισθεισών μεταξύ τους συμφωνιών, δηλαδή της ανάληψης μελετών, σχεδίασης και επιμέλειας διαφημιστικού υλικού (καταχωρήσεων σε περιοδικά διαφημίσεων της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, κατάρτισης αφισών, αφισέτας, επαγγελματικών καρτών, αυτοκόλλητων, φωτεινής επιγραφής, εκπτωτικής κάρτας, λογότυπου σήματος) ως και η συμφωνηθείσα αμοιβή για κάθε διαφημιστικό προϊόν.

Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό πληρεί τους όρους των άρθρων 681, 694 του Α.Κ. και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την άσκηση της αγωγής κατά του εναγομένου, δεν ήταν δε αναγκαίος για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής, ο ειδικότερος προσδιορισμός του τύπου των συμφωνιών, δηλαδή αν οι συμφωνίες αυτές καταρτίσθηκαν εγγράφως ή προφορικώς, ούτε τα εκδοθέντα παραστατικά, ούτε, τέλος, τα ειδικότερα χαρακτηριστικά κάθε επιμέρους έργου. Επομένως ο σχετικός περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, δεν ήταν ουσιώδης και το Εφετείο που παρέλειψε να απαντήσει ειδικώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, η χρήση των οποίων, όπως προκύπτει από το άρθρο 395 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται, όταν δεν αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες. Τα τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστή από οπουδήποτε, επομένως και από έγγραφα ανεπίσημα ή ανυπόγραφα ή ανεπικύρωτα.

Συνεπώς, όταν είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες και συναφώς και με δικαστικά τεκμήρια, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ως αποδεικτικά μέσα, εφόσον επετράπει η εμμάρτυρη απόδειξη, ανυπόγραφα, ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφα των αφισών, αφισέτας, αυτοκόλλητων, περιοδικών, φωτεινής επιγραφής εκπτωτικής κάρτας και σήματος λογοτύπου, προκειμένου να κρίνει ότι εκτελέσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο τα επιμέρους συμφωνηθέντα έργα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και εντεύθεν ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων συμβλήθηκε με τον αναιρεσίβλητο για την εκτέλεση των αναφερομένων στην απόφαση διαφημιστικών εργασιών έναντι εργολαβικής αμοιβής, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς όχι χωρίς απόδειξη, γι' αυτό ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη, το γεγονός, ότι ο υιός του αναιρεσιβλήτου Α. Π. δεν είχε τη δυνατότητα ως φοιτητής της γραφιστικής να αναλάβει την εκτέλεση των διαφημιστικών εργασιών, είναι απαράδεκτος διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ.

Για να είναι ορισμένοι και άρα παραδεκτοί οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε αλλά και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, να αφορά ουσιώδες ζήτημα, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό ή καταλυτικό της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους ένατο και δέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι α) εφόσον δέχθηκε ότι "ο υιός του αναιρεσιβλήτου μεσολαβούσε στις αναφερόμενες εργασίες", δεν υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 212 ΑΚ και β) δεχόμενο ότι "ο υιός του αναιρεσιβλήτου ήταν φοιτητής και σπούδαζε την τέχνη του γραφίστα και ως εκ της ιδιότητάς του αυτής δεν είχε τη δυνατότητα να αναλάβει τις διαφημιστικές εργασίες τις οποίες ήθελε ο αναιρεσείων, ο οποίος ως εκ τούτου συμβλήθηκε με τον αναιρεσίβλητο", διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν εκθέτει περιστατικά που αποκλείουν την εκτέλεση των εργασιών από έναν φοιτητή της γραφιστικής. Η επίκληση των αποσπασματικών αυτών περικοπών της προσβαλλόμενης, δεν θεμελιώνει τις επικαλούμενες πλημμέλειες, προεχόντως, διότι οι ως άνω αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε περίπτωση δε, διότι δεν εκθέτει ο αναιρεσείων σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου, η δε επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογίας δεν αφορά ουσιώδες ζήτημα. Επομένως οι σχετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2009 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4316/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ