1423/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Στο σημείο αυτό ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη - Ε. χα Δ. Δ. - απεβίωσε στις 2-9-2005 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Δ. και Μ. Δ., ήδη 2η και 3η αναιρεσίβλητες.
Legislator headnote
AI generated1423/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις έχουσες, κατ' άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ, εφαρμογή, για τον χρόνο πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και δη των νόμων 8 παρ.1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ.(50.14), 2§20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) , 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,18,48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1423 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1423/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Παππά Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χας Δ. Δ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Δ. Δ. του Δ., συζ. Ι. Χ., κατοίκου ... και 3. Μ. Δ. του Δ., συζ. Κ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκη.
Στο σημείο αυτό ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη - Ε. χα Δ. Δ. - απεβίωσε στις 2-9-2005 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Δ. και Μ. Δ., ήδη 2η και 3η αναιρεσίβλητες.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-2-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 7-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτώς ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου της προβλεπόμενης από το άρθρο 12 του Ν. 2298/1995 υπ' αριθ. 486/2008 θετικής γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου (Β') Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το παραδεκτό κα βάσιμο των λόγων αυτής Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 του ΑΚ και 62, 73, 313 παρ.1δ' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που, κατ' άρθρο 573 παρ.1, εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του, είχε λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση (Ολ. ΑΠ 27/1987, ΑΠ 818/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τις αναιρεσίβλητες έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Δ., απεβίωσε στις 2.9.2005, δηλαδή πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (18.3.2005) και πριν από την άσκηση της κατ' αυτής έφεσης (17.3.2006), κληρονομήθηκε δε εξ αδιαθέτου από τις μόνες εγγύτερες συγγενείς της, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, θυγατέρες της. Ο θάνατός της δηλώθηκε με τις από 7.5.2007 προτάσεις των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, το αναιρεσείον, το οποίο νομίμως εκπροσωπήθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, έλαβε γνώση του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης και, επομένως, έπρεπε να απευθύνει την αίτηση αναιρέσεώς του μόνο κατά των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και υπό την ιδιότητά των ως καθολικών διαδόχων της πρώτης αναιρεσίβλητης. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), 14 παρ.8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2), του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου οι οποίες εφαρμόζονται για τις κληρονομιές όσων έχουν πεθάνει πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 92 Εισ.ΝΑΚ), οι εξωτικοί κληρονόμοι, δηλαδή όλοι εκτός από τους οικείους (sui), που είναι τα υπό την πατρική εξουσία του κληρονομουμένου τέκνα του (ν.2 Εισ. 2.19, 6.2 Εισ.31, ν. 3 Κωδ. 6.30), για να αποκτήσουν την κληρονομία και, συνεπώς, για να γίνουν κύριοι των ακινήτων των οποίων ήταν κύριος ο κληρονομούμενος, έπρεπε για την επαγωγή της κληρονομίας σ' αυτούς να υπεισέλθουν σ' αυτή (κληρονομία) δηλαδή να την αποδεχθούν ρητώς ή σιωπηρώς δι' αναμίξεως, με οποιεσδήποτε πράξεις που καταδηλώνουν τη βέβαιη πρόθεσή τους να είναι κληρονόμου.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, όπως το δικόγραφό της παραδεκτά (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες επικαλέσθηκαν, προς θεμελίωση της αγωγής τους, τα αναγκαία, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, στοιχεία για την επαγωγή του κρίσιμου κληρονομιαίου ακινήτου στην απώτερη δικαιοπάροχό τους Μ.
Δ.. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή, ότι η τελευταία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος των αποβιωσάντων κατά τα έτη 1897 και 1942 γονέων της, Δ. Λ. και Κ. χήρας Δ. Λ., ενέμετο το εν λόγω ακίνητο συνεχώς και με καλή πίστη από τα έτη 1897 και 1942 και μέχρι την ημέρα του θανάτου της, επισυμβάνως στις 2.12.1975, "διενεργούσα απάσας τας προσιδιαζούσας προς την φύσιν του ακινήτου διακατοχικάς πράξεις, ήτοι καλλιεργούσα αυτό ως αγρόν δια διαφόρων σπόρων και συλλέγουσα τους καρπούς αυτών".
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή οι υλικές πράξεις, τις οποίες διενήργησε στο επίδικο η πιο πάνω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Μ. Δ. και οι οποίες φανερώνουν την πρόθεσή της για ανάμιξη στις παραπάνω κληρονομίες και απόκτησή της σ' αυτές, η δε επίκληση αυτών (υλικών πράξεων) αρκεί, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου.
Επομένως, το Εφετείο που, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό αυτό (1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και όχι και από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, όπως από παραδρομής αναγράφεται, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ειδική αγωγή πάσχει από αοριστία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις έχουσες, κατ' άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ, εφαρμογή, για τον χρόνο πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και δη των νόμων 8 παρ.1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ.(50.14), 2§20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) , 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,18,48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.
της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, των σε εκτέλεσή του εκδοθέντων διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/6-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι επί των δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη, εφόσον αυτός είχε το ακίνητο στη νομή του, δηλαδή υπό τη φυσική του εξουσία και με διάνοια κυρίου, καλοπίστως, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλε κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, επί μία τριακονταετία, η οποία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, μπορούσε δε να συνυπολογίσει (προσμετρήσει) στη δική του νομή το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του, υπό την προϋπόθεση ότι είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του τελευταίου.
Έτσι, για τον συνυπολογισμό αυτόν απαιτείτο, επί μεν ειδικής διαδοχής, έγκριση εν ζωή μεταβιβαστική δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τον ν. τη' της 26-10/6-11-1856 "περί μεταγραφής κλπ" και το άρθρο 45 του ν.4755/1931 "περί Κωδικός περί τελών χαρτοσήμου", επί δε καθολικής διαδοχής, είτε ιδιότητα του κληρονόμου ως οικείου, δηλαδή ως ανήλικου και τελούντος υπό την άμεση εξουσία του κληρονομούμενου πατέρα του, είτε, προκειμένου για τη σύζυγο ή (και) για τον ενήλικο κατιόντα του κληρονομούμενου, υπεισέλευση στην κληρονομία με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του κληρονόμου και ανάμιξη του στην κληρονομία με πρόθεση κληρονόμου και με τη διενέργεια συγκεκριμένων υλικών πράξεων, δηλωτικών της εν λόγω προθέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' εκτίμηση, τα εξής: Το επίδικο οικόπεδο, εμβαδού 2.540,20 μ2, ευρισκόμενο στη Σκάλα - Κάτω Πέλλη Αταλάντης εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αταλάντης, περιήλθε στην κυριότητα των αναιρεσίβλητων κατά ποσοστά 2/8 στην πρώτη (ήδη αποβιώσασα) και 3/8 σε κάθε μια από τις λοιπές, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος κατά το έτος 1987 χωρίς διαθήκη συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, Δ.
Δ., του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκαν με νομίμως μεταγραφείσα σχετική συμβολαιογραφική δήλωση τους. Έκτοτε (1987) και μέχρι την άσκηση της αγωγής τους, οι αναιρεσίβλητες το επιτηρούσαν και απαγόρευαν κάθε επέμβαση τρίτων , κατά το δε χρονικό διάστημα 1987-1992 είχαν αναρτήσει σ' αυτό και πινακίδα πωλήσεως του.
Το εν λόγω οικόπεδο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης εδαφικής εκτάσεως εμβαδού, 7317,40 μ2, η οποία είχε περιέλθει κατά το 1/3 αδιαιρέτως στην κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου τους, λόγω κληρονομικής διαδοχής της θανούσας κατά το έτος 1975 χωρίς διαθήκη μητέρας του, Μ. χήρας Γ. Δ., την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκε με νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική δήλωση.
Το ποσοστό αυτό (1/3) είχε περιέλθει στην τελευταία, λόγω κληρονομικής διαδοχής των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη κατά τα έτη 1987 και 1942 πατέρα και μητέρας της (Δ. Λ. και Κ. Λ.), αντιστοίχως, στις κληρονομιές των οποίων υπεισήλθε με ανάμιξη, καλλιεργώντας τη μείζονα έκταση, κατά το άνω ποσοστό, με δημητριακά και καταμετρώντας και προστατεύοντας αυτή (έκταση) από κάθε προσβολή και επέμβαση τρίτου, τις πράξεις δε αυτές ενεργούσε με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν προσέβαλε κατ' ουσίαν δικαίωμα τρίτου, μέχρι τον κατά το έτος 1975 επισυμβάντα θάνατό της, ενώ τα υπόλοιπα 2/3 αδιαιρέτως αυτής της εδαφικής εκτάσεως είχαν περιέλθει, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο, στους αδελφούς της, Γ.
Λ. και Ε. σύζυγο Ε. Ρ.. Κατά το έτος 1986, ο Δ. Δ. και οι συγκληρονόμοι του, (κληρονόμοι των Γ. Λ. και Ε. Ρ.) προέβησαν με νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, σε διανομή της κληρονομιαίας εδαφικής εκτάσεως, με αποτέλεσμα να περιέλθει στον Δ. Δ. το εκ 2.540,20 μ2 επίδικο ακίνητο, το οποίο ο ίδιος περιέφραξε με σιδηροπασσάλους και πλέγμα, ενώ επιπλέον τοποθέτησε σ' αυτό σιδερένια πόρτα που ασφάλιζε, καθώς και βρύση και υδραυλική εγκατάσταση με την οποία πότιζε το περιβόλι που δημιούργησε.
Η ειρημένη μείζων εδαφική έκταση των 7.317,40 μ2 είχε περιέλθει στους Δ. Λ. και Γ. Λ. (αδελφούς), κατά το 1/2 αδιαιρέτως στον καθένα (λόγω αγοράς από τους Μ. Α., Ε. Μ. και Γ. Α., δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../4-10-1873 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αταλάντης Σπ. Πετρίδη). Κατά το έτος 1875, οι εν λόγω αδελφοί προέβησαν, με το νομίμως μεταγεγραμμένο .../1-8-1875 συμβόλαιο του συμ/φου Αταλάντης Αθανασίου Ντέβα, σε διανομή της περιουσίας τους και έτσι περιήλθε στον Δ.
Λ., διαιρετώς πλέον, η εδαφική έκταση των 7.317,40μ2, την οποία οι προαναφερόμενοι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ενέμοντο καλοπίστως από την περιέλευση της σ' αυτούς, ασκώντας της προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι την καλλιεργούσαν με διάφορες σπορές και ιδίως βρώμη, συνέλεγαν τους καρπούς, όταν ο ελώδης χαρακτήρας του εδάφους το επέτρεπε, την καθάριζαν και την επιτηρούσαν από προσβολές τρίτων.
Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι το επίδικο οικόπεδο περιήλθε κατά (συγ-) κυριότητα στις αναιρεσίβλητες παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, στον χρόνο της οποίας συνυπολογίζεται εκείνος των δικαιοπαρόχων τους, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έχει γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για την αναγνώριση της κυριότητας τους στο επίδικο.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εκτεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, των από 21-1/3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και των άρθρων 1033, 1045, 1192 αρ.1, 1193, 1198, 1710, 1712, 1724, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ, αφού τα γενόμενα δεκτά από το ίδιο (Εφετείο) ως άνω πραγματικά γεγονότα ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του δέχθηκε την περιέλευση της κυριότητας του επίδικου α) αρχικώς (σε μείζονα έκταση) με έκτακτη χρησικτησία στους κληρονόμους του Δ. Λ., Κ. Λ. (σύζυγο του), Μ. Δ., Γ. Λ. και Ε. Ρ. (τέκνα του), στο πρόσωπο των οποίων η τριακονταετής καλόπιστη νομή, με την προσμέτρηση και της νομής των αδελφών Δ.
Λ. και Γ. Λ., άρχισε κατά το έτος 1873 (με τη αγορά της μείζονος εκτάσεως, βάσει του .../4-10-1873 πωλητήριου συμβολαίου) ή κατά το έτος 1875 (με τη διανομή της ίδιας εκτάσεως, βάσει του .../1-8-1875 διανεμητηρίου συμβολαίου) και συμπληρώθηκε αντιστοίχως κατά τα έτη 1903 ή 1905, β) εν συνεχεία στον Δ. Δ. με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και διανομή) αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, στο χρόνο της οποίας συνυπολογίζεται ο χρόνος της νομής της δικαιοπαρόχου του Μ.
χήρας Δ. Δ. και γ) τελικώς στις αναιρεσίβλητες με παραγωγό τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και με τακτική (δυνάμει της κληρονομικής διαδοχής), και έκτακτη χρησικτησία, στην οποία συνυπολογίζεται ο χρόνος της νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Ως εκ τούτου, η παραδοχή του Εφετείου, περί καλόπιστης νομής του επιδίκου εκ μέρους του Δ.
Λ. από το έτος 1870 έως το έτος 1905 (δηλαδή και μετά τον κατά το έτος 1897 επισυμβάντα θάνατό του), οφειλόμενη άλλωστε σε προφανή παραδρομή, ουδόλως αναιρεί τις προεκτεθείσες πραγματικές του διαπιστώσεις, που είχαν ως έννομη συνέπεια την περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου στους κληρονόμους του (Δ. Λ.) και απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, με έκτακτη χρησικτησία (τριακονταετή καλόπιστη νομή), συμπληρωθείσα πριν από τις 12-9-1915.
Την έννομη αυτή συνέπεια δεν αποκλείει ο τυχόν χαρακτήρας του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος (περιελθόντος στο Δημόσιο με βάση την προαναφερθείσα Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα σχετικά πρωτόκολλα του Λονδίνου), αφού η κυριότητα του Δημοσίου είχε σε κάθε περίπτωση απολεσθεί πριν από τις 12-9-1915. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ στηριζόμενος δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των μνημονευομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.
Ο τρίτος επίσης λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προσάπτετai στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του θεσπιζόμενου με την άνω Συνθήκη και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου στο επίδικο, έκρινε ως μη αποδειχθείσα την περιέλευση αυτού, δικαιώματι πολέμου, στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τούρκικου Δημοσίου, είναι αλυσιτελής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο έκρινε επιπλέον ότι η κυριότητα του επίδικου είχε περιέλθει στους απώτερους δικαιοπάροχους των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα πριν από τις 12-9-1915, η επάλληλη δε αυτή κρίση στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως του.
Ο ίδιος λόγος (τρίτος) αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο και πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως σημειώνεται κατά τη διερεύνηση των αμέσως προηγούμενων δύο αναιρετικών λόγων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η περιλαμβάνουσα το επίδικο οικόπεδο μείζων εδαφική έκταση των 7137,40 μ2 είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα στους αδελφούς Δ. Λ. και Γ. Λ. με αγορά στις 4-10-1873 και ότι με το .../1-8-1875 διανεμητήριο συμβόλαιο οι ίδιοι προέβησαν "σε διανομή της περιουσίας τους και στον Δ. Λ. περιήλθε διαιρετώς πλέον η μείζων έκταση των 7137,40 μ2". Είναι φανερό ότι πρόκειται για διανομή, η οποία δεν περιορίστηκε σε μόνη την άνω εδαφική έκταση, αλλά αφορούσε σε ολόκληρη την (κινητή και ακίνητη) περιουσία των εν λόγω αδελφών. Ως εκ τούτου, η κρίσιμη διαπίστωση του Εφετείου, συνιστώσα αποδοχή του αντιστοίχου αγωγικού ισχυρισμού, ενέχει πληρότητα και σαφήνεια στο σχετικό ζήτημα και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των παρατιθέμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.2.2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 172/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων (δεύτερης και τρίτης), τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ