Supreme Court allows appeal against debt collection judgment due to insufficient reasoning on fraud element.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding debt collection. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding whether the debtor acted fraudulently in incurring debts. Consequently, the Supreme Court set aside the lower court's decision and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure: When a lower court fails to provide adequate reasoning on the fraud element of a debt, the Supreme Court must allow the appeal and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1422 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1422/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας" (ΟΕΚ) και ήδη "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (ΔΥΠΑ, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "PRAXIA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "PRAXIA BANK" (πρώην CREDICOM CONSUMER FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μεράντζα, το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ηλιοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις (την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας του αναιρεσιβλήτου τη γνωστοποίησε με την εν λόγω από 27-2-2024 δήλωση), ενώ οι 2η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022). Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διάδικου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 500/2022).
Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 15-7-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 46/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (1-3-2024), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ" εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ. ...-2022 της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Π. Κ. και ...-2022 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι.
Γ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο της 21-10-2022, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στις 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 15-7-2020 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ' αριθμ. 46/2020 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.
Συνεπώς, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ και νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566,741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης, στις 13-3-2014, της ένδικης, από 13-3-2014, αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ.
Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και, προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι: "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι: "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.
ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα - δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ.
ΑΠ 8/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 13-3-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 91/2014) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών του), κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 108/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο, κατά παραδοχή της προταθείσας από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank AE", ήδη αναιρεσείουσα και "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ένστασης, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αίτηση.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ο αιτών, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, άσκησε την από 2-3-2018 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, το οποίο, δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (46/2020) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την αίτηση, απέρριψε αυτήν ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία "CREDICOM CONSUMER FINANCE A.E.", ήδη μετονομασθείσα σε "PRAXIA BANK Α.Ε.", τέταρτη αναιρεσίβλητη, και ακολούθως, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προταθείσα από τις ανωτέρω εφεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, όρισε μηδενικές καταβολές για τις οφειλές του αιτούντος προς τους πιστωτές του για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και επέβαλε την υποχρέωση στον αιτούντα να καταβάλει για τη διάσωσή της, το συνολικό ποσό των 98,34 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών (144 μηνών), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, δικάσαν ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την μη κατάγνωση δόλιας συμπεριφοράς στον 1ο αναιρεσίβλητο - αιτούντα και στη συνέχεια για την ουσιαστική παραδοχή της αίτησής του και τη ρύθμιση των χρεών του με μηδενικές καταβολές για τρία έτη με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, δέχτηκε, κατά την αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη : "Ο αιτών (εκκαλών), γεννηθείς την ...-1968 (ηλικία 51 ετών), είναι έγγαμος (από ...-1998) με την Κ.
Ν. του Α. (γεννηθείσα ...-1969 - ηλικίας 50 ετών), μετά της οποίας έχει αποκτήσει δύο (2) τέκνα, την Γ. και τον Α., που γεννήθηκαν στις ...-2000 και ...-2003 (ηλικίας κατά τη συζήτηση της έφεσης 19 & 16 ετών) αντίστοιχα, εκ των οποίων (τέκνων) η κόρη είναι (ήδη) φοιτήτρια του Τμήματος Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και εξαρτάται οικονομικά - όπως και ο (εισέτι) ανήλικος αδελφός της (μαθητής ήδη Α' Αυκείου) - από τους γονείς της (βλ.
το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αρταίων σε συνδ. με το υπ' αριθ. ...-2018 σχετικό πιστοποιητικό σπουδών του ΑΠΘ)· διαμένει μετά της οικογένειας του και τους υπερήλικους γονείς του [οι οποίοι τους συνδράμουν στα έξοδα διαμονής (όπως ρεύμα, τηλέφωνο) και στα έξοδα των τέκνων τους - εγγονών τους (...), όπως εκτίθεται παρακάτω] σε ιδιόκτητη οικία του, κείμενη εντός του οικισμού Αμμοτόπου Δήμου Αρταίων (για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω).
Ο αιτών (ηλικίας σήμερα 51 ετών) κατά το παρελθόν (ήδη από το έτος 1998) απασχολούταν ως βοηθός λογιστή σε εταιρεία παραγωγής & εμπορίας σκυροδέματος στην Άρτα με την επωνυμία "Μ." - με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ανερχόμενες σε 900 € περίπου (κατά μέσο όρο) - μέχρι τα τέλη του έτους 2003, ότε και απολύθηκε, έκτοτε δε - παρά τις επίμονες προσπάθειές του - δεν κατέστη εφικτό να ανεύρει εργασία (σταθερή ή και εκ περιτροπής) με συναφές και μη αντικείμενο (παραμένοντας μέχρι σήμερα σε καθεστώς ανεργίας, λόγος για τον οποίο είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του ΟΑΕΔ, χωρίς να δικαιούται πλέον επίδομα ανεργίας, (...), αναλαμβάνοντας περιστασιακές εργασίες κυρίως αγροτικής φύσης (όπως μεροκάματα σε συγκομιδή πορτοκαλιών, ελιών), παραλλήλως δε απασχολούμενος σε μόνιμη βάση στην ατομική επιχείρηση της συζύγου του "mini market" που διατηρεί στον Αμμότοπο Άρτας (τόπο κατοικίας τους) ως βοηθός της (χωρίς η συνδρομή - βοήθεια αυτή στην δραστηριότητα της συζύγου του να του προσδίδει τον χαρακτήρα του ελεύθερου επαγγελματία - εμπόρου/μικρεμπόρου,...), εκ της οποίας (δραστηριότητας) τα καθαρά έσοδα αποτελούσαν μετά του ατομικού εισοδήματος του (εκ της εργασίας του ως βοηθού λογιστή) μέχρι το έτος 2003 και αποτελούν πλέον από το έτος 2004 (ότε και απελύθη, συνδράμοντας έκτοτε στην ατομική επιχείρηση της συζύγου του) το μοναδικό ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημα, το οποίο κατά την τελευταία πενταετία (5ετία) έχει συρρικνωθεί σε μεγάλο βαθμό (λόγω του ότι το mini market της συζύγου του - που εξυπηρετούσε κατά κύριο λόγο τα χωρία της περιοχής - παρουσιάζει ως επί το πλείστον ζημίες εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η Χώρα και που έχει άμεσο αντίκτυπο στην αγοραστική δύναμη του καταναλωτικού κοινού) και ανέρχεται πλέον (σταθερά - κατά μέσο όρο) σε 300-400 € περίπου μηνιαίως (...).
Κατά τα οικ. έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 & τα φορ. έτη 2014, 2015, το ετήσιο ατομικό/οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος (μετά της συζύγου του) ανερχόταν σε (12.641,44 + 7.691,51 =) 20.332,95 € [για οικ. έτος 2003:12.680,88 € από μισθωτές υπηρεσίες, 10,56 € από γεωργικές επιχ/σεις 7.691,51 € από ατομική επιχείρηση συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 91.739,59 €)], σε (8.701,45 + 5.871,92 =) 14.573,37 € [για οικ.
έτος 2004: 8.690,89 € από μισθωτές υπηρεσίες, 10,56 € από γεωργικές επιχ/σεις & 5.871,92 € από ατομική επιχείρηση συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 97.330,03 €)], σε (10,56 + 6.997,58 =) 7.008,14 € [για οικ. έτος 2005: 10,56 € από γεωργικές επιχ/σεις & 6.997,78 € από ατομική επιχ/ση συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 99.234,07 €)], σε (1.507,58 + 5.876,68 =) 7.384,26 € [για οικ.
έτος 2006: 1.496,70 € από ελευθέρια επαγγέλματα, 10,88 € από γεωργικές επιχ/σεις & 5.876,68 € από ατομική επιχ/ση συζύγου (με ακαθόριστα έσοδα ύψους 89.171,66 €)], σε (10,11 + 3.530,42 =) 3.540,53 € [για οικ. έτος 2007: 10,11 € από γεωργικές επιχ/σεις & 3.530,42 € από ατομική επιχ. συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 85.516,30 €)], σε (10,11 + 4.494,18 =) 4.504,29 € [για οικ.
έτος 2008: 10,11 € από γεωργικές επιχ/σεις & 4.494,18 € από ατομική επιχ/ση συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 112.354,40 €)], σε (43,73 + 5.784,44 =) 5.828,17 € [για το οικ. έτος 2009: 43,73 € από γεωργικές επιχ/σεις & 5.784,44 € από ατομική επιχ/ση συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα συν. ύψους 144.610,97 €)], σε (43,73 + 16.382,77 =) 16.426,50 € [για το οικ. έτος 2010: 43,73 € από γεωργικές επιχ/σεις & 16.382,77 € από ατομική επιχ/ση συζύγου του (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 168.660,73 €)], σε (10,88 + 7.861,03 =) 7.871,91 € [για οικ.
έτος 2011: 10,88 € από γεωργικές επιχ/σεις & 7.861,03 € από ατομική επιχ/ση συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 131.455,74 €)], σε (25,70 + 1.500 =) 1.525,70 € (για το οικ. έτος 2012: 25,70 € από γεωργικές επιχ/σεις & 1.500 € από εξισωτική αγροτική αποζημίωση, ενώ η ατομική επιχ/ση της συζύγου είχε ακαθάριστα έσοδα ποσού 90.589,91 € & ζημία ύψους 10.844,48 €), σε (25,70 + 1.500 =) 1.525,70 € (για το οικ.
έτος 2013: 25,70 € από γεωργικές επιχ/σεις & 1.500 € από εξισωτική αγροτική αποζημίωση, ενώ η ατομική επιχ/ση της συζύγου είχε ακαθάριστα έσοδα ποσού 62.210,33 € & ζημία ύψους 11.363,32 €), σε 25,70 € (για το οικ. έτος 2014: 25,70 € από γεωργικές επιχ/σεις συζύγου, ενώ η ατομική επιχείρησή της είχε ακαθάριστα έσοδα ποσού 53.973,49 € & ζημία ύψους 1.129,68 €), σε (639,96 + 756,55 =) 1.396,51 € [για το φορ.
έτος 2014: 639,96 € από επίδομα & 756,55 € από ατομική επιχ/ση συζύγου του (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 51.650,47 €)] & σε (960 + 1.289,43 =) 2.249,43 € [για φορ. έτος 2015: 960 € από επίδομα δε 1.289,43 € από ατομική επιχ/ση συζύγου (με ακαθάριστα έσοδα ύψους 54.680,54 €)], όπως προκύπτει από τις σχετικές (κοινές) δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος μετά των αντίστοιχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων των άνω οικ.
δε φορ. ετών.
Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει (ως οφειλέτης & εγγυητής στην σύζυγό του) τα παρακάτω χρέη προς τους καθ' ων - πιστωτές (εφεξής εφεσίβλητους), τα οποία (είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι) θεωρούνται - κατά πλάσμα του νόμου (σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010) - με την κοινοποίηση της σχετικής αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό (...), με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως εξασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010).
Το ύψος των χρεών καθορίζεται από τις αναλυτικές καταστάσεις οφειλών, που απέστειλαν οι καθ' ων πιστωτές, ύστερα από σχετικό αίτημα του αιτούντος (εκκαλούντος), καθότι - σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010 - το δικαστήριο προκειμένου να προχωρήσει σε ρύθμιση ελέγχει μόνο την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης του ύψους αυτών ή των δεδουλευμένων τόκων (...).
Ειδικότερα δε ο αιτών οφείλει: (1) στην πρώτη των καθ' ων - πιστώτρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ΕRGASIAS Α.Ε.", (α) από σύμβαση πίστωσης με πρόσθετη πράξη (αρ. σύμβασης ...) ως εγγυητής, (οφείλει) το συνολικό ποσό των 40.917,25 €, απαίτηση που είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια - προσημείωση υποθήκης (ποσού 39.000 €) επί της κύριας κατοικίας του, στην οποία σύμβαση έχει συμβληθεί ως πιστούχος η σύζυγός του (για τις ανάγκες της ατομικής επιχείρησής της) & (β) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου (αρ.
σύμβασης ...· σημ. πρόκειται για "δάνειο ρύθμισης" που αφορά οφειλές του από καταναλωτικό δάνειο & τρεις πιστωτικές κάρτες) ως οφειλέτης, (οφείλει) το συν. ποσό των 25.633,87 €, για το οποίο (εν. δάνειο) υφίσταται εμπράγματη ασφάλεια - προσημείωση υποθήκης (ποσού 25.061,99 €) επί της κύριας κατοικίας του, (2) στην δεύτερη των καθ' ων - πιστώτρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ Α.Ε.", (α) από σύμβαση δανείου (αρ.
σύμβασης ...) ως οφειλέτης, (οφείλει) το συν. ποσό των 2.487,81 €, (β) από σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης (αρ. λογ. ...) ως εγγυητής, (οφείλει) το συν. ποσό των 36.205,85 €, στην οποία σύμβαση έχει συμβληθεί ως πιστούχος η σύζυγός του (για τις ανάγκες της ατομικής επιχείρησής της), (γ) από πιστωτική κάρτα (αρ. σύμβασης ...) ως οφειλέτης, (οφείλει) το συν.
ποσό των 3.526,39 €, (δ) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου (αρ. σύμβασης ...) ως οφειλέτης, (οφείλει) το συν. ποσό των 8.419,88 € & (ε) από σύμβαση στεγαστικού δανείου (αρ. σύμβασης ...) ως οφειλέτης, (οφείλει) το συν. ποσό των 26.094,68 €, για το οποίο (δάνειο) υφίσταται εμπράγματη ασφάλεια - προσημείωση υποθήκης (ποσού 12.000 €) επί της κύριας κατοικίας του, (3) στο τρίτο των καθ' ων - πιστωτή ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" - που υπεισήλθε στη θέση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας - ΟΕΚ" - από σύμβαση άτοκου χρεολυτικού δανείου για επισκευή κατοικίας (με κωδικό παροχής ...) ως οφειλέτης, (οφείλει) το συνολικό ποσό των 20.778,75 €, για το οποίο (δάνειο) υφίσταται εμπράγματη ασφάλεια - προσημείωση υποθήκης (ποσού 18.000 €) επί της κύριας κατοικίας του και (4) στην τέταρτη των καθ' ων - πιστώτρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "PRAXIA BANK A.E"- όπως (ήδη) έχει τροποποιηθεί η επωνυμία της "CREDICOM CONSUMER FINANCE A.E" (δυνάμει της υπ'αριθ. ...-2018 εγκριτικής απόφασης του Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης/ΑΔΑ: ...) - από σύμβαση πώλησης αυτ/του & χρηματοδότησης μέσω δανείου (αρ.
σύμβασης ...) ως οφειλέτης, (οφείλει) το συνολικό ποσό των 12.190,25 €, στην οποία σύμβαση συνεβλήθη ως εγγυητής η σύζυγός του (για τις ανάγκες της οικογένειας & της ατομικής επιχείρησης). Έτσι, το σύνολο των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται - κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησής του - στο (συν.) ποσό των (40.917,25 + 25.633,87 + 2.487,81 + 36.205,85 + 3.526,39 + 8.419,88 + 26.094,68 + 20.778,75 + 12.190,25 =) 176.254,73 € [σημ.
επί συνόλω εννέα απαιτήσεων των καθ' ων πιστωτών, σε επτά εξ αυτών συν. ύψους (25.633,87 + 2.487,81 + 3.526,39 + 8.419,88 + 26.094,68 + 20.778,75 + 12.190,25 =) 99.131,63 € ενέχεται ως οφειλέτης & στις λοιπές απαιτήσεις συν. ύψους (40.917,25 + 36.205,85 =) 77.123,10 € ενέχεται ως εγγυητής,...]. Αναφορικά με την απαίτηση της 4ης των καθ' ων - πιστώτριας (ύψους 12.190,25 €) λεκτέα τα ακόλουθα:
Με την υπ' αριθ. ...-2008 σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου & χρηματοδότησης μέσω δανείου ή κάρτας, που συνήφθη μεταξύ της 4ης, καθ' ης - τραπεζικής εταιρείας "CREDICOM CONSUMER FINANCE A.E." (εφεσίβλητης - ήδη μετονομασθείσας σε "ΡRΑΧΙΑ ΒΑΝΚ Α.Ε."), της πωλήτριας εταιρείας με την επωνυμία "… Α.Ε." και του αιτούντος (εκκαλούντος), συμφωνήθηκε η πώληση στον τελευταίο (αιτούντα) ενός Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής CHRYSLER LLC, τύπου CALIBER, κυλινδρισμού 1.798 cc, χρώματος ασήμι, με αριθ. κυκλ. ... & αριθ. πλαισίου ... (έτους 1η5 κυκλ. 2008), υπό τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας & νομής του από την πωλήτρια εταιρία μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος από τον αιτούντα, στον οποίο παραδόθηκε η κατοχή & χρήση του.
Με την αυτή σύμβαση η πιστώτρια τράπεζα (4η καθ' ης - μετέχουσα) χορήγησε στον αιτούντα δάνειο ύψους 19.000 €, που αντιστοιχούσε στο πιστούμενο τίμημα αγοράς, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε 84 ισόποσες. μηνιαίες δόσεις ποσού 273,93 € έκαστη μέσω του υπ' αριθ. ... λογαριασμού του αιτούντος· προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του τελευταίου (αιτούντος), η πωλήτρια εταιρεία εκχώρησε στην πιστώτρια τράπεζα λόγω ενεχύρου τις από την πώληση και παρακράτηση της κυριότητας αξιώσεις της για υπαναχώρηση από τη σύμβαση και απόδοση της νομής του αυτοκινήτου, καθώς και τις σχετικές αγωγές.
Ακόμη συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιοσδήποτε οφειλής, ο αιτών θα περιερχόταν χωρίς όχληση σε υπερημερία και η πιστώτρια τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να καταγγείλει το δάνειο, οπότε θα γινόταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του χρέους. Με την με αριθ. έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...-2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών - η πιστώτρια τράπεζα επικαλούμενη καταγγελία της σύμβασης και υπαναχώρηση λόγω υπερημερίας του αιτούντος περί την καταβολή των ληξιπρόθεσμων δόσεων του δανείου, ζήτησε την απόδοση της κατοχής & χρήσης του αυτ/του, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 1834/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Ειρ.
Αθηνών), προσκομιζόμενη από τον αιτούντα, από την οποία προκύπτει ότι ήδη κατά το χρόνο κοινοποίησης προς αυτόν της ως άνω αίτησης (ασφαλιστικών μέτρων) είχε καταστεί υπερήμερος περί την καταβολή πέντε (5) μηνιαίων ληξιπρόθεσμων δόσεων συν. ποσού 1.369,65 €, για το λόγο δε αυτό η μετέχουσα πιστώτρια τράπεζα κατήγγειλε και υπαναχώρησε από τη σύμβαση, καθιστώντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το υπόλοιπο ποσό του δανείου, σύμφωνα με τους όρους της ένδικης σύμβασης.
Συνέπεια λοιπόν της συμπεριφοράς αυτής του αιτούντος ήταν να ασκηθεί από πλευράς της (μετέχουσας) πιστώτριας τράπεζας με την επίδοση της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση κατ' άρθρα 389 & 390 ΑΚ. Έτσι με την περιέλευση στον αιτούντα της περί υπαναχώρησης δήλωσης βούλησης της πιστώτριας τράπεζας, καταργήθηκε η όλη ενοχική σχέση και αποσβέσθηκαν οι από τη σύμβαση υποχρεώσεις προς παροχή και ο αιτών - αγοραστής υποχρεούται να αποδώσει το εν λόγω όχημα (ΙΧΕ).
Παράλληλα η (μετέχουσα) πιστώτρια τράπεζα με την απάντησή της στο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος ζήτησε την επιστροφή του αυτοκινήτου και την εξαίρεση από την ρύθμιση του ανωτέρω χρέους. Εφόσον, λοιπόν, η ως άνω πιστώτρια (4η των καθ' ων) έχει ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, της οποίας συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, μετά την οποία αποσβέσθηκαν οι από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις των μερών, δεν οφείλεται το υπόλοιπο του τιμήματος και συνεπώς δεν αποτελεί παθητικό της περιουσίας του αιτούντος και δεν μπορεί να ενταχθεί ως χρέος του - σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση - στη ρύθμιση του ν. 3869/2010· ούτε βέβαια το αυτ/το μπορεί να ενταχθεί στη ρύθμιση αφού ο αιτών έχει απλή κατοχή και συνεπώς δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, υποκείμενο σε ρευστοποίηση (...).
Επομένως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την τέταρτη των καθ' ων - πιστώτρια τραπεζική εταιρεία "CREDICOM CONSUMER FINANCE A.E." (εφεσίβλητη - ήδη μετονομασθείσα σε "ΡRΑΧΙΑ ΒΑΝΚ Α.Ε."). Έτσι λοιπόν το σύνολο των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται - κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, αφαιρουμένου του ως άνω χρέους ύψους 12.190,25 € (κατά τα προλεχθέντα) - στο (συν.) ποσό των (40.917,25 + 25.633,87 + 2.487,81 + 36.205,85 + 3.526,39 + 8.419,88, + 26.094,68 + 20.778,75 =) 164.064,48 € [σημ.
επί συνόλω πλέον οκτώ απαιτήσεων, σε έξι εξ αυτών συνολικού ύψους (25.633,87 + 2.487,81 + 3.526,39 + 8.419,88 + 26.094,68 + 20.778,75 =) 86.941,38 € ενέχεται ως οφειλέτης & στις λοιπές απαιτήσεις συν. ύψους (40.917,25 + 36.205,85 =) 77.123,10 € ενέχεται ως εγγυητής]. Από την παράθεση των ως άνω δεδομένων προκύπτει ότι το μηνιαίο οικογ/κό εισόδημα του αιτούντος (μη έχοντος πτωχευτική ικανότητα) μετά της συζύγου του - ύψους περί τα 300-400 € κατά μέσο όρο (από την ατομική επιχείρηση "mini market" της συζύγου με την συνδρομή - προσωπική εργασία και του ίδιου ως βοηθού), προστιθέμενης και της βοήθειας των συνοικούντων υπερήλικων γονέων του που εστιάζεται (πέραν της ενίοτε κάλυψης κάποιων δαπανών διαμονής) κυρίως στη συμπλήρωση της κάλυψης των εν γένει αναγκών των τέκνων τους (εγγονών) - δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις άνω δανειακές του υποχρεώσεις προς τους καθ' ων πιστωτές, με αποτέλεσμα να έχει περιέλθει χωρίς υπαιτιότητά του σε μόνιμη και διαρκή (πραγματική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, καθότι αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του ελλείψει ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο τελευταίος (οφειλέτης) να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, η δε αδυναμία του αυτή (αιτούντος - εκκαλούντος) δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε.
Αδυναμία, άλλωστε, συνιστά όχι απαραίτητα κάποιο έκτακτο γεγονός, αλλά και άλλοι παράγοντες, όπως αστοχία σχετικά με τις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη, ατυχείς προγραμματισμοί, επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, εισοδηματική στενότητα, υψηλά επιτόκια κ.λπ., στοιχεία που εν πολλοίς συντρέχουν και στην προκειμένη περίπτωση.
Η αδυναμία του είναι γενική, καθότι με το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά του αδυνατεί να καλύψει το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων και των λοιπών δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας του. Η αδυναμία του είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται ουσιαστική αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος κατά το προσεχές μέλλον [σημ.
λόγω της μακροχρόνιας ανεργίας του, απασχολείται ως βοηθός επί 15ετία (από το έτος 2004) σε μόνιμη βάση στην ατομική επιχείρηση "mini market" της συζύγου, εξαρτώμενος αποκλειστικά από την οικονομική πορεία της άνω δραστηριότητας, η οποία την τελευταία 8ετία (από το έτος 2011) είναι φθίνουσα σε τέτοιο μεγάλο βαθμό που τείνει πλέον να καταστεί μόνιμη, χωρίς να υφίστανται προσδοκίες ουσιαστικής ανάκαμψής της (επαναφορά στην κατάσταση προ του έτους 2011), η δε απασχόλησή του σε περιστασιακές εργασίες κυρίως αγροτικής φύσης δεν δύναται από μόνη της (λόγω του βοηθητικού της χαρακτήρα) να δώσει ώθηση στην διαμόρφωση - εξέλιξη του οικογ/κού του εισοδήματος· επίσης δεν αναμένεται να ανεύρει εργασία υπό τις παρούσες δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες και τον υψηλό δείκτη ανεργίας (ειδικώς δε σε άτομα ηλικίας 50 ετών και άνω)].
Δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (αιτών - εκκαλών) βαρύνεται με οιουδήποτε είδους δόλου σχετικά με την ανάληψη των χρεών του· ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι με πράξεις ή με παραλείψεις του επεδίωξε την αδυναμία πληρωμών του ή προέβλεψε μεν ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, αλλά εντούτοις δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι για ικανό χρονικό διάστημα στο παρελθόν (μέχρι τα τέλη 2011, μετά για μικρό χρονικό διάστημα με ρυθμίσεις - μεταφορές οφειλών) εξυπηρετούσε μετά της συζύγου τις εν γένει δανειακές του υποχρεώσεις [τόσο αυτές που ανέλαβε προ του έτους 2004, ότε και εργαζόταν ως βοηθός λογιστή, όσο και εκείνες που ανέλαβε κατά τα έτη 2006-2008 (όπως και τη ρύθμιση οφειλών στην οποία προέβη τον 1ο /2011, στην προσπάθειά του να συνεχίσει να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του) - απασχολούμενος πλέον στην ατομική επιχ/ση της συζύγου του - είτε ως οφειλέτης είτε ως εγγυητής στην σύζυγο του], καλυπτόμενες ως επί το πλείστον από τα ακαθάριστα έσοδα της ατομικής επιχείρησης ("mini market") της συζύγου μέχρι του χρονικού σημείου που αυτό ήταν εφικτό και υπήρχε θετικό πρόσημο (υπόλοιπο) προς κάλυψη αυτών [συμπεριλαμβανομένου στα ακαθάριστα έσοδα της επιχ/σης και του προϊόντος της εργασίας (μισθού) του αιτούντος, όπως προκύπτει - συνάγεται από τις αποδείξεις σε συνδ.
με το 10% της τελευταίας ενήμερης μηνιαίας δόσης έκαστης ένδικης σύμβασης αναγόμενο στο 100% κάθε μην. δόσης έκαστης αυτών]. Επίσης, σαφώς, προέκυψε ότι η αλλαγή των προβλέψεων του αιτούντος (εκκαλούντος) οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες και δη στην ενσκύψασα οικονομική κρίση που δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει σε συνδ.
με την εξαιτίας της οικονομικής κρίσης κατάρρευση των εσόδων της ατομικής επιχ/σης της συζύγου του (που αποτελεί τον πυρήνα του οικογ/κού εισοδήματος του), την εν γένει κλιμακούμενη αύξηση της φορολογίας (άμεσης & έμμεσης) και την αύξηση του κόστους διαβίωσης· επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός περί δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών που προβλήθηκε από πλευράς των δύο πρώτων των καθ' ων - πιστωτριών (δύο πρώτων εφεσίβλητων πιστωτριών).
Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος ο σχετικός περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που προέβαλαν οι καθ' ων - πιστωτές, καθότι τα επικαλούμενα περιστατικά - και αληθή υποτιθέμενα - δεν δύνανται να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η άσκηση της αίτησης είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του ν. 3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά, με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η ρύθμιση δε αυτή βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος· εξάλλου, εν προκειμένω ο αιτών (ήδη εκκαλών) ασκεί νόμιμο δικαίωμά του, το δε σχέδιο διευθέτησής του συνιστά πρόταση προς τους πιστωτές του και δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, που θα εκτιμήσει ελεύθερα την πρόταση αυτή με βάση τα σχετικά στοιχεία και τα διδάγματα της κοινής πείρας για τις συνθήκες και τις ανάγκες διαβίωσης του αιτούντος (μετά της οικογένειας του) (...).
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αιτών (εκκαλών) τυγχάνει αποκλειστικός κύριος μίας παλαιάς διώροφης οικοδομής συν. εμβαδού 120 τ.μ./έτους κατασκευής 1968 [δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1999 συμβολαίου γονικής παροχής (αστικού ακινήτου) της Συμβ/φου 'Αρτας Ε. Δ. Κ., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας], κείμενης εντός του οικισμού Αμμοτόπου του Δήμου Αρταίων, επί οικοπέδου επιφάνειας 1.000 τ.μ.
Η συν. αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 17.700,80 € [...). Η εν λόγω οικία (μετά του οικοπέδου) αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογενείας του, η δε αξία της δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες (κατά την κρίσιμη περίπτωση) διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση, για την οποία (κύρια κατοικία) υποβάλλεται από τον αιτούντα - ιδιοκτήτη αίτημα περί υπαγωγής αυτής στην προβλεπόμενη από τη σχετική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 ρύθμιση.
Επίσης, στα περιουσιακά του στοιχεία περιλαμβάνονται (κατ' αποκλειστική κυριότητα): (α) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.900 τ.μ. (σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης 1.863 τ.μ.), κείμενο στη θέση "ΒΟΪΔΟΛΙΒΑΔΟ" της κτηματικής περιφέρειας Αμμοτόπου Π.Ε. Άρτας (που αποτελεί το υπ' αριθ. "52" τεμάχιο του αγροκτήματος "Αμπέλια" Αμμοτόπου του τέως Δήμου Ξηροβουνίου - νυν Δ.
Αρταίων Π.Ε. Άρτας), εμπορικής αξίας (κατ' εκτίμηση) 700 € περίπου (δυνάμει του υπ' αριθ. .../2007 παραχωρητηρίου της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης της τέως Νομαρχιακής Αυτ/σης Άρτας, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας), (β) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.900 τ.μ. (σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης 1.764 τ.μ.), κείμενο στη θέση "ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΑΦΑ" της κτηματικής περιφέρειας Αμμοτόπου Π.Ε.
Άρτας (που αποτελεί το υπ' αριθ. "225" τεμάχιο του αγροκτήματος "Αμπέλια" Αμμοτόπου του τέως Δήμου Ξηροβουνίου - νυν Δ. Αρταίων Π.Ε. Άρτας), εμπορικής αξίας (κατ' εκτίμηση) 700 € περίπου (δυνάμει του υπ' αριθ. .../2007 παραχωρητηρίου της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης της τέως Νομαρχιακής Αυτ/σης Άρτας, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθ/κείου Φιλιππιάδας) & (γ) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 1.500 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΣΚΕΝΤΟΝΑΙΪΚΑ" της κτηματικής περιφέρειας Αμμοτόπου Π.Ε.
Άρτας, εμπορικής αξίας (κατ' εκτίμηση) 800 € περίπου (δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας). Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία του αιτούντος (αγροτεμάχια) κρίνεται ότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των καθ' ων πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη της θέσης και της μικρής εμπορικής τους αξίας [όπως άλλωστε συνάγεται και από τη σχετική δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2014 - πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, βάσει της οποίας ο αναλογούν φόρος για τα επίμαχα ακίνητα- λόγω μηδενικής αντικειμενικής τους αξίας- ορίσθηκε σε 3,80-3,80 & 3 € αντίστοιχα και συνολικά σε 10,60 €, το οποίο (ποσό) μετά του ποσού των 344,50€ ως αναλογούντος φόρου για την κύρια κατοικία του μειώθηκε κατά 50%, καθότι ο αιτών πληρούσε τα εν γένει εισοδηματικά κριτήρια προς τούτο), καθώς και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (όπως αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.), γι' αυτό και δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 εκποίησή τους (απορριπτομένου του περί του αντιθέτου σχετικού ισχυρισμού των δύο πρώτων καθ' ων - εφεσίβλητων] (σημ.
στο παρελθόν - κατά τα οικ. έτη 2012 & 2013 - είχε λάβει για τα άνω αγροτεμάχια ως εξισωτική αγροτική αποζημίωση ποσό ύψους 1.500 €, απαραίτητο για την ενδυνάμωση του οικογενειακού εισοδήματος του, το οποίο πλέον δεν δικαιούται, όπως συνάγεται από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος μετά των αντίστοιχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων).
Πέραν των ανωτέρω, ο αιτών (εκκαλών) δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία, όπως και δεν έχει καταθέσεις, μερίσματα, μετοχές ή ομόλογα, ούτε απαιτήσεις έναντι τρίτων (σημ. το υπ' αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εμπορικής αξίας 5.000 € περίπου δεν αποτελεί πλέον περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε ρευστοποίηση - δοθέντος ότι έχει αποβληθεί από την νομή του δυνάμει δικαστικής απόφασης - κατά τα άνω)· η σύζυγός του πέραν του ότι τυγχάνει συγκυρία σε ποσοστό 50% επί ενός (αστικού) οικοπέδου εμβαδού 259,60 τ.μ.
που βρίσκεται εντός της Δ.Ε. Φιλιππιάδας Δήμου Ζηρού Π.Ε. Πρέβεζας (επί της οδού ...) και δεν της αποφέρει κανένα εισόδημα, στερείται οποιασδήποτε άλλης κινητής - ακίνητης περιουσίας. Με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος (εκκαλούντος) οι προϋποθέσεις για να υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και δη σ' αυτήν των άρθρων 8 παρ. 2 & 9 παρ. 2 (καθότι βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του).
Εν προκειμένω θα πρέπει να γίνει συνδυασμός της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 για μηνιαίες καταβολές επί τριετία και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές περί διάσωσης της κύριας κατοικίας του. Ειδικότερα, η ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει κατά πρώτο λόγο με τον ορισμό μηνιαίων καταβολών απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές του (τρεις πρώτους των καθ' ων - εφεσίβλητους) - από τα εν γένει εισοδήματά του μετά της συζύγου του - επί τριετία (κατ' άρθρο 8 παρ. 2 εδ.
α' του ν. 3869/2010, όπως αντικ. με το άρθρο 16 του ν. 4163/2013 και καταλαμβάνει την ένδικη αίτηση) προς μερική εξόφληση των οφειλών του. Το Δικαστήριο, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα του αιτούντος μετά της συζύγου του (όπως προεκτέθηκαν), καθώς και τις βασικές βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των μελών της οικογένειας του [στις οποίες - με βάση τις συνθήκες ζωής τους και τις ηλικίες τους - περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για διατροφή, ένδυση -υπόδηση, θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες, ιατροφαρμακευτικές δαπάνες μη καλυπτόμενες από τους κοινωνικοασφαλιστικούς οργανισμούς, έξοδα μετακινήσεων, εκπαιδευτικές δαπάνες, έξοδα σπουδών, έξοδα μετακινήσεων & δαπάνες κοινής ωφέλειας (όπως φως, νερό, τηλέφωνο) κ.λπ.] - προσδιοριζόμενες κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.000 € περίπου μηνιαίως (άκρως συντηρητικό· σημ.
ενδεικτικά το εγγυημένο ύψος βασικών δαπανών διαβίωσης εκ της ΕΛΣΤΑΤ κυμαίνεται για δύο ενήλικες με δύο τέκνα σε 1.347 €) και καλυπτόμενες εν μέρει μετά δυσκολίας από τα (ανεπαρκή) έσοδα της ατομικής επιχείρησης mini market της συζύγου (που αποτελεί - όπως προεκτέθηκε - τον πυρήνα του οικογ/κού εισοδήματος), την απασχόληση του αιτούντος (πέραν της δραστηριότητας της συζύγου) σε περιστασιακές εργασίες αγροτικής φύσης (μεροκάματα) και την συνδρομή των συνοικούντων υπερήλικων γονέων του (κυρίως με την κάλυψη των αναγκών των τέκνων - εγγονών τους)- αλλά και τη δυσκολία προοπτικής ουσιαστικής βελτίωσης στο μέλλον, της οικονομικής του κατάστασης (μετά της συζύγου του) - κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 περί καταβολής μηδενικών μηνιαίων καταβολών, αποφασίζοντας προς τούτο αυτεπαγγέλτως, στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην εκούσια δικαιοδοσία (...), γενομένου δεκτού και σχετικού αιτήματος του αιτούντος (εκκαλούντος), χωρίς μάλιστα να υφίσταται ανάγκη ορισμού νέας δικασίμου περί επανεξέτασης και τυχόν επαναπροσδιορισμού των μηνιαίων καταβολών στο πλαίσιο της αυτής ρύθμισης, αφού δεν αναμένεται - κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων - η ουσιώδης βελτίωση της (δυσμενούς) οικονομικής κατάστασής τους (όπως προελέχθη) κατά τα επόμενα έτη.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εκκαθαρίσει οριστικά το ζήτημα της απαλλαγής του αιτούντος από τα χρέη του, προσδιορίζοντας μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς τους μετέχουσες στη δίκη πιστωτές του (καθ' ων) για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, αρχής γενομένης από την τρίτη (3η) ημέρα μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, στο πλαίσιο της δικαστικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 5-2 του ν. 3869/2010 (σημ.
στα πλαίσια της υπ' αριθ. 91/2014 απόφασης περί προσωρινής διαταγής του Ειρ. Άρτας είχαν ορισθεί μηδενικές μηνιαίες καταβολές κατ' άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010).
Περαιτέρω, η ανωτέρω ρύθμιση θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 ρύθμιση, εφόσον δεν επέρχεται πλήρης ικανοποίησης των απαιτήσεων των καθ' ων πιστωτών του και υποβάλλεται σχετικό αίτημα από τον ίδιο (αιτούντα), μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η εξαίρεση της κατοικίας του από την εκποίηση (...).
Έτσι, θα πρέπει στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (όπως αντικ. με το άρθρο 17 παρ. 1- 2 του ν. 4161/2013 & καταλαμβάνει την ένδικη αίτηση) να ορισθούν,μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος συν. ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας, που ανέρχεται σε 17.700,80 €, δηλαδή του ποσού των (17.700,80 χ 80% =) 14.160,64 €, στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωσή του.
Σημειωτέον ότι το σχετικό αίτημα του αιτούντος (εκκαλούντος) περί καταβολής μηδενικών μηνιαίων καταβολών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του - επικαλούμενος αναλογική εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 5-2 του ν. 3869/2010 (κατ' εκτίμηση) - τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, αφού η ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 δεν αποτελεί συνάρτηση των πάσης φύσης εισοδημάτων και βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, όπως αντιθέτως συμβαίνει με τη σχετική ρύθμιση ίου άρθρου 8 παρ. 2-5 του ίδιου νόμου (που εφαρμόσθηκε παραπάνω στην περίπτωσή του) (...).
Από τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, θα ικανοποιηθούν προνομιακά & συμμέτρως μόνο οι καθ' ων - πιστωτές (εφεσίβλητοι) που έχουν εμπραγμάτως εξασφαλισμένες (με προσημειώσεις υποθήκης) απαιτήσεις επί του άνω ακινήτου (σύμφωνα με τα όσα ορίζει ο νόμος) και δη (1) η πρώτη των καθ' ων πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ERGASIAS Α.Ε." για (α) απαίτηση ύψους 40.917,25 € από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πίστωσης (με πρόσθετη πράξη) & (β) απαίτηση ύψους 25.633,87 € από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου,[ήτοι απαιτήσεις συν. ύψους (40.917,25 + 25.633,87 =) 66.551,12 €], (2) η δεύτερη των καθ' ων πιστώτρια "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ Α.Ε." για απαίτηση ύψους 26.094,68 € από την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου και (3) το τρίτο των καθ' ων πιστωτή ΝΠΔΔ "ΟΑΕΔ" (υπεισελθόντος στη θέση του καταργηθέντος ΝΠΔΔ "ΟΕΚ") για απαίτηση ύψους 20.778,75 € από σύμβαση δανείου επισκευής κατοικίας (με κωδικό παροχής ...).
Ωστόσο, ο αιτών υποχρεούται να καταβάλει για τη διάσωση της κατοικίας του μηνιαίες δόσεις μέχρι του ποσού των 14.160,64 €. Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού (14.160,64 €), θα πρέπει να ορισθεί σε δώδεκα (12) έτη, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, της εν γένει οικονομικής του δυνατότητας μετά της συζύγου του) και της ηλικίας του (διάγει το 51° έτος).
Έτσι, το καταβλητέο συν. ποσό έκαστης μηνιαίας δόσης - για την προνομιακή ικανοποίηση των ως άνω εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων των καθ' ων (ύψους 40.917,25 - 25.633,87 - 26.094,68 & 20.778,75 αντίστοιχα, κατά τα άνω) - ανέρχεται σε [14.160,64 € : (12 έτη χ 12 μήνες =) 144 μήνες =] 98,34 €. Για την σύμμετρη ικανοποίηση των αυτών ενέγγυων απαιτήσεων, έκαστη μηνιαία δόση θα υπολογισθεί ως εξής:
ποσό συν. καταβλητέας δόσης (ήτοι 98,34 €) επί το ύψος του ποσού της ενέγγυας απαίτησης του κάθε πιστωτή δια του ποσού του συνόλου των αυτών (ενέγγυων) απαιτήσεων (ήτοι 40.917,25 + 25.633,87 + 26.094,68 + 20.778,75 = 113.424,55 €).
Συνεπώς, από το ως άνω ποσό των 98,34 € το μήνα αναλογεί για τη σύμμετρη ικανοποίηση των ενέγγυων απαιτήσεων: (1) στην πρώτη των καθ' ων "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ERGASIAS Α.Ε." το ποσό των [(98,34 χ 66.551,12) : 113.424,55 =] 57,70 € το μήνα επί 144 μήνες, αναλυόμενο σε (α) ποσό [(98,34 χ 40.917,25) : 113.424,55 =] 35,48 € (μηνιαίως επί 144 μήνες) για την ενέγγυα απαίτηση από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πίστωσης (με πρόσθετη πράξη) & (β) ποσό [(98,34 χ 25.633,87) : 113.424,55 =] 22,22 € (μηνιαίως επί 144 μήνες) για την ενέγγυα απαίτηση από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, (2) στην δεύτερη των καθ' ων "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ Α.Ε." το ποσό των [(98,34 χ 26.094,68) : 113.424,55 =] 22,62 € το μήνα επί 144 μήνες για την ενέγγυα απαίτηση από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση στεγ/κού δανείου και (3) στο τρίτο των καθ' ων ΝΠΔΔ "ΟΑΕΔ" (υπεισελθόντος στη θέση του ΝΠΔΔ "ΟΕΚ") το ποσό των [(98,34 χ 20.778,75) : 113.424,55 =] 18,02 € το μήνα επί 144 μήνες για την ενέγγυα απαίτηση από σύμβαση δανείου επισκευής κατοικίας (με κωδικό παροχής ...). Η αποπληρωμή του ανωτέρω ποσού των 14.160,64 € [καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις συν.
ύψους (35,48 + 22,22 =) 57,70 + 22,62 - 18,02 =) 98,34 €] θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδόχησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Οι ως άνω μηνιαίες δόσεις (συν. ύψους 98,34 €) για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα αρχίσουν να καταβάλλονται το πρώτο (1°) τριήμερο του πρώτου (1ου) μηνάς μετά την παρέλευση τριών (3) ετών (36 μηνών) από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης με την επιπλέον παρέλευση τριών (3) μηνών από το ως άνω χρονικό σημείο (δημοσίευσης· όπως έγινε και για τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5-2) (καταβλητέες εντός του 1ου τριημέρου έκαστου μηνάς), καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί και περίοδο χάριτος διάρκειας τριών (3) ετών.
Η απαλλαγή του αιτούντος (εκκαλούντος) από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλών του έναντι των πιστωτών του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή (ήτοι της πραγματοποίησης των καθοριζόμενων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του μηνιαίων καταβολών).
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που - με την εκκαλουμένη (υπ' αριθ. 108/2017) απόφασή του - απέρριψε την ένδικη αίτηση (καθ' ο μέρος αφορά τους τρεις πρώτους των καθ' ων - πιστωτών) για το λόγο ότι υφίστατο υπαιτιότητα του αιτούντος υπό τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου (καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του ως πιθανό και το αποδέχθηκε, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης από πλευράς των δύο πρώτων των καθ' ων περί δόλιας περιέλευσής του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του), έσφαλε στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αρτας, δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά της υπ'αριθμ. 108/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άρτας, που είχε κρίνει διαφορετικά, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της καθ' ης και ήδη αναιρεσείουσας και της 2ης αναιρεσίβλητης ότι ο αιτών περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος, εξαιρώντας της εκποίησης την κύρια κατοικία του, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της.
Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές του το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, απαίτησε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' Ν. 3869/2010 ως προς την περιέλευση του πρώτου αναιρεσίβλητου από ενδεχόμενο δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που η προσβαλλόμενη απόφαση, ανελέγκτως, αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής ως άνω διάταξης, αναφορικά τουλάχιστον με τον ενδεχόμενο δόλο.
Και τούτο διότι η έννοια του ενδεχόμενου δόλου περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς την ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο 1ος αναιρεσίβλητος μπορούσε να προβλέψει κατά την ανάληψη των ιδιαίτερα υψηλών δανειακών του υποχρεώσεων, συνολικού ύψους 164.064,48 ευρώ κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ότι με τα μηνιαία εισοδήματά του και τη μικρής αξίας, κατ' αντικειμενικό προσδιορισμό ακίνητη περιουσία του, σύμφωνα με τις παραδοχές (δηλαδή 17.700,80 ευρώ η αξία της κύριας κατοικίας και 2.200 ευρώ η αξία της λοιπής ακίνητης περιουσίας), θα αδυνατούσε να εξοφλήσει τις δόσεις των δανείων, καθόσον α) τα μηνιαία εισοδήματά του μέχρι το τέλος του έτους 2003, ότε και απολύθηκε από την εργασία του ως βοηθού λογιστή, ανέρχονταν στα 900 ευρώ περίπου μηνιαίως και στη συνέχεια ήταν ελάχιστα και απροσδιόριστα, η δε μηνιαία ενήμερη δόση για την αποπληρωμή των δανείων του ήταν μεγαλύτερη από το ποσό αυτό, β) οι μηνιαίες οικογενειακές του ανάγκες ανέρχονταν σε 1.000 ευρώ μηνιαίως, γ) τα εισοδήματά του σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ποτέ δεν του επέτρεπαν να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του, και δ) τα εισοδήματά του βρίσκονταν σε πρόδηλη αναντιστοιχία προς τα χρέη, που ανέλαβε, είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής και ενώ μπορούσε να προβλέψει ότι είναι ενδεχόμενο, κατ' αντικειμενική κρίση μέσου συνετού δανειολήπτη, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές μελλοντικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό συνεχίζοντας τον αλόγιστο υπέρμετρο δανεισμό του με πολλαπλά καταναλωτικά, επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια και συνολικά, σύμφωνα με τις παραδοχές με οκτώ (8) πιστωτικά προϊόντα, με ιδία αυτού πρωτοβουλία, είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις επιζήμιες συνέπειες προς τους πιστωτές του.
Τα περιστατικά αυτά, όπως προεκτέθηκε, αρκούσαν για να θεμελιωθεί η νομική έννοια του ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του 1ου αναιρεσιβλήτου. Συνακόλουθα, κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο, ότι η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων (αρκούντως ορισμένη, όπως συνάγεται από την επισκόπηση των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.
Επίσης, έτσι που έκρινε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της μη δόλιας περιελεύσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο διότι, κατά το μέρος που δέχθηκε έλλειψη (ενδεχόμενου) δόλου του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου, ενώ αναφέρει ότι μετά το τέλος του έτους 2003, ότε και απολύθηκε, δεν κατέστη εφικτό να ανεύρει εργασία (σταθερή ή και εκ περιτροπής) με συναφές και μη αντικείμενο, παραμένοντας μέχρι σήμερα σε καθεστώς ανεργίας, λόγος για τον οποίο είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του ΟΑΕΔ, χωρίς να δικαιούται πλέον επίδομα ανεργίας και ότι ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις και μετά το έτος 2004, ήτοι κατά τα έτη 2006-2008 (χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι το έτος 2008 προέβη σε περαιτέρω δανεισμό ποσού 19.000 ευρώ, για την αγορά ΙΧΕ αυτοκινήτου), και ενώ δέχεται ότι παρά την πρόδηλη αναντιστοιχία των ανωτέρω ποσών (εισοδημάτων και οφειλών), ενήργησε χωρίς ενδεχόμενο δόλο, δεν διαλαμβάνει ότι ο αιτών διέθετε εισοδήματα από άλλες πηγές ή ότι ανέμενε ή ήλπιζε έστω δικαιολογημένα σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του δεδομένων.
Επομένως, ο λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το προεκτεθέν μέρος του, που αφορά την ένσταση δόλου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 6 αντίστοιχα, του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η απόφαση αυτή. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ δεν θα περιληφθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ.
β' του Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 46/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ