1422/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΚΑΛΟΥΜΕΝΩΝ και των εκ των αναιρεσειόντων (7, 11, 12 & 9) 1. Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ... 2. Α. συζ. Γ. Α., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., 3. Α. συζ. Β. Κ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ... και 4. Α. συζ. Δ. Λ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Legislator headnote
AI generated1422/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ν. και του τετάρτου αναιρεσείοντος η σύζυγός του Π. χήρα Δ. Ν., καθώς και τα τέκνα του Ν. Ν. και Σ. Ν., με την από 12.12.2008 κλήση τους γνωστοποίησαν νόμιμα τους θανάτους των πιο πάνω αμέσων δικαιοπαρόχων τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Full text
Απόφαση 1422 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1422/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Φ. θυγ. Δ. Ν., κατοίκου ..., ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσείοντος, Δ. Ν. του Α., και συνεχιζούσης δι' αυτόν την δίκην από της στάσεως ταύτης, 2. Θ. συζ. Ν. Χ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ..., 3. Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 4. α) Π. χας Δ. Ν., το γένος Σ. Γ., β) Ν. Ν. του Δ. και γ) Σ. θυγ. Δ. Ν., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος τετάρτου αναιρεσείοντος Δ. Ν. του Ν., και συνεχιζόντων δι'αυτόν την δίκην από της στάσεως ταύτης, 5. Β. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 6. Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 7. Θ. χας Η. Ν., δι' εαυτήν ατομικώς, 1, 8. Χ. Ν. του Η., ενηλικιωθέντος ήδη και αναλαμβάνοντος προσωπικώς δι' εαυτόν την δίκην από της παρούσης στάσεως, κατοίκου ... και 9. Σ. συζ. Γ. Σ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚπολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Β. Γ., το γένος Ι. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεροντίδη.
ΚΑΛΟΥΜΕΝΩΝ και των εκ των αναιρεσειόντων (7, 11, 12 & 9) 1. Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ... 2. Α. συζ. Γ. Α., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., 3. Α. συζ. Β. Κ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ... και 4. Α. συζ. Δ. Λ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 1-10-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-καλούντων, β) με την από 1-10-1997 προσεπίκληση των ήδη αναιρεσειόντων-καλούντων και γ) την από 5-12-1997 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/1999 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείο λόγω αρμοδιότητας, 21/2000 μη οριστική, 19/2001 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και 287/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 654/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 12-12-2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 6-2-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του Λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τις προσκομιζόμενες αριθ. … τόμος 20 έτος 2007 και αριθ. … τόμος δ' έτος 2008 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των Ληξιάρχων των Δήμων Αθηνών και Κερατσινίου, αντίστοιχα, ο πρώτος αναιρεσείων Ν. Δ. του Α. και ο τέταρτος αναιρεσείων Ν. Δ. του Ν. απεβίωσαν στις 4.7.2007 και 10.3.2008, αντίστοιχα, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως (στις 28.9.2004) και οι εγγύτεροι αυτών συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, που είναι του πρώτου μεν αναιρεσείοντος η θυγατέρα του Φ.
Ν. και του τετάρτου αναιρεσείοντος η σύζυγός του Π. χήρα Δ. Ν., καθώς και τα τέκνα του Ν. Ν. και Σ. Ν., με την από 12.12.2008 κλήση τους γνωστοποίησαν νόμιμα τους θανάτους των πιο πάνω αμέσων δικαιοπαρόχων τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως επικαλούνται και προσκομίζουν τις 10217/21.9.2010, 10210/20.9.2010 και 10216/21.9.2010, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., καθώς και την 2088Β/30.9.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου ..., από τις οποίες προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι έβδομος αναιρεσείων Ν.
Ν. του Δ., ενάτη αναιρεσείουσα Α. συζ. Δ. Λ., το γένος Δ. Ν., ενδέκατη αναιρεσείουσα Α. συζ. Γ. Α., το γένος Δ. Ν. και η δωδέκατη αναιρεσείουσα Α. συζ. Β. Κ., το γένος Δ. Ν., μετά την κήρυξη απαράδεκτης της πρώτης συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (στη δικάσιμο της 15.2.2006) με την 654/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και την επίσπευση της δεύτερης συζήτησης της αίτησης αναίρεσης από τους ίδιους και τους ήδη καλούντες, με την από 20.10.2006 κλήση τους, που ορίστηκε για τη δικάσιμο της 19.3.2008 από την οποία αναβλήθηκε, λόγω αποχής των Δικηγόρων, για τη δικάσιμο της 1.12.2008, καθώς και τη ματαίωση της εν λόγω συζήτησης, λόγω μη εγγραφής της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη σημερινή δικάσιμο της 9.3.2011 και αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την στην αρχή της παρούσας οριζόμενη δικάσιμο (της 9.3.2011), κατά την οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει, παρά την απουσία τους.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη που ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, όπου πρέπει να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και αν ακόμη είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο εφετείο και, έτσι, δεν έγιναν αντικείμενο έρευνας της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Άν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών που δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. δ περ. β' αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζεται, ότι κατά της ένστασης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία απέκτησε παράγωγα, με το .../1926 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Γυθείου Δημ. Σκαρεμιχάλου, την κυριότητα του 1/5 του επίδικου ακινήτου, οι αναιρεσείοντες - τότε ενάγοντες επρότειναν κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν στο δεύτερο, με την έφεση τους και τους πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αντένσταση ότι εκείνο το πωλητήριο συμβόλαιο ήταν εικονικό, ωστόσο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτό τον ουσιώδη ισχυρισμό τους (αντένσταση). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού από την επισκόπηση των δικογράφων της από 7-9-2001 έφεσης και των από 1-10-2003 πρόσθετων λόγων έφεσης των εκκαλούντων, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε στο Εφετείο ο πιο πάνω ισχυρισμός.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106,237 παρ. 1 στοιχ. β' και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του εκείνα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, εφόσον έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/2005, 9/2000) όχι όμως και με την προσθήκη των προτάσεων που κατατίθεται μετά τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, μέρος πρώτο, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη της επικουρικής βάσης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής τους περί πρωτότυπης κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου επί ογδόντα χρόνια προ του 1992, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους τα ακόλουθα έγγραφα και συγκεκριμένα α) την από 9-3-1994 έκθεση αυτοψίας του πολεοδομικού Γραφείου Γυθείου και β) τα με αριθ. 254/6-10-1998 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, τα οποία όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη.
Με το συναφή επίσης τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από την ίδια διάταξη ότι οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού τους (περί πρωτότυπης κτήσης της κυριότητας του επιδίκου) προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου τις με αριθ. 698/1993 επτά βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας Μίνας, τις οποίες το Δικαστήριο εκείνο δεν έλαβε υπόψη.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 12-1-2004 προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες την ίδια ημέρα κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, δεν έγινε με αυτές η απαιτούμενη σαφής και ορισμένη επίκληση των πιο πάνω εγγράφων. Διηγηματικά μόνο αναφέρεται ότι ύστερα από καταγγελία των αναιρεσειόντων το Πολεοδομικό Γραφείο Γυθείου συνέταξε έκθεση αυτοψίας για τα αυθαίρετα κτίσματα της αναιρεσίβλητης, χωρίς όμως να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτής της έκθεσης και αναφορά ότι προσκομίστηκε.
Για τα υπόλοιπα έγγραφα που μνημονεύονται στους κρινόμενους λόγους αναίρεσης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις προτάσεις εκείνες περί επίκλησης και προσκόμισής τους. Επομένως οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι τα αποδεικτικά μέσα που δεν έχουν ληφθεί για να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης πρέπει να έχουν προσκομισθεί με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, αν το αποδεικτικό μέσο το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε ο διάδικος προς απόδειξη ισχυρισμού του που δεν είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, μέρος δεύτερο, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την .../1946 δημόσια διαθήκη του συζύγου της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Δημ. Νικολινάκου, την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις των κατά τη συζήτηση της εφέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη του ισχυρισμού των περί εικονικότητας του .../1926 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γυθείου Δημ. Σκαρεμίχαλου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην έρευνα του πρώτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί εικονικότητας του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου δεν προτάθηκε νόμιμα και παραδεκτά από αυτούς στο Εφετείο με λόγο έφεσής τους ή με πρόσθετο λόγο έφεσης και επομένως δεν μπορούσε να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 25.8.1975 ιδιόγραφης διαθήκης της Π. χήρας Δ. Ν., στην οποία όριζε η θανούσα ότι "όταν πεθάνω η κόρη μου και τα εγγόνια μου θέλω να πάρουν ότι έχω από τη δούλεψή μου 50 χρόνια ..." δεχόμενο ότι δια της διαθήκης αυτής εγκαθίσταται κληρονόμος της η αναιρεσίβλητη σε όλη την περιουσία της. Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.9.2004 αίτηση των Δ. Ν. κ.λ.π. για αναίρεση της 287/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ