Supreme Court partially allows appeal on lawyer fees but rejects restitution request for being vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding lawyer fees. The appellant argued that they had paid the respondent the full amount of awarded fees, interest, and costs, requesting restitution to the pre-judgment status. However, the court rejected the restitution claim because the appellant failed to specify the exact amounts and reasons for the payments corresponding to the partially annulled decision. Consequently, the court annulled the contested decision only in part and remitted the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 579 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 of the Code of Civil Procedure: When an appeal annuls a decision only partially, the request for restitution to the pre-judgment status must specify the exact amounts and reasons for payments made to ensure the restitution is feasible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1423 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1423 /2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ...ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... CEREALES", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 8-3-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2. του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1385/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2007 αίτησή της και τους από 21-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19 Δεκεμβρίου 2007 αιτήσεως με τους πρόσθετους επ' αυτής λόγους της εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ... Α.Ε", για αναίρεση της υπ'αριθ. 1385/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του 100 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 " του Κώδικα περί Δικηγόρων", το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 107 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσο προς το για τη σύνταξη της αγωγής κλπ οριζόμενο στα άρθρα 100 επ., του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ αυτού.
Κατά τους ορισμούς και την έννοια των εν λόγω διατάξεων, στις οποίες γίνεται λόγος "για τη σύνταξη", το δικαίωμα του δικηγόρου να απαιτήσει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η εν λόγω αξίωση του και ειδικότερα διατύπωση από το δικηγόρο του περιεχομένου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου και υπογραφή του από τον ίδιο.
Η νομική αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από το άρθρο 173 του ιδίου Κώδικα, κατά τους ορισμούς του οποίου "Η υπογραφή εγγράφου παρά δικηγόρου χορηγεί αυτώ το δικαίωμα της κατά τον παρόντα νόμον πλήρους δια την σύνταξιν του εγγράφου αμοιβή". Με το άρθρο αυτό ορίζεται ως επιπρόσθετη προϋπόθεση για να δικαιούται ο δικηγόρος της απόληψη της προβλεπομένης αμοιβής η υπογραφή του δικογράφου της αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκείνος έχει διατυπώσει, με την οποία και ολοκληρώνεται η σύνταξη της.
Μόνο η σύνταξη του κειμένου αυτής ή η υπογραφή της δεν αρκεί. Με τη ρύθμιση αυτή γίνεται αντιδιαστολή προς εκείνη των προηγουμένων άρθρων 160 και 161, με τα οποία προβλέπεται αμοιβή για τη σύνταξη εκθέσεως για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου (άρθρο 160) ή ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (άρθρο 161) χωρίς να απαιτείται στις περιπτώσεις αυτές και η υπογραφή του δικηγόρου για τη λήψη της αμοιβής του.
Προς την ακολουθούμενη ερμηνεία του άρθρου 173 του Κώδικα Περί Δικηγόρων συμπορεύεται και το άρθρο 51 §§ 1, 3 του ιδίου Κώδικα, με το οποίο τιμωρείται πειθαρχικώς τουλάχιστον με πρόστιμο ο δικηγόρος που υπογράφει γνωμοδοτήσεις, δικόγραφα ή άλλα έγγραφα, τα οποία δεν έχουν συνταχθεί από εκείνον ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε με τον συντάκτη τους.
Η απόληψη αμοιβής για πειθαρχικώς ελεγχόμενη δικαστική ενέργεια δεν ανταποκρίνεται στη νομοθετική βούληση και δεν δικαιολογείται (ΟλΑΠ9/2008). Περαιτέρω, στο άρθρο 152 του αυτού ως άνω ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κωδικός Δικηγόρων", που είναι εντεταγμένο στο Γ Κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικός υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: " Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνόμενων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λ.π.
νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζονται κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40".
Με το άρθρο 4 παρ.2 του ν.4507/1966 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων ..." στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αϊ διατάξεις, αϊ αφορώσαι τας πολιτικός υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν:
α) Δια τα ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αϊ διατάξεις αϊ αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αϊ διατάξεις αϊ αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αϊ διατάξεις αϊ αφορώσαι τα ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις.
Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν.950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίσθηκε ότι: "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του Ν.Δ. 3026/1954, αϊ προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ.2 του αρθρ. 4 του ν.4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων".
Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν.4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε κατ' αντιστοιχία των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Αντίθετο επιχείρημα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείμενο του νόμου 4507/1966 διότι η λέξη "ενώπιον" που χρησιμοποιείται προς υποδήλωση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ' αποκλεισμόν των εργασιών της προδικασίας.
Με την ίδια άλλωστε έννοια χρησιμοποιείται η διατύπωση "... ενώπιον των..." και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όπως στα άρθρα 99, 155 παρ. 1. (ΑΠ 337/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές π]ς απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής, κατά τις ενδιαφέρουσες τον ερευνώμενο πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών.
Στις 5-8-2003 ανατέθηκε σε αυτόν από τους εκκαθαριστές της εναγομένης εταιρίας, ήδη αναιρεσείουσας, η διενέργεια δικαστικών και άλλων νομικών ενεργειών προς προάσπιση των συμφερόντων της τελευταίας. Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τον καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντος για τον τρόπο υπολογισμού αυτής ισχύουν όσα ορίζει ο Κώδικας περί δικηγόρων σχετικά με τις δικηγορικές αμοιβές.
Ο ενάγων προέβη στις ακόλουθες ενέργειες. Β) στη σύνταξη και στην κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, όπως προκύπτει από το κείμενο των κατατεθεισών από αυτόν προτάσεων που φέρουν την σφραγίδα και υπογραφή του 1) κατά τη δικάσιμο της 5-10-2004 οπότε συζητήθηκε η με αριθμό κατάθεσης 1011 ΠΤ 88/4.4.2002 αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ξ Α.Ε" κατά της εναγομένης ποσού 1.200.000 ευρώ και συνεπώς δικαιούται αμοιβής 24.000 ευρώ.(2% επί της αγωγής).Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τις προτάσεις δεν τις συνέταξε ο ενάγων αλλά ο δικηγόρος Καβάλας Τ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της αυτός ενώ ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε γενικώς ότι η συμβολή του ήταν μηδενική και υπήρχαν άλλοι δικηγόροι, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα σε τι ενέργειες προέβη ο καδένας δικηγόρος και για πια υπόθεση.
Εξάλλου σε περίπτωση πού άλλος δικηγόρος διατύπωσε το περιεχόμενο της αγωγής(ή προτάσεων) και άλλος υπέγραφε τότε η κατά το άρθρο 100 του ΚΔ αμοιβή για τη σύνταξη της αγωγής ή των προτάσεων οφείλεται ολόκληρη στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή 2) Κατά τη δικάσιμο της 5.10.2004-οπότε συζητήθηκε η με αριθμό κατάθεσης 1010 ΠΤ 87/4.4.2002 αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ξ ΑΕ" κατά της εναγομένης ποσού 622.877 ευρώ και συνεπώς δικαιούται αμοιβής (1017 και 100 ΚΔ) 12.457 ευρώ (2% επί της αγωγής).
Για τον αυτόν ως άνω λόγο πρέπει να απορριφθεί ισχυρισμός της εναγομένης ότι στην σύνταξη των προτάσεων προέβη ο δικηγόρος Τ. Επίσης ο ενάγων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών συνέταξε και κατέθεσε τις κάτωθι αγωγές μετά από εντολή της εναγομένης, οι οποίες φέρουν την σφραγίδα του ως και την σφραγίδα του Τ,ενώ η κατάθεση προκύπτει από την σχετική έκθεση κατάθεσης της γραμματέως.
Ειδικότερα συνέταξε και κατέθεσε 1)..2)....3)....4) 5) παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση της με αριθμό ... κατά των Π, Κ κλπ, η οποία συζητήθηκε μετά από αναβολή την 2.11.2004, ποσού 3.785 .013,46 ευρώ και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 11/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι ο ενάγων παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, οι οποίες φέρουν τη σφραγίδα του (βλ.
σχετικές προτάσεις) και για την οποία δικαιούται αμοιβή 37.850 ευρώ (1% επί της αγωγής). Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τις ανωτέρω τρεις πρώτες αγωγές τις συνέταξε ο δικηγόρος Καβάλας Γεώργιος Μονιός, την τέταρτη ο δικηγόρος Καβάλας Τ, ο οποίος συνέταξε και τις προτάσεις κατά τη συζήτηση- της αγωγής της ενάγουσας κατά των Π κλπ για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους πρέπει να απορριφθεί....
Επίσης ο ενάγων παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών. Ειδικότερα 1) ο ενάγων παραστάθηκε στις 13.5.2004 και κατέθεσε υπόμνημα (βλ. σχετικό υπόμνημα στις 14.5.2004 ενώπιον του Τριμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά τη συζήτηση της με αριθμό καταθέσεως 7/12.9.2002 προσφυγής της εναγομένης ποσού 5.140.614 ευρώ.
Επ' αυτής εξεδόθη η με αριθμό 253/2004 απόφαση τον ως άνω δικαστηρίου, το οποίο ανέβαλε τη συζήτηση για τη δικάσιμο 7.4.2005 όπου παραστάθηκε ο ενάγων όπως προκύπτει από την με αριθμό 82/2006 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι κατέθεσε υπόμνημα. Για τις ως άνω πράξεις του ο ενάγων δικαιούται αμοιβής για την παράσταση και κατάθεση σημειώματος 1% επί του αντικειμένου της δίκης κατ' άρθρο 107 Κωδ.
Δικ. που εφαρμόζονται και για την διοικητική δίκη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη ήτοι 51.406 ευρώ. Και για την παράσταση και εκπροσώπηση δικαιούται (άρθρο 153 του ΚΔ) το ποσό των 16,43 ευρώ (40χ 140 δρα=5.600) 2) 3) Παραστάθηκε ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Σερρών κατά τη συζήτηση της με αριθμό καταθέσεως 11/23.12.2002 ανακοπής της εναγομένης κατά τη δικάσιμο της 17.2.2005 και κατέθεσε υπόμνημα τις 22.2.2005 (βλ σχετικό υπόμνημα), ποσού, 1.331.514,39 ευρώ,( βλ την υπ' άριθ. 223/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου) και για την οποία δικαιούται αμοιβή για τη παράσταση και κατάθεση σημειώματος 1% επί του αντικειμένου κατ' άρθρο 107 ΚΔ) που εφαρμόζεται και για τη διοικητική δίκη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη ήτοι 13.315 ευρώ.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τα υπομνήματα στις ως άνω υποθέσεις συνέταξε η ..., δικηγόρος Αθηνών δεν αποδείχθηκε, αφού και ο μάρτυρας της κατέθεσε αορίστως ότι οι προσφυγές συντάχθηκαν στην Αθήνα χωρίς να προσδιορίζει από ποίον δικηγόρο. Εξάλλου όπως προαναφέρθηκε αφού τα ως άνω δικόγραφα φέρουν την υπογραφή του ενάγοντα δικαιούται αυτός αμοιβής σαν συντάξας τα υπομνήματα......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή εν μέρει, ως προς τα ανωτέρω κονδύλια, την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επιδίκασε σ' αυτόν τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, περί του ουσιώδους ζητήματος, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ως δικηγόρος της αναιρεσείουσας, συνέταξε, υπόγραψε και κατέθεσε τα ανωτέρω, με στοιχεία α1, 2, 5 δικόγραφα των αγωγών και προτάσεων και, επομένως, δικαιούται το με την ένδικη αγωγή του αξιούμενο ελάχιστο όριο της αμοιβής του, που ορίζεται από τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 107, παρ. 1, 152 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος, τέταρτος από το άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ, και πρώτος, πρόσθετος, δεύτερο μέρος, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις, για παραβίαση των ως άνω διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, πρώτος πρόσθετος, δεύτερο μέρος, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται, κατά την γενόμενη εκτίμηση του, έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι "...σε περίπτωση που άλλος δικηγόρος διατύπωσε το περιεχόμενο της αγωγής (ή προτάσεων) και άλλος υπόγραψε, τότε κατά το άρθρο 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων, η αμοιβή για τη σύνταξη της αγωγής ή των προτάσεων οφείλεται ολόκληρης τον δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή", αλυσιτελώς προτείνεται και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος, διότι το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται και στην παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε τα ανωτέρω αναφερόμενα δικόγραφα, ως προς την οποία ο σχετικός λόγος αναίρεσης κρίθηκε αβάσιμος, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν.
Καθόσον αφορά, όμως, τα από 13-5-2004 και 22-2-2005 υπομνήματα, που, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αμοιβής 51.406 και 13.315 ευρώ, αντίστοιχα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι επιδίκασε τα ως άνω ποσά στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, με μόνη την παραδοχή ότι κατέθεσε τα ως άνω υπομνήματα, που φέρουν την υπογραφή του και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, χωρίς περαιτέρω να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες και ότι ο εν λόγω διάδικος συνέταξε τα εν λόγω δικόγραφα.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335,338, 339, 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από αυτά τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει την βασιμότητα των αγωγικών κονδυλίων, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, ύψους 24.000, 12.457, 37.850, 51406 και 13.315 ευρώ, αντίστοιχα, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο, που μετ' επίκληση προσκομίσθηκε από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, περί του ότι δηλαδή τα επίδικα δικόγραφα δεν συντάχθηκαν από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα και ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη του) την από 8-2-2007 έγγραφη δήλωση του δικηγόρου Καβάλας Γεωργίου Μόνιου, σύμφωνα με την οποία " εκείνος είχε την κύρια ευθύνη της συντάξεως των επιδίκων δικογράφων και τον ουσιαστικό έλεγχο αυτών πραγματοποιούσε ο Τ" (και όχι, επομένως, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος).
Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του και το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο (έγγραφο), ενόψει και των παραδοχών του Εφετείου, ότι "οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι τις προτάσεις...τις τρεις πρώτες αγωγές κ.λπ.
συνέταξε ο δικηγόρος Καβάλας Γεώργιος Μονιός και Τ, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και ότι, σε περίπτωση που άλλος δικηγόρος διατύπωσε το περιεχόμενο της αγωγής (ή προτάσεων) και άλλος υπόγραψε, τότε η κατά το άρθρο 100 το ΚΔ αμοιβή, για τη σύνταξη της αγωγής ή των προτάσεων, οφείλεται ολόκληρη στον δικηγόρο, που υπογράφει την αγωγή.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Αν με την αναίρεση προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν αρκεί ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά πρέπει να είχε επαναφερθεί νόμιμα και στο δεύτερο βαθμό.
Ο ηττημένος στον πρώτο βαθμό αναιρεσείων επαναφέρει νόμιμα τους ισχυρισμούς του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (άρθρ.520ΚΠολΔ). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νόμιμη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία., ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ., αντιστοίχως Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο αναιρετήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο προσθετό λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου, όπως με το αναιρετήριο προβάλλεται) αποδίδεται σφάλμα στο Εφετείο, διότι εσφαλμένως δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής δικηγορικών αμοιβών, λόγω ποιοτικής αοριστίας αυτής, ήτοι λόγω μη αναγραφής στο δικόγραφο αυτής των αναγκαίων για την επιδίκαση της αξιούμενης δικηγορικής αμοιβής στοιχείων, ήτοι ότι ο ενάγων-δικηγόρος συνέταξε και υπέγραψε τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό δικόγραφα, για τα οποία αξίωνε την εν λόγω αμοιβή.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 4-10-2006 και με αριθ. καταθ. 167/2006 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ν 92/2006 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αοριστία αυτή της αγωγής δεν προτάθηκε στο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.(αντίθετα, ως λόγος αοριστίας, τον οποίο και η αναιρεσείουσα επικαλείται με το αναιρετήριο, προτάθηκε το ότι δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο της αγωγής, κανένα από τα ποσά που είχε λάβει ο ήδη αναιρεσίβλητος από την αναιρεσείουσα για τις ενέργειες που περιγράφει).
Με τον ίδιο πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τρίτο, τέταρτο, μέρος, προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8 περ. α και 11 περ.γ ΚΠολΔ, αντίστοιχα, διότι το Εφετείο, αφενός έλαβε υπόψη, παρά το νόμο τους ανωτέρω ισχυρισμούς, περί σύνταξης και υπογραφής των ανωτέρω αναφερόμενων δικογράφων από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλητο δικηγόρο, οι οποίοι δεν προτάθηκαν με την ένδικη αγωγή του από εκείνον, αφετέρου δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του εν λόγω διαδίκου, η οποία περιέχονταν στην ένδικη αγωγή του, σύμφωνα με την οποία απλώς κατέθεσε τα ως άνω δικόγραφα.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί, που στηρίζουν τους λόγους αυτούς και για τους οποίους δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, προτάθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα.
Από το συνδυασμό των διατάξεως των αρθρ. 100 παρ. 1, 102 και 107 του αυτού ως άνω ν.δ. 3026/1934 "περί του κωδικός των δικηγόρων" σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων.
Τα ίδια ισχύουν και ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου, με την έννοια ότι, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μείωσης της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων είναι, όπως αναφέρθηκε και ότι αυτός μπορούσε να αντιληφθεί τη διόγκωση του αγωγικού αιτήματος, αυτοδικαίως και ο υπολογισμός της αμοιβής του δικηγόρου αυτού θα γίνει επί τη βάσει του ποσού που έπρεπε να ζητηθεί με τη αγωγή και αποτελεί, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 1-4 του ίδιου κώδικα, το νια τον καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων των διαδίκων χρηματικό αντικείμενο της δίκης, αδιαφόρως αν (και) ο εν λόγω δικηγόρος γνώριζε ή μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής και τη διόγκωση της με το αγωγικό αίτημα (ΑΠ 140/2007).
Στην προκείμενη υπόθεση, με τον δεύτερο, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης τη πληττόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο αναλογική αμοιβή, βάσει των ονομαστικών αγωγικών αιτημάτων, για τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό υποθέσεις, κατά τις οποίες εκείνος παραστάθηκε προς υπεράσπισης εκείνης, ως εναγομένης, χωρίς να διαλάβει αιτιολογίες ως προς την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής, κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης, βάσει της οποίας και έπρεπε να υπολογισθεί η αξιούμενη αμοιβή του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι προέχοντος αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις μείωσης της αμοιβής του αντιδίκου δικηγόρου των εναγόντων, μεταξύ των οποίων είναι και ότι αυτός μπορούσε να αντιληφθεί τη διόγκωση του αγωγικού αιτήματος, οπότε και ο υπολογισμός της αμοιβής του δικηγόρου αυτού θα γίνει επί τη βάσει του ποσού που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, όπως ανωτέρω εκτέθηκε.
Επειδή από τις διατάξεις των αρθρ. 677, 679, 681, 591 παρ. 1β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ'του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επί πλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος (ΑΠ (Ολ. 2/2005). Εξάλλου, κατά το αρθρ. 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθ. 269.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη, β) στη διαδικασία εκδικάσεως διαφορών από αμοιβή για παροχή εργασίας (ταυτόσημη με την διαδικασία των εργατικών διαφορών) πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα στην αρχή του σκεπτικού τρόπο και γ) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 89 2009).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία " η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν", συνάγεται ότι σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά, πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (Α.Π. 13 2008).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ.14 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε τον λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας-εναγομένης, με τον οποίο παραπονιόταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε "σιγή" την περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής ένσταση της. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε παραδεκτά, αφού δεν προέκυπτε από τα οικεία πρακτικά, στα οποία δεν είχε καταχωρηθεί (όπως δέχεται και η αναιρεσείουσα και ότι ο ισχυρισμός αυτός (περί προτάσεως στο ακροατήριο του πρωτοδικείου της εν λόγω ενστάσεως) "δεν μπορεί να συναχθεί εμμέσως από το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων ούτε αρκεί μόνο η έκθεση του ισχυρισμού στις έγγραφες προτάσεις του εν ισταμένου" .
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, υπό τα ως άνω περιστατικά, η εν λόγω ένσταση, δεν προβλήθηκε παραδεκτά και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όπως αυτός εκτιμάται) τρίτος λόγος της αίτησης καθώς και ο υπό στοιχ. Γ' συναφής πρόσθετος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος, είναι και ο κατά το έτερο σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ ως άνω πρόσθετος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που νόμιμα από την αναιρεσείουσα προτάθηκε και ειδικότερα αυτόν, περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν, πλην τον απέρριψε, ως απαράδεκτο.
Μετά από αυτά και ενόψει του ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ανωτέρω αναφέρεται, ήτοι ως προς τα επιμέρους κονδύλια των 24.000, 12.457, 37.850, 51.406 και 13.315 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή από τις διατάξεις του αρθρ. 579 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, δηλαδή του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται, κατά τα αρθρ. 216 και 217 του Κ.Πολ.Δ., οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την από 8-3-2010 αίτησή της, ισχυρίζεται ότι, σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, σε πλήρη εξόφλησή του, το ποσό των 426.259,86 ευρώ, ήτοι 332.948,23 ευρώ για κεφάλαιο (επιδικασθείσες δικηγορικές αμοιβές για παράστασή του, σύνταξη αγωγής, κατάθεση προτάσεων και εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας σε διάφορα δικαστήρια), 81.251,63 ευρώ για τόκους, 10.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη και 2.060 ευρώ για έξοδα.
Ζητεί, στη συνέχεια, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση της απόφασης κατάσταση, με την απόδοση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του ως άνω χρηματικού ποσού. Όμως, ενόψει του ότι με την παρούσα απόφαση η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μόνον εν μέρει, δεν μνημονεύεται το χρηματικό ποσό, που θα πρέπει να του αποδοθεί, σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως.
Επίσης, δεν προσδιορίζονται σε αυτή αναλυτικά τα επί μέρους ποσά και οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο καθορισμός του ποσού, που πρέπει να επιστραφεί.
Συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα, εκ του λόγου τούτου, ως αόριστη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα, για επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση,
Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 1385/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης,
Παραπέμπει, κατά το ανωτέρω μέρος που αναιρέθηκε, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ