Legislator Case Law & Legislation
1423/2007 AI generated

1423/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1423/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 6-10-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6764/1996 προδικαστική, 3742/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 140/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Μαρτίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1423/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ήδη αναιρεσίβλητος Ψ1 ήταν τακτικός καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, η δε ήδη 2η αναιρεσείουσα, δίδασκε στην ίδια Σχολή την αγγλική γλώσσα από το 1982, άλλοτε μεν ως ωρομίσθια, συνήθως δε ως καθηγήτρια με τριετή θητεία που μπορούσε να ανανεωθεί. Την 11-11-1991 συνήλθε το Σπουδαστικό Συμβούλιο της άνω Σχολής στο οποίο μετείχαν από πλευράς καθηγητών ο αναιρεσίβλητος και ο Ψ2 , με αντικείμενο την εκλογή 13 δασκάλων ξένων γλωσσών.

Keywords

AI generated
implausible statements abusive language false accusation role of leader or instigator disciplinary offence uttering a forged document
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1423 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1423/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1 , 2) Χ2 και 3) Χ3 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου, χωρίς να καταθέσει προτάσσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 6-10-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6764/1996 προδικαστική, 3742/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 140/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Μαρτίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 361 - 363 του ΠΚ, προκύπτει ότι όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, προσβάλλεται δε με συκοφαντία, δυσφήμηση ή εξύβριση έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 του ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση αίρεται και στην περίπτωση που η δυσφημιστική ή υβριστική εκδήλωση γίνεται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Αν όμως η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας. Περαιτέρω, ο κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως συντρέχει, όταν υπάρχει παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου που εκφράζεται είτε με την ψευδή ερμηνεία είτε με την κακή εφαρμογή του κανόνα που αποτέλεσε τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατά την έννοια δε του εδ. 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, απορρίφθηκε η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε α) δεχθεί εν μέρει την αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου Ψ1 , περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ήδη 1ου αναιρεσείοντος Χ1 , και β] απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή των τριών αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου περί επιδικάσεως επίσης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω προσβολής της τιμής και της υπόληψής τους με συγκεκριμένες φράσεις που ο τελευταίος διέλαβε στην παραπάνω αγωγή του την οποία είχε στρέψει και κατά των 2ης και 3ου εκ των αναιρεσειόντων [Χ2 και του συζύγου της Χ3 ], έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Ο ήδη αναιρεσίβλητος Ψ1 ήταν τακτικός καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, η δε ήδη 2η αναιρεσείουσα, δίδασκε στην ίδια Σχολή την αγγλική γλώσσα από το 1982, άλλοτε μεν ως ωρομίσθια, συνήθως δε ως καθηγήτρια με τριετή θητεία που μπορούσε να ανανεωθεί. Την 11-11-1991 συνήλθε το Σπουδαστικό Συμβούλιο της άνω Σχολής στο οποίο μετείχαν από πλευράς καθηγητών ο αναιρεσίβλητος και ο Ψ2 , με αντικείμενο την εκλογή 13 δασκάλων ξένων γλωσσών.

Υποψηφία ήταν και η 2η αναιρεσείουσα η οποία είχε προσκομίσει, μεταξύ άλλων τίτλων και τα πτυχία Bachelor Science of Business Administration του Αμερικανικού Πανεπιστημίου "St, John" στα Οικονομικά και Master of Arts in Education του επίσης Αμερικανικού Πανεπιστημίου Columbia. Για το πρώτο των άνω πτυχίων είχε εκδοθεί το ..... πιστοποιητικό του ΔΙΚΑΤΣΑ που το εξομοίωνε με πτυχίο ισότιμο και αντίστοιχο προς τα χορηγούμενα από τις Οικονομικές Σχολές των Ελληνικών ΑΕΙ στον Κλάδο της Διοίκησης Επιχειρήσεων και για το δεύτερο το ......

πιστοποιητικό που το θεωρούσε μεταπτυχιακό τίτλο. Όμως, στις 8-12-83, η προαναφερόμενη αναιρεσείουσα με αίτησή της προς το ΔΙΚΑΤΣΑ είχε ζητήσει να επανεξεταστεί ο δεύτερος αυτός τίτλος σπουδών της προκειμένου να εξευρεθεί η ακριβής αντιστοιχία του με ελληνικό τίτλο και να της γνωστοποιηθεί αν μπορούσε με βάση αυτόν να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας ώστε να αποκτήσει το πτυχίο που ήταν απαραίτητο για να θεωρηθεί ότι έχει επάρκεια στην αγγλική γλώσσα και να της επιτραπεί να διδάξει.

Το ΔΙΚΑΤΣΑ με το ......υπηρεσιακό του σημείωμα της παρείχε το δικαίωμα εγγραφής στο τρίτο έτος σπουδών του τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας στο οποίο και ενεγράφη. Παράλληλα, στο ίδιο υπηρεσιακό σημείωμα αναγραφόταν ότι αυτό αντικαθιστούσε την προηγούμενη επί του θέματος βεβαίωση, (πιστοποιητικό που τον θεωρούσε μεταπτυχιακό τίτλο), και ότι το πρωτότυπό του παρακρατεί το ΔΙΚΑΤΣΑ, ώστε να μη γίνεται χρήση του εκ μέρους της ενδιαφερόμενης, δεδομένου ότι είχε ήδη "αναλωθεί" με την εγγραφή της στο τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Την "ανάλωση" αυτή του μεταπτυχιακού τίτλου της αναιρεσείουσας επικαλέστηκε ο εκ των καθηγητών Ψ2 και αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος κατά την ανωτέρω συνεδρίαση της 11-11-1991. Συγκεκριμένα, στη συνεδρίαση αυτή διατυπώθηκε αρνητική κρίση εκ μέρους του καθηγητή Ψ2 , με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα στερείτο τυπικών προσόντων και κυρίως, διότι, ο τίτλος "Master of Arts" που επικαλείτο ως επιπρόσθετο προσόν, έναντι των λοιπών υποψηφίων, είχε "αναλωθεί" κατά την εγγραφή της στο τρίτο έτος της Σχολής Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σχολίασε δε δυσμενώς, ότι αυτή απέκρυψε το στοιχείο αυτό και προσπάθησε να προσληφθεί σε βάρος κάποιου άλλου, που είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Στην άποψη αυτή προσχώρησε και ο αναιρεσίβλητος Ψ1 , ο οποίος καταψήφισε την υποψηφιότητά της. Φέρεται δε να έχει διατυπώσει στα πρακτικά τα εξής: "Συμφωνώ απολύτως με τον Ψ2 και ψηφίζω και εγώ αρνητικά για την εν λόγω κυρία και θεωρώ ότι δεν μπορεί να κυκλοφορεί μέσα στη σχολή και να εμφανίζεται στο ακροατήριο ως διδάσκαλος διότι δεν έχει την εξωτερική ηθική μαρτυρία".

Η αναιρεσείουσα Χ2 και ο σύζυγος της (3ος αναιρεσείων) εκλαμβάνοντας ότι η τελευταία αυτή φράση αναφερόταν στην ηθική της υπόσταση από πλευράς γενετικής και ότι μειωνόταν η τιμή και η υπόληψή τους, καταμήνυσαν τον αναιρεσίβλητο για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή. Την φράση αυτή ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] ισχυρίζεται ότι λανθασμένα καταχώρησε στα πρακτικά ο Γραμματέας διότι η αληθής ήταν ότι στερείτο την έξωθεν "καλή" και όχι "ηθική" μαρτυρία, η οποία αναγόταν στην έλλειψη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ως δασκάλας των Αγγλικών.

Ανεξάρτητα αν είναι αληθής ο άνω ισχυρισμός και στα πρακτικά διατυπώθηκε ότι αυτή στερείτο της έξωθεν "ηθικής" μαρτυρίας αντί της έξωθεν "καλής", η φράση, είτε έτσι, είτε αλλιώς, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την ηθική υπόσταση της Χ2 , αλλά μόνο με την επιστημονική και τη θέση της ως καθηγήτριας στην άνω σχολή.

Αποτελούσε δε αξιολογική κρίση την οποία αυτός ως μετέχων στο άνω αρμόδιο για την επιλογή της όργανο είχε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να εκφέρει ενόψει του θέματος που είχε δημιουργηθεί με την εκ μέρους της επίκληση μεταπτυχιακού τίτλου, η ισχύς του οποίου αμφισβητείτο. Δέχθηκε δε το Εφετείο ότι με βάση τα ανωτέρω, όσα ο αναιρεσίβλητος ανέφερε κατά τη συνεδρίαση του Επιστημονικού Συμβουλίου σχετικά με την επιστημονική της κατάρτιση, στην οποία και μόνο αναφερόταν όταν την χαρακτήριζε ως άτομο στερούμενο της έξωθεν ηθικής μαρτυρίας, είχαν ως αφετηρία και βάση τη γνώση της αναιρεσείουσας Χ2 ότι αμφισβητείτο το κύρος του πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών που επικαλείτο ως μεταπτυχιακό, και ότι αυτή το γνώριζε, και όχι την ηθική της υπόσταση από πλευράς γενετικής συμπεριφοράς, δηλαδή, αποτελούσε η άνω φράση του αξιολογική κρίση και όχι γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο σε σχέση με τον εν λόγω τίτλο σπουδών της αναιρεσείουσας, ότι αυτή στη συνέχεια, μετά την αναγνώριση με το ..... πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΙΚΑΤΣΑ ότι ο ως άνω τίτλος σπουδών της παρέχει μόνο τη δυνατότητα κατατάξεως στο τρίτο έτος σπουδών του τμήματος Αγγλικής Γλώσσας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 7-11-95 υπέβαλε στο ΔΙΚΑΤΣΑ και τρίτη αίτηση με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί και πάλι ο εν λόγω τίτλος ως μεταπτυχιακός, ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε αρχικά με το 331/95 πρακτικό του Δ.Σ.

με την αιτιολογία ότι εφόσον ο τίτλος σπουδών χρησιμοποιήθηκε για την κατά τα ως άνω κατάταξη της στο τρίτο έτος σπουδών πανεπιστημιακού τμήματος δεν είναι δυνατό να αναγνωρισθεί ως μεταπτυχιακός τίτλος, ότι μετά από ακύρωση του πρακτικού αυτού με την 1719/97 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας που έκρινε μη νόμιμη την άνω αιτιολογία, η ίδια αίτησή της απορρίφθηκε για δεύτερη φορά με το .....

πρακτικό του Δ.Σ και την ........ πράξη του Προέδρου του ΔΙΚΑΤΣΑ, ότι ακολούθησε η σύσταση γνωμοδοτικής τριμελούς επιτροπής η οποία αφού συνέκρινε τον τίτλο σπουδών της προς τον πλησιέστερο κατά την κρίση των μελών της μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών που χορηγείται από ΑΕΙ της ημεδαπής και συγκεκριμένα προς τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη Θεωρητική και Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις αναγνώρισης ισοτιμίας, και ότι τελικά με την 2376/2004 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας στο οποίο η εν λόγω αναιρεσείουσα προσέφυγε και πάλι, θεωρήθηκε ότι ο άνω τίτλος σπουδών της υστερεί συγκρινόμενος με τον πλησιέστερο μεταπτυχιακό τίτλο που χορηγείται από ΑΕΙ της ημεδαπής, με συνέπεια να μη δύναται να αναγνωριστεί ως τίτλος ίσης επιστημονικής αξίας.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με την απορριφθείσα αγωγή των 2ης και 3ου των αναιρεσειόντων ότι ενόψει των προεκτεθέντων, όταν ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη εναντίον τους αγωγή ζητώντας την καταδίκη τους σε καταβολή αποζημίωσης ισχυριζόμενος ότι όσα τον είχαν καταμηνύσει ήταν ψευδή διότι αυτός δεν αναφερόταν στην ηθική από πλευράς γενετικής συμπεριφορά της εκκαλούσας.

αλλά μόνο στην επιστημονική της κατάρτιση και την εκτίμηση του για την προσωπικότητά της ως επιστήμονος και καθηγήτριας δεν την πρόσβαλε, ούτε άλλωστε είχε τέτοιο σκοπό αλλά αποσκοπούσε μόνο στο να υπερασπιστεί τον εαυτό του για όσα τον είχαν καταμηνύσει. Ότι η φράση, στην ίδια αγωγή, "και αν ακόμη αυτός γνώριζε άλλα, πλην των επιστημονικών της προσωπικότητας της στοιχεία, δεν θα τα κατέθετε" δεν αποτελούσε μειωτικό σε βάρος της υπαινιγμό, όπως αυτή [Χ2 ] ισχυρίζεται, που να αποτελεί προσβολή της προσωπικότητάς της και να δικαιολογεί επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Ούτε με την περαιτέρω φράση που παρατίθεται στην αγωγή του "ότι προς επίτευξη του σκοπού των οι εναγόμενοι [αναιρεσείοντες] δεν δίστασαν να διαπράξουν σοβαρότατα ποινικά αδικήματα κατ' εξακολούθηση (απάτες, ψευδείς καταμηνύσεις, ψευδορκίες κλπ)" αποσκοπούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψή τους, διότι πίστευε εύλογα ότι η Χ2 κατά την υποβολή του άνω τίτλου σπουδών στη συνεδρίαση του συμβουλίου το έτος 1991 απέκρυψε ότι υπήρχαν ενστάσεις για τον χαρακτηρισμό του ως μεταπτυχιακού.

Η εύλογη αυτή πεποίθησή του συνάγεται από το γεγονός ότι ήδη από το έτος 1983 που η Χ2 προσέφυγε ζητώντας την αναγνώριση της ισοτιμίας του άνω τίτλου υπήρξαν αντιφατικές αποφάσεις του ΔΙΚΑΤΣΑ αλλά και των διοικητικών δικαστηρίων τα οποία άλλοτε αναγνώριζαν τον άνω τίτλο και άλλοτε όχι με αποτέλεσμα να υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το αυξημένο κύρος του, τον χαρακτηρισμό του ως μεταπτυχιακού και τη δυνατότητα να χρησιμοποιείται για διαφορετικούς κάθε φορά σκοπούς από την Χ2 .

Η αναφορά, εξάλλου, στην ίδια αγωγή ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν απάτες και άλλα αδικήματα εξειδικεύεται στη συνέχεια της αγωγής και εντοπίζεται στο συγκεκριμένο στοιχείο της ψευδούς επίκλησης από την Χ2 ότι ήταν κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ενώ, ο ισχυρισμός του ότι ψευδώς καταμηνύθηκε οφειλόταν στην πεποίθηση του ότι η τελευταία και ο σύζυγός της αν και γνώριζαν κατά την υποβολή της σχετικής έγκλησης εναντίον του ότι όλα όσα αυτός είχε αναφέρει κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ ήταν κρίσεις που αφορούσαν την επιστημονική καταξίωση της Χ2 , εν τούτοις τον καταμήνυσαν επικαλούμενοι ότι αναφερόταν στην σεξουαλική της συμπεριφορά.

Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, ο Ψ1 με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής του δεν είχε πρόθεση να μειώσει την τιμή και υπόληψη τους, αλλά αποσκοπούσε μόνο στο να διασφαλίσει τα νόμιμα συμφέροντα του. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι ορθά είχε απορριφθεί με την εκκληθείσα απόφαση η σε βάρος του αναιρεσιβλήτου αγωγή των δύο αυτών αναιρεσειόντων.

Περαιτέρω, αναφορικά με την βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που αφορούσε τον 1ο αναιρεσείοντα, και την αβασιμότητα της αντίθετης αγωγής του τελευταίου, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυριζόταν ότι ο Χ1 με την από 29.4.93 ψευδή ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών εκ προθέσεως πρόσβαλε με βάναυσο τρόπο την τιμή και την υπόληψη του, αφού τον φέρει ως άτομο που διαδίδει σε βάρος άλλων και δη σε βάρος της Χ2 ατιμωτικά γι' αυτήν περιστατικά εν γνώσει του ότι είναι ψευδή προκειμένου να πλήξει την τιμή και υπόληψη της.

Ειδικότερα αυτός, Χ1 με την ανωτέρω ένορκη κατάθεσή του βεβαίωσε ότι στις 20-11-92, κατά τη διάρκεια κοινωνικής εκδήλωσης, στην προσπάθεια του να συμβιβάσει την μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της Χ2 διαφορά, ο πρώτος αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση αναφέροντας επί λέξει "δεν δέχομαι καμία συζήτηση για την κυρία αυτή που την ψήφισαν οι αξιωματικοί μέλη του σπουδαστικού συμβουλίου που της έπιασαν τον κώλο", γεγονός που ήταν αναληθές.

Πράγματι, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ανέφερε τα άνω δυσφημιστικά για την Χ2 , και μάλιστα ότι τα εμπιστεύθηκε στον Χ1 , όπως ο τελευταίος υποστηρίζει. Ειδικότερα κανείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν καταθέτει οτιδήποτε επιβεβαιωτικό, ενώ, η όλη κοινωνική παράσταση, μόρφωση και ο χαρακτήρας του Ψ1 , όπως περιγράφεται από τους συναδέλφους του μάρτυρες, απεικονίζει άνθρωπο ιδιαίτερα κοινωνικά αποδεκτό, έντιμο και ευυπόληπτο, ο οποίος δεν συνηθίζει να εκφράζεται με ανάρμοστο ή υβριστικό τρόπο για άλλους συμπολίτες του και μάλιστα συναδέλφους του όπως η Χ2 .

Στην περίπτωση που πραγματικά είχε αναφερθεί η σχετική προσβλητική φράση, ο 1ος αναιρεσείων θα έπρεπε ή να το έχει ευθύς αναφέρει στη Διοίκηση ή στην ίδια την 2η αναιρεσείουσα και να μη αναμένει την πάροδο πέντε περίπου μηνών προκειμένου να καταθέσει περί αυτού ενόρκως. Αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα ........, καθηγητή στην ίδια Σχολή την αυτή περίοδο, ο οποίος βεβαιώνει, χωρίς να διαψεύδεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, ότι στη συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση, στις 20-11-92, αντιλήφθηκε τον αναιρεσίβλητο και τον 1ο αναιρεσείοντα να συνομιλούν για λίγο και στο τέλος τον πρώτο να παρακαλεί τον δεύτερο να διαβιβάσει στην Χ2 την επιθυμία και προτροπή του να ξανασκεφθεί το θέμα και να ανακαλέσει τη μήνυση που υπέβαλε ή θα υπέβαλε, το Δικαστήριο πείθεται ότι η φράση αυτή δεν λέχθηκε από τον αναιρεσίβλητο.

Και τούτο διότι στην αντίθετη περίπτωση, που θα είχε δηλαδή καταφερθεί εναντίον της με την άνω απρεπή φράση, δεν θα είχε γίνει η άνω συζήτηση ούτε θα είχε ζητήσει την ανάκληση της μηνύσεως που είχε υποβάλει σε βάρος του. Αλλά και η έλλειψη στενών φιλικών σχέσεων μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του 1ου αναιρεσείοντος είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι σ πρώτος δεν είχε εκφραστεί με τον άνω τρόπο για την Χ2 και τους συναδέλφους του αξιωματικούς, διότι κάτι τέτοιο απαιτούσε την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσεων εμπιστοσύνης.

Τέλος, και η χρονική στιγμή της αναφοράς του άνω γεγονότος με τη συγκεκριμένη κατάθεση του 1ου αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ενώ δηλαδή εκκρεμούσε η πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών προς το Συμβούλιο για απαλλαγή του αναιρεσίβλητου από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της Χ2 για την φράση των πρακτικών ότι δεν είχε την "έξωθεν ηθική μαρτυρία" είναι ένα ακόμη στοιχείο που πείθει το Δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη κατάθεση δεν ήταν αληθής και σκοπό είχε να πλήξει τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως αποδείχθηκε ότι όσα κατέθεσε ο 1ος αναιρεσείων ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στις 29-04-93 αφίσταντο της αληθείας, αφού ο αναιρεσίβλητος ποτέ δεν εκφράστηκε με τον άνω ανάρμοστο και υποτιμητικό για την Χ2 τρόπο, από τη διάδοση δε των άνω ψευδών περιστατικών, τα οποία περιήλθαν σε γνώση των συναδέλφων του, ο αναιρεσίβλητος υπέστη μείωση της τιμής και υπόληψής του, αφού φέρεται αυτός, ως καθηγητής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, να διαδίδει σε βάρος άλλων συναδέλφων του ψευδή περιστατικά και μάλιστα που άπτονται της σεξουαλικής τους συμπεριφοράς, ενώ, συνέβαλε και στην άσκηση σε βάρος του εγκλήσεων για συκοφαντική δυσφήμηση εκ μέρους της 2ης και του 3ου εκ των αναιρεσειόντων.

Βέβαια, συνεχίζει το Εφετείο, με την 74066/95 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσιβλήτου, αλλά και με την 178/97 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο επιλήφθηκε μετά από έφεσή του, αυτός καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση της Χ2 , χωρίς, όμως, από την απόφαση αυτή να παράγεται δεδικασμένο ή να δεσμεύεται στην κρίση του το παρόν Δικαστήριο.

Συνεπώς, όλα όσα ανέφερε στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος για τον 1ο αναιρεσείοντα ήταν αληθή και δεν υπήρχε πρόθεση δυσφημήσεως ή εξυβρίσεώς του αλλά διεκδικήσεως της νόμιμης αποζημίωσής του. Με βάση αυτά το Εφετείο έκρινε ότι ορθά είχε γίνει δεκτή εν μέρει [για το ποσό των 200.000 δρχ.] η αγωγή του αναιρεσίβλητου, και είχε απορριφθεί η εναντίον του αγωγή του 1ου αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καθόσον αφορά τον 1ο αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 59 του ΑΚ, αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό προεκτίθεται, αυτή έχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ότι το προαναφερόμενο περιστατικό που διέλαβε ο αναιρεσείων αυτός στην ένορκη βεβαίωσή του ήταν ψευδές, παρά τις αντίθετες περί τούτου αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ότι αυτός τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του, και ότι ήταν προσβλητικό της τιμής και της υπόληψης του αναιρεσιβλήτου.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης η αναφορά του κινήτρου του αναιρεσείοντος αυτού στη διάδοση του ανωτέρω ψευδούς περιστατικού. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι 4ος από τον αριθ. 19, και 7ος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που προβάλλονται από τον εν λόγω αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, καθόσον αφορά την απορριφθείσα αγωγή των 2ης και 3ου εκ των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 59 του ΑΚ και 2 παρ. 1 του Συντάγματος, δεχόμενο ότι η περιλαμβανόμενη στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου φράση "και αν ακόμη γνώριζε άλλα, πλην των επιστημονικών, στοιχεία της προσωπικότητάς της δεν θα τα κατέθετε" δεν αποτελούσε μειωτικό υπαινιγμό που να προσβάλλει την προσωπικότητά της Χ2 , διέλαβε δε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί του ότι και οι υπόλοιπες συγκεκριμένες φράσεις που επίσης αποτέλεσαν περιεχόμενο της ίδιας αγωγής ήταν αναγκαίες για την υπεράσπιση της τιμής και της υπόληψής του αναιρεσιβλήτου, και ότι αυτός δεν είχε πρόθεση εξυβρίσεως των άνω αναιρεσειόντων.

Συνακόλουθα, είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι οι 8ος , 9ος , 10ος , 11ος , 13ος και 17ος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως, που προβάλλονται από τους 2η και 3ο αναιρεσείοντες.

ΙΙ.- Επειδή, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούτο χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του προσβλητικού για την τιμή του ψευδούς περιστατικού που ισχυρίστηκε ο 1ος αναιρεσείων ενόρκως εξεταζόμενος στον Ειρηνοδίκη, και όχι επειδή με την κατάθεσή του διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας.

Συνεπώς, ο 5ος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο 1ος αναιρεσείων προβάλει ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, διότι δεν αναφέρεται αν ο Ειρηνοδίκης ήταν αρμόδιος προς εξέταση αρχή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΙΙΙ.- Επειδή, το Εφετείο δεν ερεύνησε την μη προσβληθείσα με την έφεση των 2ης και 3ου εκ των αναιρεσειόντων αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά το μέρος που τους αφορούσε, ως προς τους οποίους η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αβάσιμη, και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων. Η μνεία εξάλλου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι "εκκαλούντες με την ένδική έφεσή τους ζητούν ....να απορριφθεί η σε βάρος τους αγωγή και να γίνει δεκτή η δική των", που προδήλως αναφέρεται α] στην απόρριψη της αγωγής του αναιρεσίβλητου μόνο κατά το μέρος που έγινε δεκτή και αφορούσε τον 1ο αναιρεσείοντα, και β] στην παραδοχή της απορριφθείσας αγωγής των αναιρεσειόντων, δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άνω άρθρου λόγω αντίφασης και έλλειψης επαρκών αιτιολογιών.

Συνεπώς, ο 6ος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της απόφασης, κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 είναι απαράδεκτος. IV.- Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο βεβαιώνει, πως στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι.

Έτσι, από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, όπως αυτό προεκτέθηκε, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε α] για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως προς την αλήθεια ή την αναλήθεια του περιστατικού που αναφέρεται στην από ..... ένορκη βεβαίωση, εκτός από την 178/97 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την οποία ρητώς αναφέρει, και όλα τα έγγραφα που ο 1ος αναιρεσείων επικαλέστηκε, και τα οποία αναφέρονται στους 1ο και 2ο λόγους του αναιρετηρίου, ήτοι τις 120/2000 και 999/1997 ποινικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με την πρώτη από τις οποίες επικυρώθηκε η προαναφερόμενη 178/97 απόφαση του Εφετείου, καθώς και το 1082/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β] έλαβε υπόψη, εκτός από τις 1719/97 και 2376/2004 αποφάσεις του ΣτΕ, τις οποίες ρητώς μνημονεύει, και την αναφερόμενη στον 12ο λόγο της αναιρέσεως υπ' αριθ. 1151/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε για δεύτερη φορά η πράξη του ΔΙΚΑΤΣΑ.

Επομένως, οι προαναφερόμενοι 1ος και 2ος λόγοι της αναιρέσεως, που προβάλλονται από τον 1ο αναιρεσείοντα, κατά το μέρος τους από τον αριθ. 11 γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο 12ος από τον ίδιο αριθμό [και όχι και από τον αριθ. 8] λόγος της αναιρέσεως που προβάλλεται από τους 2η και 3ο αναιρεσείοντες, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

V.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Επομένως, ο 1ος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο 3ος λόγος από τον ίδιο αριθμό, με τους οποίους ο 1ος αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε γιατί από τα προαναφερόμενα βουλεύματα και ποινικές αποφάσεις δεν αποδεικνύεται το αληθές της κατάθεσής του στον Ειρηνοδίκη, είναι απαράδεκτοι διότι πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων.

VΙ.- Επειδή με τον 14ο λόγο της αιτήσεως οι 2η και 3ος αναιρεσείοντες υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 8 και 19 προβάλλουν ότι το Εφετείο α] παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη ότι η 2η αναιρεσείουσα "ήθελε να αποκτήσει πτυχίο στο τμήμα αγγλικής φιλολογίας που ήταν απαραίτητο για να θεωρηθεί ότι έχει επάρκεια στην αγγλική γλώσσα" και β] έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το άνω ζήτημα διότι αυτή ουδέποτε είχε ανάγκη πτυχίου για να θεωρηθεί ότι έχει επάρκεια στην αγγλική γλώσσα, αφού εξακολουθεί να διδάσκει τη γλώσσα αυτή.

Ο λόγος αυτός υπό τις αιτιάσεις από τον αριθ. 8, και ανεξάρτητα του ότι το προαναφερόμενο περιστατικό είναι επουσιώδες και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα", είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος διότι το περιστατικό αυτό το επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος με την συνεκδικασθείσα αγωγή του, υπό τις αιτιάσεις δε από τον αριθ. 19 είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση του άνω λόγου πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

VIΙ. - Επειδή με τους 15ο και 16ο λόγους της αιτήσεως, οι ίδιοι 2η και 3ος αναιρεσείοντες προβάλλουν, με επίκληση των αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι "ο τίτλος σπουδών της Χ2 είχε αναλωθεί με την εγγραφή της στο τμήμα αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών" α] παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 50 του π.δ. 170/1973 "Περί του Συμβουλίου της Επικρατείας" που ορίζει ότι η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως, απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, επαγόμενη νόμιμη κατάργησή της έναντι πάντων, δεδομένου ότι με την 1719/97 απόφαση του ΣτΕ είχε γίνει δεκτό ότι "δεν υπάρχει διάταξη νόμου να ορίζει ότι αναλίσκεται ο τίτλος σπουδών", και β] δεν έλαβε υπόψη τον 11ο λόγο της έφεσής τους με τον οποίο επικαλέστηκαν την άνω απόφαση του ΣτΕ, καθώς και την όμοιά της με αριθ. 1151/97, και το από αυτές προκύπτον δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ο μεν πρώτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο τίτλος "είχε αναλωθεί", αλλά ότι τούτο έγινε δεκτό με την το 331/95 απόφαση του ΔΙΚΑΤΣΑ που ακυρώθηκε με την άνω απόφαση του ΣτΕ, ο δε δεύτερος διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω λόγο της έφεσης και τον απέρριψε εκ του πράγματος δεχόμενο ότι τελικά το ΣτΕ με την 2376/2004 απόφαση του, έκρινε ότι ο άνω τίτλος σπουδών της Χ2 υστερεί συγκρινόμενος με τον πλησιέστερο μεταπτυχιακό τίτλο που χορηγείται από ΑΕΙ της ημεδαπής, με συνέπεια να μη δύναται να αναγνωριστεί ως τίτλος ίσης επιστημονικής αξίας.

VΙIΙ.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως καθώς και το αίτημα που υπέβαλε ο 1ος αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο Δικαστήριο τούτο για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να αποδοθεί σ' αυτόν το ποσό των 587 ευρώ που έχει ήδη καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, διότι η επαναφορά προϋποθέτει απόφαση που αναιρέθηκε [ΚΠολΔ 579], και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.3.2005 αίτηση των 1. Χ1 2. Χ2 και 3. Χ3 για αναίρεση της 140/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ