Supreme Court allows appeal against export subsidy claim dismissal due to missing documentation and statute of limitations issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an export subsidy claim filed by a company in liquidation. The court found that the First Instance Court erred in applying the statute of limitations because the claim had not yet been legally established ('born') when the limitation period expired. Consequently, the case was remitted to the Athens Court of Appeal for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 251 of the Civil Code; Art. 1473 of the Civil Code: The statute of limitations for a public claim for export subsidies does not begin to run until the claim is legally established and actionable, which requires the submission of necessary documentation by the recipient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1422 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1422/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Εταιρίας τελούσας υπό εκκαθάριση με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει στον ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ, 3. Χ3 θυγ. Χ, συζ. Σ, 4.Χ4, και 5. Χ5, κατοίκων ..., ως ομορρύθμων μελών και εκκαθαριστών της 1ης εταιρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Ρουμανιά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Τραπεζας της Ελλάδος, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ... Δημοσίας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) ... που εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 2η και 3ο εκπροσωπήθηκαν από την Ελένη Πασαμιχάλη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3691/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1093/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 6-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την 1574/1/22-8-1970 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής καθορίστηκε από 1-1-1971 ειδικό εξαγωγικό μειωμένο επιτόκιο για τις πάσης φύσεως χορηγήσεις των τραπεζών προς επιχειρήσεις που εξάγουν βιομηχανικά, βιοτεχνικά και μεταλλουργικά προϊόντα παραγόμενα στην Ελλάδα, έναντι ελευθέρου συναλλάγματος και ανεξαρτήτως χώρας προορισμού.
Η εφαρμογή του εν λόγω ειδικού επιτοκίου πραγματοποιείται με την εκ των υστέρων καταβολή, από τις μεσολαβούσες στην εξαγωγή τράπεζες προς τους εξαγωγείς, της διαφοράς τόκου που προκύπτει από την εφαρμογή του χαμηλότερου ειδικού εξαγωγικού επιτοκίου, αντί του γενικού επιτοκίου χρηματοδότησης. Η διαδικασία καταβολής της διαφοράς τόκων στους εξαγωγείς καθορίστηκε αρχικά με την 1858/26/1971 απόφαση της Υποεπιτροπής Πίστεως (που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση από την πιο πάνω απόφαση της Ν.
Ε. ), η οποία αργότερα τροποποιήθηκε με την 4448/Γ` 752/9-12-1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι οποίοι, μετά την κατάργηση της Νομισματικής Επιτροπής, με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982, υποκατέστησαν τη Νομισματική Επιτροπή στην έκδοση αποφάσεων κατά το άρθρο 1 του ν. 128/1975. Οι λεπτομέρειες δε εφαρμογής της κοινής αυτής Υπουργικής Απόφασης διαλαμβάνονται στην ...
εγκύκλιο της Τράπεζας της Ελλάδος. Με την απόφαση αυτή ορίστηκε ότι η καταβολή της διαφοράς τόκων στους εξαγωγείς θα γίνεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση καταβάλλεται από τη μεσολαβούσα τράπεζα μέρος της διαφοράς των τόκων, αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η συναλλαγματική τακτοποίηση της εξαγωγής και εκδοθεί το σχετικό πιστοποιητικό εξαγωγικής δραστηριότητας (Π.Ε.Δ.).
Για την πραγματοποίηση της καταβολής των διαφορών τόκων από τις μεσολαβούσες τράπεζες πρέπει να υπάρχει, εκτός από το ως άνω εκδιδόμενο Π.Ε.Δ. και ειδική βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος (Τμήμα σχέσεων με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις), εκδιδόμενη εφάπαξ, αλλά υποκείμενη σε αναθεώρηση κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος Ο εξαγωγέας, κατά την πρώτη προσέλευσή του στη μεσολαβούσα τράπεζα για την είσπραξη της δικαιούμενης διαφοράς της πρώτης φάσης οφείλει να καταθέσει σ` αυτήν υπεύθυνη δήλωση με την οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει εντόκως (με το εκάστοτε ισχύον γενικό επιτόκιο χορηγήσεων για κεφάλαιο κινήσεως) κάθε ποσό που από το μεταγενέστερο έλεγχο θα διαπιστωθεί ότι έλαβε καθ` υπέρβαση εκείνου που δικαιούται να λάβει συνολικά.
Με την ίδια δήλωση συναποδέχεται και ποινική ρήτρα υπέρ του Δημοσίου ίση με το 50% του ποσού που εισέπραξε καθ` υπέρβαση του δικαιουμένου, για την περίπτωση που δε θα το επιστρέψει σε είκοσι μέρες από τη σχετική ειδοποίησή του. Σε δεύτερη φάση γίνεται η καταβολή του υπολοίπου της διαφοράς από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από εκτίμηση της συνολικής εξαγωγικής δραστηριότητας ενός ημερολογιακού έτους και σύμφωνα με τα υποβληθέντα από τον εξαγωγέα και αποστελλόμενα από τις μεσολαβούσες τράπεζες αντίτυπα των πιστοποιητικών εξαγωγικής δραστηριότητας (Π.Ε.Δ.).
Στην ίδια απόφαση και στην παράγραφο 3 του κεφαλαίου Β` αυτής ορίζεται ότι σε περιπτώσεις επιστροφών συναλλάγματος στους ξένους αγοραστές ή και σε άλλες περιπτώσεις που μεταβάλλονται οι προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η καταβολή της διαφοράς τόκων, οι μεσολαβούσες Τράπεζες υποχρεούνται να στέλνουν σχετική ειδοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος (Τμήμα σχέσεων με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις), η οποία θα επιμελείται για την επανείσπραξη των αδικαιολόγητα καταβληθέντων ποσών εντόκως, με το εκάστοτε ισχύον γενικό επιτόκιο χορηγήσεων για κεφάλαιο κίνησης.
Η είσπραξη του οφειλόμενου λόγω επιστροφής ποσού γίνεται μέσω των δημόσιων ταμείων, σύμφωνα με το νόμο περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων. Με την 131/27-9-1976 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, η οποία εγκρίθηκε με την 131/1-11-1976 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α` 298), τροποποιήθηκε το εδαφ. α` της παρ. 4 του Κεφ.
Α` της ως άνω 1574/1970 απόφασής της και ορίσθηκε ότι τα στοιχεία που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της βασικής προστιθέμενης αξίας πρέπει να προκύπτουν από υπεύθυνες δηλώσεις των παραγωγών επιχειρήσεων, ο τύπος των οποίων καθορίζεται με αποφάσεις της Υποεπιτροπής Πιστώσεων, τα δε σχετικά στοιχεία και δικαιολογητικά για την επιστροφή τόκων θα υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία θα αποφαίνεται για την καταρχήν παραδοχή τους μέσα σε δύο ημέρες.
Τα στοιχεία αυτά θα διαβιβάζονται στη συνέχεια στο Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (ΥΒΕΤ) για να γίνει ο έλεγχος από τεχνικής απόψεως, ο οποίος πρέπει να συμπληρωθεί "εντός διαστήματος ουχί μείζονος των 24 μηνών από της υποβολής των ανωτέρω στοιχείων και δικαιολογητικών, άλλως το δικαίωμα ελέγχου παραγράφεται...".
Με την τελευταία διάταξη τάσσεται, δηλαδή, αποσβεστική προθεσμία είκοσι τεσσάρων μηνών προς διενέργεια ελέγχου από τη διοίκηση (ήδη Υπουργείο Ανάπτυξης), μετά την πάροδο της οποίας επέρχεται απόσβεση του σχετικού δικαιώματος, και η προθεσμία αυτή προϋποθέτει την εκ μέρους των εξαγωγέων υποβολή των κατά τις άνω διατάξεις δικαιολογητικών και, προεχόντως, υπεύθυνων δηλώσεων των παραγωγών από τις οποίες προκύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της βασικής προστιθέμενης αξίας. 'Όπως δε ορίζεται περαιτέρω με το εδαφ.
β` της παραγρ. 4 της 1574/1970 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, όταν το εξαγόμενο βιομηχανικό είδος δεν είναι παραγωγής του εξαγωγέα ή για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν προϊόντα που επεξεργάσθηκαν άλλες βιομηχανικές ή βιοτεχνικές επιχειρήσεις, πρέπει να προσκομίζονται υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαμέσων αυτών επιχειρήσεων για τα στοιχεία κόστους των προϊόντων που επεξεργάσθηκαν.
Σε περίπτωση που η παροχή των ανωτέρω στοιχείων αποτελεί αποκάλυψη απόρρητων στοιχείων των επιχειρήσεων αυτών, οι υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων μπορεί να υποβάλλονται με το χαρακτηρισμό "απόρρητο", απευθείας στην αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η άρνηση των ενδιάμεσων επιχειρήσεων να αποκαλύψουν τα στοιχεία κόστους των προϊόντων τους οδήγησε στην έκδοση της 128/30-7-1976 απόφασης της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Νομισματικής Επιτροπής, η οποία όρισε ότι στις περιπτώσεις αυτές θα λαμβάνεται υπόψη η βασική προστιθέμενη αξία "του αυτού είδους του παραχθέντος, κατά το αυτό χρονικό διάστημα, παρ` ετέρων ομοειδών επιχειρήσεων...".
Και αν έτσι καλύπτεται το απαιτούμενο ποσοστό 25%, γίνεται επιστροφή τόκων στους εξαγωγείς. Από τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι με την 1574/22-8-1970 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής καθιερώνεται ταχεία διαδικασία προσδιορισμού της καταβολής σε πρώτη φάση των ενισχύσεων των εξαγωγικών επιχειρήσεων, χωρίς δικαιολογητικά.
Η ρύθμιση όμως αυτή είναι προσωρινή, στηριζόμενη σε πλασματικά στοιχεία όσον αφορά την προστιθέμενη αξία, και ολοκληρώνεται με την υποβολή των δικαιολογητικών, ώστε με βάση πλέον τα πραγματικά στοιχεία, να καθορίζεται το ακριβές ποσό της χρηματοδότησης την οποία δικαιούται να λάβει ο εξαγωγέας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 11-6-2004 ανακοπή τους, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησαν την ακύρωση α) του υπ' αριθ. 16099/26-5-2000 χρηματικού καταλόγου της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος της πρώτης εξ αυτών, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι λοιποί ανακόπτοντες, το ποσό των 15.296.018 δρχ.
ή 44.889,27 ευρώ, λόγω αχρεώστητης είσπραξης διαφοράς τόκων από επιδοτήσεις εξαχθέντων φαρμάκων κατά τα έτη 1984, 1985 και 1986, β) της από 4-10-2000 ταμιακής βεβαίωσης του ανωτέρω χρέους από τη δεύτερη των καθών ... ΔΟΥ Αθηνών και γ) των ... έως ... ατομικών ειδοποιήσεων της ανωτέρω ΔΟΥ. Ειδικότερα, με τον όγδοο λόγο της ανακοπής, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση των προσβαλλόμενων ως άνω πράξεων, διότι σύμφωνα με την 131/27-7-1976 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής το δικαίωμα του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου προς διενέργεια ελέγχου των στοιχείων και δικαιολογητικών που αναφέρονται στην 1574/22-8-1970 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής έχει υποπέσει στην εικοσιτετράμηνη αποσβεστική προθεσμία, αφού από της υποβολής υπ' αυτών στην Τράπεζα της Ελλάδος στις 7-10-1985 των δικαιολογητικών που αφορούσαν τις εξαγωγές των ετών 1984 και 1985 και στις 25-6-1987 των δικαιολογητικών που αφορούσαν τις εξαγωγές του έτους 1986 και μέχρι της ανωτέρω βεβαίωσης της απαίτησης του Δημοσίου έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το λόγο αυτό της ανακοπής, κρίνοντας ότι από τα έγγραφα που με επίκληση είχαν προσκομισθεί, αποδεικνύεται ότι η πρώτη αναιρεσείουσα υπέβαλε μεν στην πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα της Ελλάδος υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες δηλωνόταν η ονομασία των πωληθέντων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και η παραγωγός τούτων επιχείρηση, με παραπομπή στους πίνακες βασικής προστιθέμενης αξίας, που υπήρχαν στους αντίστοιχους φακέλους των παραγωγών επιχειρήσεων, αλλά που πράγματι δεν υπήρχαν, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο, ώστε ένεκα της παράλειψής της να υποβάλει προς το Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας πλήρη τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, δεν άρχισε η εικοσιτετράμηνη σχετική προθεσμία και εντεύθεν το δικαίωμα ελέγχου από το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν αποσβέσθηκε.
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, κατά την γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες για την ως άνω αποκλειστική προθεσμία της παρ. 4 εδαφ. α` του Κεφαλαίου Α' της 1574/1970 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με την 131/27-9-1976 απόφασή της, διότι κατά την αληθινή έννοια της ως άνω ουσιαστικού δικαίου ρύθμισης, η Διοίκηση δεν μπορεί να προβεί σε έλεγχο των υποβληθέντων ως άνω δικαιολογητικών μετά την πάροδο 24 μηνών από την υποβολή αρμοδίως από τον εξαγωγέα των οικείων δικαιολογητικών, ασχέτως του αν αυτά είναι πλήρη ή ελλιπή, αξιώνοντας την μετά την πάροδό της προθεσμίας, επιστροφή της σχετικής διαφοράς τόκων (ΑΠ 582/2003, 85/2004), στην προκειμένη δε περίπτωση από της υποβολής των υπευθύνων δηλώσεων, που παρέπεμπαν στους πίνακες ΒΠΑ των παραγωγών επιχειρήσεων, άρχισε να τρέχει η ανωτέρω αποσβεστική προθεσμία για έλεγχο των δικαιολογητικών, άσχετα από την μη ύπαρξη στους φακέλους των παραγωγών επιχειρήσεων των πινάκων ΒΠΑ, στους οποίους παρέπεμπε με την υπεύθυνη δήλωσή της η πρώτη αναιρεσείουσα εξαγωγική επιχείρηση, γεγονός που δεν εμπόδιζε τον έλεγχο, αλλά δικαιολογούσε την επιστροφή της διαφοράς τόκων.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες, αποδίδοντας την πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση, προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, ο αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος είχε την ακόλουθη γνώμη:
Κατά το άρθρο 251 ΑΚ: "Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 252 και 279 ΑΚ και προς τις ανωτέρω διατάξεις, που αφορούν την επιδότηση του εξαγωγικού εμπορίου από το Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει: (α) Ότι με τις ειδικές αυτές διατάξεις καθιερώνεται ταχεία διαδικασία προσδιορισμού και καταβολής σε πρώτη φάση των ενισχύσεων των εξαγωγικών επιχειρήσεων ακόμα και χωρίς τα απαιτούμενα δικαιολογητικά (με απλή υπεύθυνη δήλωση του εξαγωγέως).
Η ρύθμιση όμως αυτή είναι προσωρινή και στηρίζεται σε πλασματικά στοιχεία όσον αφορά την προστιθέμενη αξία. Ολοκληρώνεται δε μόνο με την υποβολή των δικαιολογητικών, ήτοι των στοιχείων από τα οποία προκύπτει ότι τα εξαχθέντα προϊόντα είχαν αποκτήσει την απαιτούμενη κατά νόμον προστιθέμενη αξία στην Ελλάδα, ώστε, με βάση πλέον τα πραγματικά δεδομένα, να μπορεί να καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, αν ο εξαγωγεύς δικαιούται όσα (ή και περισσότερα των όσων) προεισέπραξε ή αν πρέπει να τα αποδώσει ολικώς ή μερικώς, ως ληφθέντα παρανόμως, (β) 'Οτι εάν ο εξαγωγεύς που προεισέπραξε, με υποβολή απλής υπεύθυνης, δήλωσής του, χρήματα της επιδότησης, δεν υπέβαλε στη συνέχεια καθόλου τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, υποχρεούται να επιστρέψει (εντόκως και με προσαυξήσεις) το σύνολο των ληφθέντων ποσών, το δε Ελληνικό Δημόσιο έχει ισόποση κατά του εξαγωγέως απαίτηση.
Προφανώς δε παράλειψη υποβολής δικαιολογητικών συνιστά και η εκ μέρους του εξαγωγέως παραπομπή σε τρίτα πρόσωπα, άσχετα με την Τράπεζα της Ελλάδος και το Δημόσιο, που φέρονται ότι κατέχουν τα δικαιολογητικά, (γ) Ότι πριν ο εξαγωγεύς καταθέσει (έστω και με ελλείψεις, δυνάμενες να συμπληρωθούν) τα νόμιμα δικαιολογητικά για τον υπολογισμό της εξαγωγικής προστιθέμενης αξίας (εάν φυσικά υπήρξε τοιαύτη), η σχετική κατ' αυτού απαίτηση του Δημοσίου δεν είναι "γεννημένη" (κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ) και, οπωσδήποτε, δεν είναι ούτε ποσοτικώς εκκαθαρισμένη και δικαστικώς επιδιώξιμη.
Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό (ίσως ούτε και νοητό), να αρχίζει παραγραφή (ή αποσβεστική προθεσμία) τέτοιας απαιτήσεως, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι για επιδοτήσεις που καταβλήθησαν (προκατεβλήθησαν) πριν από το έτος 1997, όπως είναι και οι αφορώσες την ένδικη περίπτωση, δεν προβλεπόταν ειδική προθεσμία, εντός της οποίας οι προεισπράττοντες επιδοτήσεις όφειλαν να υποβάλλουν τα οικεία δικαιολογητικά, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι, από την λήξη της προθεσμίας, η απαίτηση του Δημοσίου ήταν γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη και, επομένως, άρχιζε κατ' αυτής η διετής παραγραφή.
Η αντίθετη εκδοχή οδηγεί στο άτοπο, αφενός μεν να θεωρείται ότι - ειδικά και μόνο για το Ελληνικό Δημόσιο - αρχίζει τρέχων εις βάρος του ο χρόνος της παραγραφής, προτού καταστεί νομικώς επιτρεπτή και πρακτικώς εφικτή η δικαστική επιδίωξη απαιτήσεώς του, δηλαδή να θεωρείται ότι ως δανειστής αδρανεί ακόμα και σε χρόνο που αδυνατεί να ενεργήσει εννόμως, ακόμα και σε χρόνο που αδυνατεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν έχει ή όχι απαίτηση και, σε καταφατική περίπτωση, ποίου ύψους, η άγνοιά του δε αυτή δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, αλλά σε παράλειψη του οφειλέτου του να εκπληρώσει (παρεπόμενη) υποχρέωση που τον βαρύνει. Ενόψει τούτων, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεν ερμήνευσε ουδέ εφήρμοσε εσφαλμένα τις ανωτέρω διατάξεις και γι' αυτό ο σχετικός (όγδοος) αναιρετικός λόγος έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, μειωμένα κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας των ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1093/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε ένα μέρος
από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ