Legislator Case Law & Legislation
1422/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming document distortion, upholding lower court's evidence evaluation.

Case Number 1422/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the deceased's heirs against the Second Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court distorted sworn statements regarding witness summons, yet the court found the evidence evaluation within the lower court's discretion. The court ruled that the lower court correctly assessed the documents and witness testimony without committing the specific legal error required to overturn the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 20 C.Pol.D.; Art. 561 no. 1 C.Pol.D.; The ground of appeal for distortion of a document is established only when the court of first instance makes a diagnostic error attributing a different content to a document than its true content, leading to a completely different conclusion. Conversely, no such ground exists when the court evaluates the document as a means of proof and is convinced of the existence of the facts, even if the evaluation is flawed, as this constitutes an assessment not subject to Supreme Court review.

Keywords

AI generated
distortion of document diagnostic error evidence evaluation sworn statements witness summons res judicata legal error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 20 C.Pol.D.
Art. 561 no. 1 C.Pol.D.
Art. 440 C.Pol.D.
Art. 139 C.Pol.D.
Art. 270 C.Pol.D.
Art. 559 no. 11g C.Pol.D.
Art. 559 no. 16 C.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1422 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1422/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδων Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ... χας Φ1, 2. ... και 3. ...., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., το γένος Φ2, κατοίκου ..., 2.... και 3. ...κληρονόμων της αποβιώσασας στις 3-11-2004 μητέρας του ...και υπεισελθόντων νομίμως στα δικαιώματα αυτής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Αυγερινού-Φαλίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2002 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-12-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 4-3-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης, από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 17-8-1990 έγγραφης δήλωσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με την υπάρχουσα σε αυτήν εξώδικη ομολογία αυτών προς τον αδελφό τους και δικαιοπάροχο των εναγομένων, ήδη αναιρεσειουσών, Φ1, διότι, ενώ σ' αυτήν αναφέρεται ρητώς ότι, "...Με την παρούσα και με πρόθεση ομολογίας , σπουδαία και αληθινά σας δηλώνουμε ότι σας αναγνωρίζουμε αδιαφιλονίκητο κύριο, νομέα και κάτοχο των παρακάτω ακινήτων, ευρισκομένων στην κτηματική περιφέρεια ...και επί πλέον ειδικότερα: 1)Ενός σπιτιού.....2) Ενός αγροτεμαχίου στην τοποθεσία "...", εκτάσεως δύο(2) στεμμάτων....3)Ενός αγροτεμαχίου στη θέση "...",εκτάσεως 4στρεμ,......Τα συγκεκριμένα αυτά ακίνητα με τη δική μας συγκατάθεση, γνώση και συναίνεση, από του θανάτου του πατέρα μας Φ2, καταλάβατε κατέχετε και νέμεσθε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, πράγμα το οποίο ευθύς αμέσως μας είχατε γνωστοποιήσει και εμείς γνωρίζαμε, χωρίς ποτέ να φέρουμε ουδεμία αντίρρηση ή να σας οχλήσουμε, αναγνωρίζοντες εσάς, όπως και τώρα επίσης αναγνωρίζουμε, ως αποκλειστικό κύριο νομέα και κάτοχο, πολλώ δε μάλλον ημείς ως εν ζωή προικισθείσες παρά του πατρός μας και λαβούσες ο,τι δικαιούμασταν να λάβουμε ουδεμία αξίωση έχωμε και διατηρούμε επί της κληρονομιαίας περιουσίας και επί των άνω ακινήτων ειδικότερον....", το Εφετείο όμως δέχθηκε ότι η ανωτέρω δήλωση των εναγουσών αφορά μόνο τα τρία ακίνητα, που περιγράφονται σ' αυτήν και όχι ολόκληρη την κληρονομιαία πατρική περιουσία, όπως οι εναγόμενες ισχυρίσθηκαν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, η παραδοχή του Εφετείου, σχετικά με τα ακίνητα που αφορά η ανωτέρω εξώδικη ομολογία των εναγουσών, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του , αλλά αποτελεί εκτίμηση τούτου, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση, τόσο της ως άνω έγγραφης δήλωσης των εναγουσών, όσο και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως ιδιωτικών μισθωτηρίων εγγράφων των κληρονομιαίων επίδικων ακινήτων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία του εν λόγω εγγράφου για το ως άνω αποδεικτέο θέμα.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα",κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Αντιθέτως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, τα επιχειρήματα των διαδίκων που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.8 περ.β ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη των επιχειρημάτων των ήδη εναγομένων, ότι από την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη έγγραφη δήλωση των αντιδίκων τους, προέκυπτε, πως οι εν λόγω διάδικοι α) από την επαγωγή σ' αυτούς της κληρονομιαίας πατρικής περιουσίας, στις 6-12-1956, εγκατέλειψαν την περιελθούσα σ' αυτούς συννομή τους επ' αυτής υπέρ του ανωτέρω αδελφού τους και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, Φ1, β) παραιτήθηκαν του δικαιώματός τους προς αμφισβήτηση της νομής του αδελφού τους αυτού επί των επίδικων κληρονομιαίων πραγμάτων ,και γ)παραιτήθηκαν του δικαιώματός τους άσκησης της συννομής τους επί των πραγμάτων αυτών Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την έννοια που εκτέθηκε,αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που συνάγονται από την ανωτέρω έγγραφη δήλωση των εναγουσών και, επομένως, η μη λήψη αυτών υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Ο συναφής προς αυτόν τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ 11περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο μέμφεται το Δικαστήριο της ουσίας, ότι δεν έλαβε υπόψη την προαναφερθείσα εξώδικη ομολογία των ήδη αναιρεσιβλητων, η οποία διαλαμβάνεται στην ανωτέρω από 17-8-1990 έγγραφη δήλωσή τους, είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την εξώδικη αυτή ομολογία, την οποία εκτίμησε ελεύθερα, κατά το άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αποδείξεις που προσκομίσθηκαν.

Ο, επίσης συναφής προς τους ανωτέρω, τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ 19 ΚΠολΔ, ο οποίος, κατ' εκτίμηση προβάλλεται επικουρικώς και με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα ,ότι η αναφερόμενη στην ως άνω έγγραφη δήλωση των εναγουσών εξώδικη ομολογία αυτών αφορούσε μόνο τα τρία ακίνητα, που περιγράφονταν σ' αυτήν, ενώ, σύμφωνα με τον λόγο αυτό αναίρεσης, όπως καταφαίνεται από το περιεχόμενό της γίνεται ρητή δήλωση αυτών ,ότι αυτές "ως προικισθείσες και λαβούσες ό,τι δικαιούντο να λάβουν " ουδεμία αξίωση έχουν επί της κληρονομιαίας πατρικής περιουσίας, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ,πλήττεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο(άρθρ.561 παρ.1ΚΠολΔ).

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεστεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει, πλην των άλλων, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, και η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή της ένστασης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης(άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.

Τέλος, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όταν πρόκειται για ένσταση από το άρθρο 281ΑΚ,η οποία στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί.

η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τους πέμπτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, από τους αριθ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται παραβίαση,με την μη εφαρμογή της, από το Εφετείο, το οποίο απέρριψε, ως ουσιαστικώς αβάσιμη, ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αντιδίκων τους, της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ, καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα αυτό, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παράβαση του ως άνω κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι. Με τον συναφή προς αυτούς έκτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 περ.βΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά που συγκροτούσαν την ως άνω ένσταση, περί καταχρηστικής άσκησης του ανωτέρω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και τα οποία συνίσταντο στο ότι, οι εν λόγω διάδικοι με την προαναφερθείσα έγγραφη δήλωσή τους, παραιτήθηκαν του δικαιώματός τους επί των κληρονομιαίων επίδικων ακινήτων υπέρ του αδελφού τους και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών Φ1, ο οποίος από τον χρόνο θανάτου του πατέρα τους (1956) και έκτοτε επί δύο και πλέον εικοσαετίες νέμονταν τα ακίνητα αυτά, για δικό του λογαριασμό, χωρίς να ενοχληθεί από εκείνες, οι οποίες ουδέποτε εξεδήλωσαν την πρόθεσή τους να εγείρουν οποιαδήποτε αξίωση γιαυτά ,αλλά αντίθετα αναγνώριζαν αυτόν ως αποκλειστικό κύριο, με αποτέλεσμα να του δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι, και αν είχαν κάποιο δικαίωμα, δεν επρόκειτο να το ασκήσουν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τα περιστατικά αυτά, στα οποία στηρίζεται η ως άνω ένσταση των ήδη αναιρεσειουσών, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ως αβάσιμα. Επειδή, οι λόγοι αναίρεσης, όγδοος, ενδέκατος, από τον αριθ 1α του άρθρου 559ΚΠολΔ, δέκατος, δέκατος τέταρτος από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται, αντίστοιχα, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε, ως ουσιαστικώς αβάσιμη, την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών ,περί κτήσης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τον ανωτέρω δικαιοπάροχό τους Φ1 με έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε,με μη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 454, 981 παρ.1,1945ΑΚ και στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφαση από την αναγκαία νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, χωρίς να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παράβαση των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, είναι αόριστοι.

Οι συναφείς προς αυτούς ένατος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ 8 περ. β του ως άνω άρθρου 559ΚΠολΔ,με τους οποίους αποδίδονται οι πλημμέλειες της μη λήψης υπόψη, από το Δικαστήριο της ουσίας, των περιστατικών που συγκροτούν την ανωτέρω ένσταση, περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, από τον ανωτέρω δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών, είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η ένσταση αυτή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμη.

Ο δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ 559 αριθ.14 ΚΠολΔ είναι αόριστος διότι προβάλλεται χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού Επειδή, κατά, το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.2915/2001,οι οποίες έχουν εφαρμογή στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον πρόκειται περί ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται από τον διάδικο, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη.Η εμπρόθεσμη δε κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, με επιμέλεια του οποίου έγινε η ένορκη βεβαίωση μάρτυρά του, η οποία είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να ερευνάται και να βεβαιώνεται συνακόλουθα στην απόφαση αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε με απόντα τον αντίδικο, διότι αν αυτός παραστάθηκε κατά την εξέταση του μάρτυρα δεν υφίσταται θέμα μη κλήτευσης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε ο συντάξας το έγγραφο να διαπιστώσει, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες,.../21-4-2003,.../10-9-2003,.../21-4-2003 των αναφερόμενων μαρτύρων, ενώπιον των επίσης αναφερόμενων συμβολαιογράφων, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, αν και δεν παραστάθηκαν κατ' αυτές οι αντίδικοί τους, δεν προσκομίζονται εκθέσεις επιδόσεως, από τις οποίες να προκύπτει ότι προηγήθηκε η απαιτούμενη, κατ' άρθρ. 270 ΚΠολΔ, κλήτευση αυτών (αντιδίκων),ούτε γίνεται επίκληση αυτών, δεν αρκεί δε ότι στις δύο πρώτες από αυτές εμπεριέχεται βεβαίωση του συμβολαιογράφου ότι προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων-εναγόντων, διότι αυτήν ελέγχει μόνο το δικαστήριο.

Με την κρίση του αυτή του δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ, ο δε περί του αντιθέτου δέκατος πέμπτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Ο συναφής με αυτόν δέκατος έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε, ως προ το ανωτέρω ζήτημα, από την 8/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας),με την οποία έγινε δεκτό ότι οι εν λόγω τρεις ένορκες βεβαιώσεις έγιναν μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγουσών και η οποία, απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό κατέστη τελεσίδικη διότι δεν προσβλήθηκε με έφεση από τους ενάγοντες, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο λόγος αυτός , από το άρθρο 559 αριθ.16ΚΠολΔ,αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι σ' αυτήν δεν αναφέρεται η ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από την ως άνω 8/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, και μάλιστα ως προς το ανωτέρω ζήτημα που αναφέρεται στον αναιρετικό αυτό λόγο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-12-2007 αίτηση των ... χήρας Φ1, κλπ, για αναίρεση της 174/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ