Legislator Case Law & Legislation
1422/2012 AI generated

1422/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1422/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1422/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους μετέχοντες στη δίκη για την αναίρεση διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος και μη επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Keywords

AI generated
simplification of formalities adjustment of insurance benefits customs procedures modification of provisional measures principle of expeditious proceedings processing under customs control
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1422 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1422/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. καλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.καλούντος: Α. Ν. του Ν., κατοίκου ...,

Κοινοποιουμένων η κλήση: 3.Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΗERMES SERVICES LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INDEPENDENT ENTERPRISES LIMITED" που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καλαβρό, οι 3η και 4η δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "MERCEDES BENZ EΛΛΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2003 αγωγή ακυρώσεως των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 656/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2005 αίτηση τους. Εκδόθηκε η 215/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Ήδη την υπόθεση επαναφέρουν οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2009 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 27/11/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων-καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους μετέχοντες στη δίκη για την αναίρεση διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος και μη επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 14-10-2009 κλήση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, με επιμέλεια των ίδιων, η ένδικη αναίρεση.

Από την υπ' αριθμ. 2380δ/11-12-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και το υπ' αριθμ. 426/5-2-2010 έγγραφο του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-3-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, οπότε δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 134 ΚΠολΔ και τις διατάξεις της Σύμβασης της Χάγης και προς τις μη εμφανισθείσες κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε εκπροσωπηθείσες από πληρεξούσιο δικηγόρο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειουσών, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, εδρεύουσες στην ...

και στο ..., αντίστοιχα. Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 19 του νόμου 2735/1999 περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας (ΦΕΚ 167Α/18-8-1999) "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, τα μέρη, με συμφωνία τους, καθορίζουν ελεύθερα τη διαιτητική διαδικασία. 2. Αν δεν καταρτίστηκε τέτοια συμφωνία, το διαιτητικό δικαστήριο καθορίζει την προσφορότερη κατά την κρίση του διαδικασία διενέργειας της διαιτησίας και αποφαίνεται για το παραδεκτό, τη σημασία και τη βαρύτητα των αποδείξεων".

Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι η αποδεικτική διαδικασία, ελλείψει αντιθέτου συμφωνίας των µερών, γίνεται από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο δικαιούται να επιλέξει όχι µόνο αµιγές αλλά και µικτό διαδικαστικό σύστηµα, ανταποκρινόµενο στις ανάγκες της συγκεκριµένης διεθνούς διαιτησίας και των µερών που µετέχουν σ' αυτήν και µάλιστα σε µέτρο απαλλαγµένο από τις ιδιοµορφίες του ελληνικού δικαίου.

Επομένως, σαφώς η αποδεικτική διαδικασία ρυθµίζεται από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο δεν υποχρεούται να επιλέξει διαδικασία συµπίπτουσα προς την ακολουθούµενη από τα τακτικά δικαστήρια, αλλά δικαιούται να συνθέσει και ανώνυμο διαδικαστικό µόρφωµα, στην κρίση του οποίου, επίσης, επαφίεται, το επιτρεπτό και η αποδεικτική αξία των αποδεικτικών µέσων, αρκεί κατά τη διαιτητική διαδικασία να τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των µερών και κάθε µέρος να έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και να προσκοµίσει τις αποδείξεις του (άρθρο 18 ν. 2735/1999, που καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και το δικαίωμα ακρόασης).

Εξ άλλου, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 34 ΙΙ (α) (δδ) ν. 2735/1999, η διαιτητική απόφαση µπορεί να ακυρωθεί από το δικαστήριο αν ο ενάγων προβάλλει και αποδεικνύει ότι η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύµφωνη µε τη συµφωνία των µερών ή, αν δεν υπάρχει σχετική συµφωνία, αν η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύµφωνη µε το ν. 2735/1999.

Στην προκείµενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Το διαιτητικό δικαστήριο, προκειµένης διεθνούς διαιτησίας, µε το υπ' αριθµ. 2/22-5-1998 πρακτικό, αποφάσισε και αφ' ενός µεν καθόρισε ως διαδικασία διεξαγωγής της διαιτησίας για την επίλυση της διαφοράς τη διαδικασία των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ, για την ευχερέστερη και ταχύτερη κίνηση αυτής, αφετέρου δε επιφυλάχθηκε για ειδικές διαδικαστικού χαρακτήρα διατάξεις σε σχέση µε τη ρύθµιση θεµάτων διαδικασίας.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το διαιτητικό δικαστήριο µε την υπ' αριθµ. 9/13-2-1999 παρεµπίπτουσα διαιτητική απόφαση, χωρίς να αποστεί από τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων, διέταξε εµµάρτυρες αποδείξεις και πραγµατογνωµοσύνη. Η επιλογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών µέτρων, η τροποποίησή της ως προς τις αποδείξεις και η εντεύθεν πιθανολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δηλαδή η επιλογή µικτού διαδικαστικού συστήματος, είναι σύμφωνη µε τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 2735/1999 και το άρθρο 43 της ΣυμβΟ.

Εποµένως, το διαιτητικό δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία, την οποία χορηγεί σ' αυτό το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 2735/1999, ως προς την επιλογή της ακολουθητέας διαδικασίας και την εκτίµηση µε πιθανολόγηση των αποδείξεων". Συνακόλουθα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο πρώτος λόγος ακύρωσης µε τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόµενη διαιτητική απόφαση 22/2003 είναι ακυρωτέα βάσει του άρθρου 34 παρ. 2α (δδ) του ν. 2735/1999 είναι ουσιαστικά αβάσιµος.

Έτσι, το Εφετείο ορθά ερµήνευσε και εφάρµοσε τη διάταξη του άρθρου 19

ΙΙ του ν. 2735/1999 και απέρριψε τον πρώτο λόγο της από 27-6-2003 αγωγής ακυρώσεως των τώρα αναιρεσειόντων, ο οποίος στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 34 ΙΙ (α) (δδ) του ν. 2735/1999, αφού εν προκειµένω δεν συνέτρεξε περίπτωση υπέρβασης της εξουσίας που ο νόµος (άρθρο 19, ΙΙ ν. 2735/ 1999) παρέχει στους διαιτητές προκειµένου να καθορίσουν τη διαιτητική διαδικασία. Πράγματι, όπως προλέχθηκε, το διαιτητικό δικαστήριο είχε δικαίωμα, σύµφωνα µε το άρθρο 19

ΙΙ ν. 2735/1999, ελλείψει σχετικής συµφωνίας των µερών, να καθορίσει ως προσφορότερη κατά την κρίση του διαδικασία διενέργειας της διαιτησίας, εκείνη των ασφαλιστικών µέτρων µε συνέπειες την προαπόδειξη και την πιθανολόγηση. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έκρινε σκόπιµο, για την πληρέστερη διερεύνηση της υποθέσεως, να επιλέξει τελικά ένα µικτό ανώνυµο διαδικαστικό µόρφωµα, δηλαδή να διατάξει µε την απόφασή του αυτή και αποδείξεις, τροποποιώντας κατά τούτο και µόνο την διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων που όρισε ως τηρητέα, δεν επήλθε παραβίαση µε τη µορφή της υπέρβασης της εξουσίας του, κατ' αντίθεση µε το άρθρο 19 ΙΙ ν. 2735/1999, αφού δεν αναιρέθηκε το ενιαίο της όλης δίκης, αλλά αντιθέτως εξυπηρετήθηκε ο σκοπός αυτής που είναι η απονοµή της ουσιαστικής δικαιοσύνης και µάλιστα µε την τήρηση των αρχών της ίσης µεταχείρισης και του δικαιώµατος ακρόασης που απορρέουν από το άρθρο 18 του ίδιου νόµου.

Άλλωστε, το άρθρο 26 του ν. 2735/1999 επιτρέπει στο διαιτητικό δικαστήριο, αν τα µέρη δεν συµφώνησαν διαφορετικά, να διατάξει πραγµατογνωµοσύνη, διορίζοντας προς τούτο πραγµατογνώµονα, χωρίς να αποκλεισθεί σ' αυτό να διατάξει και εµµάρτυρες αποδείξεις, ανεξάρτητα από τον καθορισµό των διαδικαστικών κανόνων.

Οι ανωτέρω δε παραδοχές του Εφετείου είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ως προς τη διαδικασία που καθόρισε το διαιτητικό δικαστήριο, ως προσφορότερη κατά την κρίση του για τη διενέργεια της διαιτησίας, ήτοι ότι αυτή είχε τον προαναφερόµενο µικτό χαρακτήρα, ενός επιτρεπτού ανώνυµου διαδικαστικού µορφώµατος, µε σύνθεση στοιχείων από την διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων και στοιχείων από την τακτική διαδικασία, προς ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, χωρίς η τροποποίηση της διαδικασίας των ασφαλιστικών µέτρων, ως προς τις αποδείξεις, να έρχεται σε αντίθεση με την αρχική απόφαση των διαιτητών να ακολουθήσουν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με την τουλάχιστον πιθανολόγηση που καθιερώνει αυτή, ήτοι σε αντίθεση µη επιτρεπόµενη από το άρθρο 19 ΙΙ του ν. 2735/1999.

Εποµένως, δεν παραβίασε το Εφετείο, ευθέως ή εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 ΙΙ ν. 2735/1999 και συναφώς εκείνη του άρθρου 34 ΙΙ (α) (δδ) του ίδιου νόµου, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόµενα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα μέρη του, από τους αριθµούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιµα.

Κατά το άρθρο 18 του ν. 2735/1999: "Κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται η αρχή της ίσης µεταχείρισης των µερών. Κάθε µέρος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τους ισχυρισµούς του και να προσκοµίσει τις αποδείξεις του". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρχή της ισότητας των διαδίκων στη διαιτησία πραγµατώνεται, όταν κανένας διάδικος δεν αποκτά σε σχέση µε τους υπολοίπους περισσότερα δικαιώµατα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονοµικό πεδίο.

Η αρχή της ακροάσεως και των δύο πλευρών επιτυγχάνεται µε την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφενός µεν να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά τους µέσα έπειτα από κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών και των αποδεικτικών µέσων των αντιδίκων τους και να τα αντικρούσουν.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 34

ΙΙ (α) (δδ) και (β) (ββ) του ν. 2735/1999, "διαιτητική απόφαση µπορεί να ακυρωθεί από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ. 2 µόνον αν: α) ο ενάγων προβάλλει και αποδεικνύει ότι: αα) ... ββ) ... γγ) ... δδ) ... ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύµφωνη µε τον παρόντα νόµο, β) ... αα) ... ββ) η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δηµόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα".

Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, η διαιτητική απόφαση δεν θα πρέπει ως προς το περιεχόµενό της να έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς ηµεδαπές διατάξεις που αφορούν θεµελιώδεις ηθικές, πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις της ελληνικής έννοµης τάξης. Εν προκειµένω, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικνυόµενα τα εξής: "Το διαιτητικό δικαστήριο µε την υπ' αριθµ. 22/2003 απόφασή του, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η προσφυγή της εναγοµένης είναι ορισµένη, σύµφωνα µε την εφαρµοζόµενη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ), στην οποία αρκεί η συνοπτική αναφορά των πραγµατικών περιστατικών που πιθανολογούν το δικαίωµα του αιτούντος δικαστική προστασία και ότι τούτο ισχύει κατά µείζονα λόγο στη διαιτητική διαδικασία, όπου ο νόµος δεν ορίζει καν ότι συντάσσεται εισαγωγικό δικόγραφο δίκης αντίστοιχο προς την αγωγή.

Η ανωτέρω κρίση και απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, πέραν του ότι δεν ελέγχεται ακυρωτικά βάσει της διάταξης του άρθρου 34 του ν. 2735/1999, δεν συνιστά παραβίαση των αρχών της προδικασίας και της παροχής δικαιώµατος υπεράσπισης και εντεύθεν της εσωτερικής και διεθνούς δικονοµικής δηµόσιας τάξης. Και τούτο, διότι το διαιτητικό δικαστήριο κρίνοντας την προσφυγή της εναγοµένης ορισµένη, δεν στέρησε αυτήν ούτε τους αντιδίκους της από τη δυνατότητα να αναπτύξουν τους ισχυρισµούς τους και να προσκοµίσουν τις αποδείξεις τους, ούτε µετέβαλε την κατά τις γενικές διατάξεις του ηµεδαπού δικαίου κατανοµή του βάρους επίκλησης και απόδειξης των κονδυλίων, λαµβανοµένου υπόψη ότι η διαιτητική διαδικασία καθορίστηκε εκ των προτέρων µε το υπ' αριθµ. 2/1998 πρακτικό των διαιτητών.

Εποµένως, ο δεύτερος λόγος ακύρωσης, µε τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόµενη διαιτητική απόφαση 22/2003 είναι ακυρωτέα βάσει των άρθρων 18 σε συνδ. µε τις διατάξεις του άρθρου 34 ΙΙ (α) (δδ) και (β) (ββ) του ν. 2735/1999 είναι αβάσιµος". Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες µέµφονται την αναιρεσιβαλλοµένη για ευθεία παραβίαση των τελευταίων αυτών διατάξεων, αφού υφίσταται, κατά τους αναιρεσείοντες, αντίθεση της διαιτητικής απόφασης προς τη διεθνή δικονομική τάξη και προσβολή της ισότητας των µερών, από µόνο το γεγονός ότι έκρινε ορισµένη την από 25-6-1997 προσφυγή στη διαιτησία της αναιρεσίβλητης, ενώ, πάντοτε κατά τους αναιρεσείοντες, έπρεπε να απορρίψει την προσφυγή ως αόριστη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος, διότι σύµφωνα µε τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, η ανωτέρω κρίση και απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου δεν ελέγχεται ευθέως ακυρωτικά µε βάση τη διάταξη του άρθρου 34 του ν. 2735/1999, το οποίο καθιερώνει περιοριστικά τους λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, αλλά ούτε και εκ πλαγίου µε βάση το άρθρο 18 του ν. 2735/1999 ή το άρθρο 34 ΙΙ (β) (ββ) του ίδιου νόµου.

Έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές. Και τούτο γιατί το διαιτητικό δικαστήριο κρίνοντας την ενώπιόν του προσφυγή της εναγοµένης ορισµένη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων που εφάρµοσε, ούτε την αρχή της ίσης µεταχείρισης των µερών παραβίασε ούτε το δικαίωµα ακρόασης των αναιρεσειόντων αγνόησε, αφού δεν στέρησε τους διαδίκους από τη δυνατότητα να αναπτύξουν τους ισχυρισµούς τους και να προσκοµίσουν όλες τις αποδείξεις τους, µε απόλυτη µεταξύ τους ισότητα, ούτε µετέβαλε την κατά τις γενικές διατάξεις του ηµεδαπού δικονοµικού δικαίου κατανοµή του βάρους επίκλησης και απόδειξης των επίµαχων κονδυλίων, λαµβανοµένου υπόψη ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η διαιτητική διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων, σύµφωνα µε την οποία στη σχετική αίτηση (ασφαλιστικών µέτρων) πρέπει να αναφέρονται συνοπτικά τα πραγµατικά περιστατικά, που πιθανολογούν το ασφαλιστέο δικαίωµα, καθορίστηκε εκ των προτέρων µε το 2/1998 πρακτικό των διαιτητών.

Ακόµη δε η ελεγχόµενη κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου ότι η υπό κρίση ενώπιόν του προσφυγή είναι ορισµένη, και αν ακόµη είναι εσφαλµένη, σε καµιά περίπτωση δεν είναι αντίθετη προς τη διεθνή δηµόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338 παρ. 1 και 559 αριθ. 11 περ β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δικαιούνται τα μέρη να συμφωνήσουν τη χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα (Ολ.

ΑΠ 27/1993). Εξ άλλου κατά το άρθρο 34 ΙΙ(α) (δδ) ν. 2735/1999, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί και όταν η διαδικασία δεν ήταν σύμφωνη με τη συμφωνία των μερών.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε επίσης ως αποδειχθέντα τα εξής: "Το διαιτητικό δικαστήριο με την 22/2003 απόφασή του, έκρινε, ότι η περιεχόμενη στον ένατο όρο της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού συμφωνία των διαδίκων περί πλήρους απόδειξης της κίνησής του μόνο με αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της εναγομένης αποτελεί πρόσθετη δικονομική ευχέρεια και όχι αποδεικτική σύμβαση περί αποκλεισμού των λοιπών αποδεικτικών μέσων".

Με τη σκέψη αυτή, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο ακύρωσης με τον ο- ποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση 22/2003 είναι ακυρωτέα βάσει του άρθρου 34 παρ. 2 α' (δδ) του ν. 2735/1999, γιατί η διαιτητική αποδεικτική διαδικασία είναι αντίθετη προς τον άνω ένατο όρο της συμφωνίας των μερών, ως αβάσιμο.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι για ευθεία άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 34 ΙΙ (α) (δδ) και 19 Ι και ΙΙ του ν. 2735/1999, στην πραγµατικότητα πλήττουν απαραδέκτως την ουσιαστική κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, όπως αυτή επαναλαµβάνεται ως παραδοχή στην απόφαση του Εφετείου, ότι ο ένατος όρος της σύµβασης αλληλόχρεου λογαριασµού περιέχων τη συµφωνία των διαδίκων περί πλήρους απόδειξης της κίνησής του µόνο µε αποσπάσµατα από τα εµπορικά βιβλία της εναγοµένης, δεν δεσµεύει το διαιτητικό δικαστήριο αποδεικτικώς, αφού η συµφωνία αυτή, όπως εκτιµήθηκε, ακυρωτικά ανέλεγκτα, από τους διαιτητές, απλώς δηµιουργεί πρόσθετη δικονοµική ευχέρεια υπέρ καθενός των διαδίκων και όχι δικονοµική αποδεικτική σύµβαση περί αποκλεισµού των λοιπών αποδεικτικών µέσων.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος, γιατί µε την άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις αµέσως ανωτέρω αναφερόµενες διατάξεις του ν. 2735/1999. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Στην προκειµένη περίπτωση, οι ενάγοντες προβάλλουν µε τον τέταρτο λόγο ακύρωσης, ότι η διαιτητική απόφαση 22/2003 παραβίασε τη διεθνή δικονοµική δηµόσια τάξη και τη θεµελιώδη δικονοµική αρχή της συζήτησης και είναι ακυρωτέα βάσει του άρθρου 34 παρ. 2β' (ββ) του ν. 2735/1999, διότι, χωρίς να προβληθεί σχετικός ισχυρισµός από την εναγοµένη, δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, ότι το ποσό των 345.000.000 δραχµών, που αναφέρεται στο από 30-5-1996 συµφωνητικό, δεν αφορά το συνολικώς οφειλόµενο χρέος, όπως οµολογεί και αποδέχεται η εναγοµένη, αλλά συνιστά το ακάλυπτο µέρος αυτού.

Ωστόσο η κρίση αυτή του διαιτητικού δικαστηρίου, αναγόµενη σε εσφαλµένη ερµηνεία της σύµβασης, δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας των διαιτητών, ούτε παραβίαση της διεθνούς δηµόσιας τάξης και της δικονοµικής αρχής της συζήτησης και εντεύθεν ο τέταρτος λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος".

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι δεν πρόκειται για ανέλεγκτη ερµηνεία της συµβάσεως από το διαιτητικό δικαστήριο, αλλά για την εκ µέρους του τελευταίου εσφαλµένη ερµηνεία και εφαρµογή του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 18 ν. 2735/1999, που καθιστά τη διαιτητική απόφαση ακυρωτέα, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 34 ΙΙ (β) (ββ) και την αναιρεσιβαλλοµένη αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος, διότι η ερµηνεία της επίµαχης σύµβασης από τους διαιτητές, έστω και αν είναι εσφαλµένη, και µάλιστα αντίθετη από τους ισχυρισµούς των διαδίκων, δεν έρχεται σε αντίθεση µε τον κανόνα του άρθρου 18 ν. 2735/1999 και εντεύθεν ούτε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρωτέα σύµφωνα µε το άρθρο 34 ΙΙ (β) (ββ) ν. 2735/1999, ούτε η αναιρεσιβαλλοµένη υπέπεσε στην αποδιδόµενη σ' αυτή πληµµέλεια.

Τέλος, η αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση του Εφετείου δέχθηκε και τα εξής: "Οι ενάγοντες προβάλλουν µε τον πέµπτο λόγο ακύρωσης, ότι η διαιτητική απόφαση 22/2003 παραβίασε, την αρχή της ίσης μεταχείρισης των µερών, διότι απέρριψε ως απαράδεκτη την ένστασή τους περί µη εκπτώσεως ποσού 145.000.000 δραχµών από το οφειλόµενο χρέος και δεν διέταξε επανάληψη της συζήτησης, για να κριθεί το βάσιµο της άνω απαίτησης που µείωνε την αξίωση της εναγοµένης, ενώ είχε διατάξει επανάληψη της συζήτησης για την εκ νέου προσκόµιση από την εναγοµένη ενόρκων βεβαιώσεων.

Ωστόσο η κρίση αυτή του διαιτητικού δικαστηρίου δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθόσον η µεν επανάληψη της συζήτησης για την κατάθεση ενόρκων βεβαιώσεων από τα διάδικα µέρη διατάχθηκε µε την υπ' αριθµ. 36/23-11-2001 παρεμπίπτουσα διαιτητική απόφαση, προτού ολοκληρωθεί η συζήτηση της υπόθεσης την 12-3-2002, η δε ένσταση των εναγόντων προβλήθηκε εκπρόθεσμα και εκτός του χρόνου διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας, δηλαδή µε επίδοση δια δικαστικού επιμελητή στο γραμματέα του δικαστηρίου, όχι µόνο µετά το πέρας της συζήτησης και τη συµπλήρωση των εκατέρωθεν προσθηκών και αντικρούσεων των διαδίκων, αλλά και µετά την έναρξη των διασκέψεων του διαιτητικού δικαστηρίου, όπως αποδεικνύεται από την προσβαλλόµενη διαιτητική απόφαση".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον πέµπτο λόγο ακύρωσης ως ουσιαστικά αβάσιµο. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου το άρθρο 18 του ν. 2735/1999, αφού, κατά τις παραδοχές του, δόθηκε στα διάδικα µέρη η αυτή δικονοµική ευχέρεια για την κατάθεση ενόρκων βεβαιώσεων, ενώ η απόρριψη αιτήματος υποβληθέντος μετά την έναρξη των διασκέψεων του δικαστηρίου, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης.

η αναφορά ότι η υποβολή του αιτήματος και η προσβολή του ισχυρισμού έγινε με σκοπό την παρέλκυση της διαιτητικής διαδικασίας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Απριλίου 2005 αίτηση των 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α.Ε", 2) Α. Ν., 3)εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία HERMES SERVICES LTD" και 4) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INDEPENDENT ENTΕRPRISES LIMITED" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 656/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ