Legislator Case Law & Legislation
1422/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on failure to consider evidence, ruling appellate court properly evaluated documents generally.

Case Number 1422/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki regarding child custody. The appellant argued the appellate court failed to consider a specific written agreement on custody, but the court found she did not submit this document during the appeal proceedings. The court ruled that the appellate court had properly considered the document's content through a general reference to all submitted evidence, making the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the appellate court generally acknowledged the evidence and the appellant failed to submit it during the appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration child custody dispute appellate review procedural default family law supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 2/2008
Supreme Court 13-14-15/2005
Supreme Court 1461/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1422 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1422/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Λ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Χ. και Λ. Ευθυμιάδη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καρδασιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αθανασιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3/3/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 409/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 750/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/5/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια ,το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, με αριθμό 750/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς , ασκήθηκαν από τους διαδίκους της παρούσας δίκης , όπως προκύπτει από την παραδεκτή ,κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, α) η από 22-2-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε να της ανατεθεί αποκλειστικά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων Χ.

και Λ., που απέκτησε με τον εναγόμενο ,ήδη αναιρεσίβλητο, εν διαστάσει σύζυγο της και β) η από 3-3-2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να του ανατεθεί αποκλειστικά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων που απέκτησε με την εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, εν διαστάσει σύζυγο του, επί των οποίων εκδόθηκε η 409//2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ανέθεσε σ' αυτόν την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους.

Κατά της ανωτέρω απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-2-2017 έφεσή της , επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης 750/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ,η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ 3

ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κανόνες των δικαιοπραξιών ,αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο ,εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Παραβίαση υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην τελευταία δε περίπτωση ,η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν(ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 1/1998, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006 ). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγονται, πλην άλλων και τα εξής: Η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, (η οποία εμπεριέχει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανήλικου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανήλικου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη, ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανήλικου τέκνου, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του.

Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Επίσης οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

Τούτο δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 1218/2006, ΑΠ 882/2015).

Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του, εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανήλικου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.

Τέλος, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 1132/2017, ΑΠ 882/2015, ΑΠ 317/2015, ΑΠ 952/2010). Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ αν η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, υπόκειται σε αναίρεση κατ’ άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1976/2008, 1910/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ,ως προς την ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Λ., ως προς την οποία και μόνο πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, στις 10 Μαίου 2003 στο ... (βλ.

τη με αριθμό ...19.05.2003 ληξιαρχική πράξη γάμου, που συνέταξε σχετικά ο ληξίαρχος της τότε Κοινότητας ...), και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο άρρενα, ανήλικα εισέτι, τέκνα, ήτοι το Χ., που γεννήθηκε στις 03.07.2004, και το Λ., που γεννήθηκε στις 21.04.2014 (βλ. τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../02.02.2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ...

Κιλκίς). Η έγγαμη συμβίωσή τους στην αρχή ήταν αρμονική, πλην, όμως, ήδη διασπάστηκε οριστικά περί το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2016, οπότε η ενάγουσα-εναγομένη αποχώρησε από το ευρισκόμενο στην ... Κιλκίς διαμέρισμα, κυριότητας του πατέρα του αντιδίκου της, που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη και τον τόπο της τελευταίας κοινής διαμονής των διαδίκων, και φιλοξενήθηκε αρχικά στην οικία της αδελφής της, επί της οδού ...

στη ... Θεσσαλονίκης, αργότερα δε, εγκαταστάθηκε στην πατρική της οικία, που βρίσκεται στο χωριό ..., ενώ ο εναγόμενος - ενάγων εξακολούθησε να διαμένει στο προαναφερθέν διαμέρισμα που λειτουργούσε ως οικογενειακή στέγη. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας- εναγομένης ότι υπαίτιος της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης είναι ο (εν διαστάσει) σύζυγος της, ο οποίος έδειχνε απέναντι της, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, ανάρμοστη συμπεριφορά, αφού της μιλούσε με προσβλητικό τρόπο, τη μείωνε και της συμπεριφερόταν με βίαιο και επιθετικό τρόπο, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, ο εναγόμενος εκδήλωσε απέναντι της σταδιακά απόμακρη, απότομη, προσβλητική και ιδιαίτερα επιθετική συμπεριφορά και ότι καταφερόταν σε βάρος της αναίτια και αδικαιολόγητα με χυδαίες υβριστικές φράσεις ενώπιον και τρίτων προσώπων, φτάνοντας στο σημείο ακόμη και να τη φτύνει, και ότι συνεπεία της αντισυζυγικής του συμπεριφοράς επήλθε κλονισμός του γάμου της με αυτόν, επικαλούμενη προς θεμελίωση του ισχυρισμού της πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως ουδόλως αποδείχθηκαν.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα έδειχνε απέναντι της σεβασμό, αφοσίωση και αγάπη. Ο πραγματικός, δε, λόγος κλονισμού του γάμου των διαδίκων συνίσταται στη σύναψη εκ μέρους της ενάγουσας ερωτικού δεσμού με άλλον άνδρα, και αυτό ήταν η αιτία που η ενάγουσα αποφάσισε πως από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015 δεν ήθελε να έχει πλέον καμία ερωτική επαφή με τον εναγόμενο, και αποφάσισε επίσης να εγκαταλείψει οριστικά και εγκατέλειψε τελικά τη συζυγική στέγη περί το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2016.

Ειδικότερα, αιτία της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων υπήρξε ότι η ενάγουσα, κατά παράβαση της υποχρέωσής της για συζυγική πίστη, συνήψε εξωσυζυγικό δεσμό με άλλο άνδρα και δη με τον Α. Σ. περί το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015 (βλ. κατάθεση μάρτυρος του εναγομένου- ενάγοντος), συνεπεία τούτου, δε, σταμάτησε να έχει ερωτικές σχέσεις με τον εναγόμενο σύζυγο της, όπως η ίδια συνομολογεί (ανεξαρτήτως του ότι η ίδια τούτο το αποδίδει σε άλλους λόγους, και δη στο ότι ο σύζυγος της χρησιμοποιούσε λεκτική βία προς το πρόσωπο της), εκδηλώνοντας με τον τρόπο της αυτό την πρόθεσή της να αποστεί οριστικά από την έγγαμη συμβίωση, γεγονός που τελικά επήλθε περί το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2016, οπότε και αυτή αποχώρησε οριστικά από τη συζυγική εστία.

Έτσι, εφ' όσον η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων προήλθε ως αποτέλεσμα της προεκτιθέμενης αντισυζυγικής συμπεριφοράς της ενάγουσας δεν θεωρείται ότι υφίσταται εύλογη για αυτήν αιτία.....". Ακολουθούν οι παραδοχές για την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του Χ. στον αναιρεσείοντα, μεταξύ των οποίων (παραδοχών) και η διατήρηση κακών σχέσεων του Χ.

με τη μητέρα του, και συνεχίζει: "Αναφορικά με τον έτερο ανήλικο υιό των εν διαστάσει συζύγων, Λ., ο οποίος, από της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, διαμένει, αποχωρισθείς του μεγαλύτερου αδελφού του, όπως προαναφέρθηκε, με τη μητέρα του, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, πλήρως αποδείχθηκε ότι το καταλληλότερο πρόσωπο για την άσκηση της επιμέλειάς του είναι επίσης ο πατέρας του, που παρέχει όλα τα εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του.

Η οικία του εναγομένου- ενάγοντος, καθαρή και τακτοποιημένη, όπως διαπιστώθηκε στην από 24- 4-2017 Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας, είναι κατάλληλη για αμφότερα τα ανήλικα τέκνα του με την απαραίτητη επίπλωση και τον αναγκαίο οικιακό εξοπλισμό (υφίστανται δύο παιδικά δωμάτια, το ένα προορισμένο για - και χρησιμοποιούμενο από - το Χ., κατάλληλα επιπλωμένο και εξοπλισμένο για τις ανάγκες της ηλικίας του, με γραφείο και ηλεκτρονικό υπολογιστή, το δε έτερο προορισμένο για το Λ., επίσης επιπλωμένο κατάλληλα για την ηλικία του, με παιχνίδια τακτοποιημένα στο χώρο).

Ο εναγόμενος-ενάγων, παρέχοντάς τους αμέριστη αγάπη, έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει σε αμφότερα τα τέκνα του ήρεμο και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον για την ισόρροπη και ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή τους. Αντίθετα, όταν η ενάγουσα- εναγομένη ζούσε με το μικρότερο τέκνο τους Λ. στο σπίτι των γονέων της, στο περιβάλλον αυτό επικρατούσαν εντάσεις και φασαρίες, καθώς οι σχέσεις μεταξύ των γονέων της (ενάγουσας- εναγομένης), με τους οποίους αυτή διέμενε, φιλοξενούμενη με τον ανήλικο Λ., δεν υπήρξαν ποτέ καλές.

Εκ των γονέων της, απευθύνονταν ο ένας στον άλλο με υβριστικά, μειωτικά και απαξιωτικά σχόλια. Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι στη συνάντηση που είχαν οι ψυχολόγοι Κ. Σ. και Β. Μ., και η κοινωνική λειτουργός Ε. Κ., στο πλαίσιο σύνταξης της υπάρχουσας στο φάκελο της δικογραφίας έκθεσης κοινωνικής έρευνας (που συντάχθηκε κατόπιν σχετικής αίτησης του εναγομένου-ενάγοντος προς το Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας Π Ε Κιλκίς), οι γονείς της ενάγουσας-εναγομένης δε δέχτηκαν να καθίσουν στον ίδιο χώρο, δημιουργήθηκε μεταξύ τους ένταση και (οι γονείς της) αντάλλαξαν ύβρεις, οπότε οι ανωτέρω ψυχολόγοι και κοινωνική λειτουργός αναγκάστηκαν να συνομιλήσουν χωριστά με έκαστο εκ των γονέων της ενάγουσας-εναγομένης.

Προσωρινά και για μικρό χρονικό διάστημα, η ενάγουσα-εναγομένη φιλοξενήθηκε μαζί με τον ανήλικο Λ. στην οικία ενός φίλου της στο Κιλκίς, προκειμένου να βοηθήσει στη φροντίδα της άρρωστης μητέρας του. Σήμερα, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα- εναγομένη διαμένει, μαζί με τον ανήλικο Λ., στην οικία του συντρόφου της στην ..., σε διαμέρισμα, όπως συνομολογεί με την έφεσή της, κάτωθεν του οποίου είναι το διαμέρισμα των γονέων του συντρόφου της.

Ωστόσο, τουλάχιστον όσο κατοικούσαν στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, στο ..., ο ανήλικος Λ., όταν επέστρεφε από τον πατέρα του τα Σαββατοκύριακα που τον φιλοξενεί, κλαίει και δε θέλει να επιστρέφει στο σπίτι, όπου διαμένει με τη μητέρα του, όπως διεπίστωσαν οι κοινωνικές λειτουργοί (σελ. 6 της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας), γεγονός που σημαίνει ότι ο Λ., ηλικίας τότε μόλις 3 ετών, αισθάνεται πιο άνετα με τον πατέρα του παρά με τη μητέρα του.

Τούτο δε εξηγείται από το γεγονός ότι η ενάγουσα- εναγομένη δεν έχει εξασφαλίσει ένα σταθερό και ήρεμο περιβάλλον ανάπτυξης του τετραετούς Λ., αλλά ήδη το ανήλικο έχει μαζί της αλλάξει από το Φεβρουάριο του 2016, οπότε η μητέρα του αποχώρησε μαζί του από τη συζυγική στέγη, πέντε κατοικίες, εντός διαστήματος δύο ετών :

τη συζυγική στέγη στην ... Κιλκίς, το σπίτι της αδελφής της μητέρας του στη ... Θεσσαλονίκης, το σπίτι ενός φίλου της μητέρας του στο Κιλκίς, το σπίτι του παππού και της γιαγιάς στο ... και, τώρα, το σπίτι του συντρόφου της μητέρας του στην ... Ημαθίας, οπότε το παιδί αλλάζει συνεχώς περιβάλλον, παραστάσεις και πρόσωπα.

Σύμφωνα, επομένως, με τα προαναφερόμενα, πλήρως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, το παρόν Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του ανήλικου Λ., όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, κρίνει ότι η άσκηση της επιμέλειας του πρέπει να ανατεθεί αποκλειστικά στον πατέρα του, ο οποίος με την αμέριστη πάντοτε συμπαράσταση της μητέρας του (γιαγιάς), θα φροντίσει για όλες τις ανάγκες του ανήλικου Λ., αλλά και αμφότερων των ανήλικων τέκνων του, τα οποία αγαπάει πολύ, παρέχει δε τα εχέγγυο για τη σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγηση τους, μη υφισταμένου κινδύνου για τη σωματική ή ψυχική υγεία των τέκνων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα-εναγομένη.

Υπό τα προαναφερόμενα πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο πατέρας των ανηλίκων έχει την ικανότητα να αναλάβει τη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση αμφοτέρων των αρρένων τέκνων του, ο οποίος, συνεπικουρούμενος ιδιαίτερα από τη γιαγιά αυτών, μητέρα του, μπορεί να συμβάλλει θετικά και αποφασιστικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική τους ανάπτυξη, όπως άλλωστε έπραξε από της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής του με την αντίδικο του και μέχρι τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό αναφορικά με τον ανήλικο Χ., ο οποίος είναι πλήρως προσαρμοσμένος στον τρόπο ζωής του, που διαμορφώθηκε από τότε που διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων γονέων του, υπό την επιμέλεια του πατέρα του, το δε παρόν δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος-ενάγων πατέρας του ανήλικου Λ.

παρέχει τα εχέγγυα της σωστής επιμέλειας και διαπαιδαγώγησης αυτού, παρά τη μικρή ηλικία του (ο Λ. γίνεται τεσσάρων ετών στις 21-4-2018), δεδομένου ότι ο πατέρας του έχει επιτυχώς διαπαιδαγωγήσει, αποκλειστικά από το , Φεβρουάριο του 2016, τον άλλο του γιό, τον Χ., που είναι ,άριστος μαθητής. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι μεταξύ των δύο ανηλίκων αδελφών υφίσταται ιδιαίτερος ψυχικός δεσμός.

Τυχόν δε χωριστή ανάθεση της επιμέλειας τους σε έκαστο των γονέων τους, θα στερούσε από το κάθε τέκνο τον αδελφό του, κλονίζοντας τον ψυχικό του κόσμο, υφισταμένης ανάγκης προς διατήρηση και ενίσχυση του υπάρχοντος αδελφικού δεσμού, ώστε τα παιδιά να μεγαλώσουν μαζί, προκειμένου να ενισχυθεί έτι περαιτέρω ο υφιστάμενος μεταξύ τους δεσμός, ο οποίος και απαιτείται για τη σωστή και ισόρροπη ψυχοπνευματική τους διάπλαση και ανάπτυξη, εξυπηρετουμένου ούτω του συμφέροντος αμφοτέρων των ανηλίκων, το οποίο (συμφέρον) υπερισχύει των δυσμενών συνεπειών εκ της αποχωρισμού του ανηλίκου Λ.

από την ενάγουσα-εναγομένη μητέρα του. Το παρόν δικαστήριο δεν αμφιβάλλει ότι η μητέρα υπεραγαπά αμφότερα τα τέκνα της, έχει δε φροντίσει για τον Λ. να εξασφαλίσει στη Βέροια συνεδρίες προς αντιμετώπιση της δυσλεξίας, που εμφάνισε ο τελευταίος, όμως η κρίση του δικαστηρίου βασίζεται αποκλειστικά στο συμφέρον των παιδιών, το οποίο συνίσταται στο να μεγαλώσουν μαζί σε ένα γνώριμο περιβάλλον, ήτοι την οικογενειακή στέγη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το συμφέρον αμφοτέρων των ανηλίκων και μάλιστα όχι μόνο το ψυχικό, αλλά και το σύνολο της διαμόρφωσης της παιδικής και εφηβικής τους, (για το Λ. και το Χ.) αντίστοιχα, προσωπικότητας, υπαγορεύει την ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας επί του προσώπου τους αποκλειστικά στον ενάγοντα της δεύτερης από τις συνεκδικασθείσες αγωγές, πατέρα τους, ο οποίος έχει όλα τα απαιτούμενα προσόντα να επωμισθεί το καθήκον αυτό και ν' ανταποκριθεί με επάρκεια σε αυτό, ενώ, περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι συντρέχουν λόγοι ανάθεσης του συνόλου της γονικής μέριμνας στον εναγόμενο- ενάγοντα, και, συνεπώς, η γονική μέριμνα κατά τα λοιπά θα συνασκείται και από τους δύο γονείς-διαδίκους".

Με το να κρίνει το Εφετείο ότι, παρότι και οι δύο γονείς αγαπούν τον ανήλικο γιό τους Λ., καταλληλότερο πρόσωπο για την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του είναι ο αναιρεσίβλητος πατέρας του , διότι α) στην οικία του τελευταίου , που αποτελούσε την πρώην οικογενειακή στέγη και είναι καθαρή, τακτοποιημένη και διαθέτει δωμάτιο ειδικά επιπλωμένο για τον ανωτέρω ανήλικο, με την αγάπη και φροντίδα που παρέχει ο αναιρεσίβλητος, βοηθούμενος από τη μητέρα του, εξασφαλίζεται ήρεμο και ασφαλές περιβάλλον για την ισόρροπη και ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του ανηλίκου, σε αντίθεση με τις περιγραφόμενες συνθήκες διαβίωσής του με την αναιρεσείουσα, που υποχρεώνουν τον ανήλικο να αλλάζει συνεχώς περιβάλλον, παραστάσεις και πρόσωπα, β) ο ανήλικος Λ. ,όταν επέστρεφε από το σπίτι του πατέρα του τα Σαββατοκύριακα, στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, όπου φιλοξενείτο, έκλαιγε και δεν ήθελε να επιστρέψει, γεγονός που σημαίνει ότι αισθάνεται πιο άνετα με τον πατέρα παρά με τη μητέρα του, γ) ο αναιρεσίβλητος παρέχει τα εχέγγυα της σωστής επιμέλειας και διαπαιδαγώγησης αυτού, παρά τη μικρή ηλικία του, δεδομένου ότι έχει επιτυχώς διαπαιδαγωγήσει, αποκλειστικά από το Φεβρουάριο 2016,τον άλλο του γιό Χ. ,που είναι άριστος μαθητής, δ) μεταξύ των ανηλίκων αδελφών υφίσταται ιδιαίτερος ψυχικός δεσμός ,τυχόν δε ανάθεση της επίμέλειάς του σε έκαστο των γονέων τους θα στερούσε από κάθε τέκνο τον αδελφό του, κλονίζοντας τον ψυχικό του κόσμο, ε)το συμφέρον των τέκνων να μεγαλώνουν μαζί, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, υπερισχύει από τις δυσμενείς συνέπειες του αποχωρισμού του Λ.

από τη μητέρα του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510,1511,1512 και 1514 ΑΚ, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ότι το συμφέρον του ανήλικου επιβάλλει την απομάκρυνση του ανήλικου Λ. από την αναιρεσείουσα μητέρα του και την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου αυτού στον αναιρεσίβλητο πατέρα του, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε επαρκή αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, των διατάξεων, των άρθρων 1510, 1511, 1512 - 1514 ΑΚ, περιστατικά.

Ειδικότερα, οι αιτιάσεις που προέβαλε η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την έννοια του "καλώς εννοούμενου συμφέροντος" του ανωτέρω ανηλίκου, μη λαμβάνοντας υπόψη α) ότι στην ηλικία του έχει ανάγκη τη φροντίδα της μητέρας του, β) ότι λόγω της δεκαετούς διαφοράς των τέκνων επιβάλλεται η ενίσχυση του μητρικού ρόλου ενόψει των διαφορετικών αναγκών τους και γ) ότι της αφαιρεί τη δυνατότητα να προσεγγίσει το Χ.

μέσω της επιμέλειας του μικρού του αδελφού, κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες, διότι το Εφετείο, ενώ έλαβε υπόψη και τους ανωτέρω παράγοντες (ηλικία ανηλίκων, κακή σχέση του Χ. με τη μητέρα του), ορθά έκρινε, ενόψει της συνεκτίμησης και των λοιπών περιστάσεων που εκτίθενται στις προαναφερόμενες παραδοχές του και λαμβάνονται υπόψη, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι το συμφέρον του ανωτέρω τέκνου για την ισόρροπη και ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή του επιβάλλει να μεγαλώνει με τον πατέρα και τον αδελφό του.

Περαιτέρω οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 8), επικεντρώνονται δε στα όσα το Εφετείο δέχτηκε σχετικά με τη συνεχή αλλαγή περιβάλλοντος του ανήλικου Λ. και στο ότι αισθάνεται πιο άνετα με τον πατέρα του ,παρά με την ίδια, κρίνονται απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ,καθώς και της αντιφατικής αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, σημειουμένου ότι όσα σχετικά αναφέρονται για τις μετακινήσεις του τέκνου αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, συγκεκριμένα δε, ότι ο πατέρας μπορεί να προσφέρει πλέον ήρεμο και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον και δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθώς και ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, καθόσον ,όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν στερείται νόμιμης βάσης, περαιτέρω δε περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, χωρίς να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Καμμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.).

Μόνο αν, από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008), ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1461/2013).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ , προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν από την ίδια έγγραφο, από το οποίο προέκυπτε η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου , που είχε καταρτισθεί στα πλαίσια συναινετικής λύσης του γάμου, που όμως δεν ευδοκίμησε ,με την οποία είχαν συμφωνήσει να της ανατεθεί η επιμέλεια του Λ..

Ο ανωτέρω λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας, ,ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η τελευταία δεν προσκόμισε το ανωτέρω έγγραφο, παρότι το είχε επικαλεστεί με το δεύτερο λόγο της πιο πάνω αναφερόμενης έφεσής της .

Όμως σε κάθε περίπτωση , το Εφετείο έλαβε γνώση του περιεχομένου του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία γίνεται γενική μνεία ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ,έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ", μεταξύ των οποίων και η 6/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς ,διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην πιο πάνω μεταξύ των διαδίκων μη ευδοκιμήσασα συμφωνία και ως εκ τούτου δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι εν τέλει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου έχει ληφθεί υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, και ενόψει της μη ύπαρξης άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να συμψηφιστούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, αφού πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συζύγους (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-5-2018 αίτηση της Ε. Π. του Λ. για αναίρεση της 750/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ