Supreme Court dismisses appeal against final appeal judgment as inadmissible due to pending vacancy objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to appeal the final appellate court decision. The appellant sought to challenge a judgment rendered in absentia, which had already been upheld by the appellate court after rejecting the opposing party's appeal. The court ruled that since the final judgment remains subject to a vacancy objection, it cannot be appealed, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553, 577, 68 K.Pol.D.; An appeal against a final judgment rendered in absentia is inadmissible if the judgment remains subject to a vacancy objection, as the finality required for appeal is not yet established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1422 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1422/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5597/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 91/2010 (όπως αυτή διορθώθηκε με την 463/2010 απόφαση) του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση όλων των αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 29 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996 16/1990).
Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 5597/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η έφεση κατά της οποίας, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 91/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επίσης από την ίδια διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 και 502 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, "ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας" και "δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση εφόσον δικάστηκαν ερήμην".
Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών". Στη διάταξη τέλος του άρθρου 321 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι " όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την (πραγματική η πλασματική) απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε.
Στερείται επίσης σημασίας το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας. Ακόμη, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, και επομένως το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλ. με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του.
Τέλος η απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην, έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσίβλητου, το εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, απέρριψε την έφεση του εμφανισθέντος εκκαλούντος και επικύρωσε την πρωτόδικης απόφαση που είχε προσβληθεί με αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της ερήμην απόφασης, το οποίο συναρτάται προς την επέλευση ή μη δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία, μπορεί να επιδράσει στην ύπαρξη έννομου συμφέροντος, το οποίο έγκειται στην ανάγκη αποτροπής ή περιορισμού της βλάβης που προκαλείται στο διάδικο από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το έννομο συμφέρον αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., δεν κρίνεται δε γενικά και αφηρημένα ούτε εκ των προτέρων αλλά ενόψει του συγκεκριμένου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης -στο μέτρο και στην έκταση που αυτή θα προσβληθεί- σε σύγκριση προς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ανακοπής, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών του ανακόπτοντα, έτσι ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη βλάβης του από την προσβαλλόμενη απόφαση και να αξιολογηθεί αν η ασκούμενη ανακοπή αποτελεί ικανό και αναγκαίο μέσο για την αποτροπή αυτής της βλάβης.
Από την, σύμφωνα με τα παραπάνω, έννοια και λειτουργία του έννομου συμφέροντος προκύπτει ότι μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή ερημοδικίας έχει την εξουσία, ερευνώντας το παραδεκτό της ανακοπής, να αποφανθεί για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του έννομου συμφέροντος του ανακόπτοντα. Παρόμοια εξουσία δεν έχει ο Άρειος Πάγος στο πλαίσιο της κρίσης του για το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης κατ' ερήμην απόφασης.
Διότι η κρίση για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, συναρτώμενο προς την εφαρμογή της νομικής έννοιας του έννομου συμφέροντος, δεν μπορεί να εξετάζεται παρεμπιπτόντως (Ολ.ΑΠ 15/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 91/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς .όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 463/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του εφεσίβλητου ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού έγινε με αυτή δεκτή η έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην του έγινε δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των 28.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τον εφεσίβλητο ενάγοντα που δικάσθηκε ερήμην. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ότι έχει κατά νόμιμο τρόπο παρέλθει η προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ούτε προκύπτει ότι χώρισε έγκυρη παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από την ανακοπή ερημοδικίας. Ενόψει των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση εφόσον δεν προκύπτει ότι κατέστη τελεσίδικη δεν υπόκειται σε αναίρεση και κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατ' αυτής, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.) ως απαράδεκτη. Εξάλλου ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2010 αίτηση του Θ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 91/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 463/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και της υπ' αριθ,5597/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27Ιουνίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ