Legislator Case Law & Legislation
1422/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court ruling for taking inadmissible claim into account.

Case Number 1422/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision, which had considered a claim raised after the trial concluded. The appellant argued the court erred by examining an inadmissible objection that fundamentally altered the case outcome. The Court ruled that the Second Instance Court violated procedural law by taking this untimely claim into account without proper grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a) and 524 of the Code of Civil Procedure; The court must not take into account claims or objections raised after the trial concludes without legal basis, as doing so constitutes a reversible error affecting the judgment.

Keywords

AI generated
admissibility of claims procedural error appeal against appeal untimely objection Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 524 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 262(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1422 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1422/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) ......... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο. Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5230/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 583/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-12-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 12-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου (υπό το στοιχείο III) λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου (υπό το στοιχείο IV) λόγου αναιρέσεως στο σύνολό του. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νομό έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ'έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγουμένη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου Κώδικα.

Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (βλ.

σχ. ΑΠ 352/1979). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, "προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος, και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις...". Περαιτέρω, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", που συνήφθη μεταξύ των Κρατών μελών του Ο.Η.Ε.

στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 2 αυτού, σε συνδυασμό με την ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών με αριθ. Φ. 0546/63/ΑΣ 292/Μ.2370 της 7/16-5-1997, στις 5-8-1997 και έκτοτε αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".

Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου δηλώνει, λεκτικά και νοηματικά, ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, ότι σε περίπτωση αδυναμίας του οφειλέτη να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση δεν πρέπει αυτός να προσωποκρατείται για τέτοιο χρέος.

Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιολογητικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά εμπόρου για εμπορική απαίτηση, όταν η μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 παρ. 1 στοιχ. α' και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυριστεί, κατ'ένσταση, και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του.

Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου, η οποία αφορά αίτηση για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά εμπόρου για εμπορική οφειλή του, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, μολονότι έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του (βλ.

σχ. ΟλΑΠ 23/2005, ΑΠ 327/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά και δ) οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί...

μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ'αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων...".

Από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ως άνω ένσταση του εναγομένου κατά της αγωγής με την οποία ζητείται να διαταχθεί προσωπική κράτηση τούτου ως εμπόρου για εμπορική οφειλή του, για το ότι η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του αυτής οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ.

δ' ΚΠολΔ) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠολΔ) σημείωση τη προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (βλ.

ΟλΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκε, εκτός άλλων, και α) ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το κρίσιμο ένδικο χρονικό διάστημα ήταν έμπορος ως ενεργών ως ομόρρυθμος εταίρος "εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας", καθώς και ότι οι ένδικες απαιτήσεις των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου προέρχονται από εμπορική ως προς αυτόν αιτία, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή σχετικώς διαλαμβανόμενα, και β) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εκπλήρωσε την προς καθέναν από τους αναιρεσείοντες ένδικη εμπορική οφειλή του για λόγους που οφείλονται αποκλειστικά σε οικονομική του αδυναμία και όχι σε οποιαδήποτε αδικοπρακτική του συμπεριφορά ή δυστροπία, κατά τα επίσης ειδικότερα στην απόφασή του σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το μοναδικό λόγο της από 22-3-2004 εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά του μέρους της υπ'αριθ. 5230/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το οποίο είχε απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμο το περιεχόμενο στην ένδικη από 26-7-2002 αγωγή των αναιρεσειόντων αίτημα αυτών για απαγγελία προσωπικές κρατήσεως κατά του αναιρεσιβλήτου, λόγω της εμπορικής του ιδιότητας και της εμπορικότητας ως προς αυτόν των προαναφερόμενων ένδικων απαιτήσεων αυτών (αναιρεσειόντων), ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως που θα εκδιδόταν.

Ακολούθως δε απέρριψε κατ'ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν. Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εφόσον η μη ελεγχόμενη αναιρετικώς παραδοχή του ότι ο αναιρεσίβλητος αδυνατεί, αποκλειστικά εξαιτίας οικονομικής του αδυναμίας, να εκπληρώσει τις ένδικες απαιτήσεις των αναιρεσειόντων αποκλείει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά τούτου ως εμπόρου και για εμπορικές οφειλές ενεχομένου.

Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος, υπό το στοιχείο IV) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος επίσης από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η ειδικότερη αιτίαση, ότι με το να δεχτεί περαιτέρω το Εφετείο ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου μη εκπλήρωση των ένδικων οφειλών του δεν οφείλονταν "σε οποιαδήποτε αδικοπρακτική του συμπεριφορά ή δυστροπία" παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, επειδή έτσι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τη διάταξη αυτή για την εφαρμογή της, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει αιτιολογία της αποφάσεως που εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια (δηλαδή η αμέσως πιο πάνω) αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Εξάλλου, το Εφετείο δέχτηκε μεν με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εκπλήρωσε τις προς τους αναιρεσείοντες ένδικες εμπορικές οφειλές του για λόγους που οφείλονται αποκλειστικά σε οικονομική του αδυναμία, πλην όμως η κρίση του αυτή διατυπώθηκε επί ενστάσεως, η οποία δεν είχε προταθεί και μάλιστα νόμιμα από τον αναιρεσίβλητο.

Συγκεκριμένα δεν είχε προταθεί από αυτόν κατά την ενώπιόν του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, δικαζόταν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), προφορικά, έστω και συνοπτικά, όπως από τα πρακτικά της αμέσως πιο πάνω συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που συντάχθηκαν από τη γραμματέα, αποδεικνύεται.

Πέραν όμως τούτου, όπως προκύπτει και από τις προτάσεις τις οποίες ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την ενώπιον αυτού γενόμενη συζήτηση, σ'αυτές δεν περιέχεται ένσταση για το ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν μπορεί να εκπληρώσει τις προς τους αναιρεσείοντες ένδικες οφειλές του αποκλειστικά λόγω οικονομικής του αδυναμίας, ενώ, περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που ο ίδιος υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της ως άνω εφέσεως των αντιδίκων του, με τα την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός δεν επανέφερε με τις εν λόγω προτάσεις του στο δικαστήριο εκείνο, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, τέτοια ένσταση, αλλ'ούτε και προτάθηκε από αυτόν ως εφεσίβλητο, ως υπεράσπιση κατά της ως άνω εφέσεως των αντιδίκων του, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, τέτοια ένσταση.

Απλώς αναφέρθηκε, στις εν λόγω προτάσεις, εκτός άλλων, και ότι ένδικη αγωγή ήταν προϊόν συμπαιγνίας μεταξύ των αναιρεσειόντων, και του ...... και ως εκ τούτου ήταν απορριπτέα, καθώς και ότι η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση ορθώς έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μη εκπλήρωση των ένδικων αξιώσεων οφείλεται σε κακοπιστία και όχι σε οικονομική αδυναμία του αναιρεσιβλήτου, "εξετάζουσα την αδικοπρακτική βάση" της αγωγής (σελ. 3 και 4 των προτάσεων αυτών), χωρίς όμως και να διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ως άνω από το άρθρο 11 του προαναφερόμενου Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ένσταση για το ότι η μη εκπλήρωση των ένδικων απαιτήσεων των αναιρεσειόντων οφειλόταν αποκλειστικά σε αδυναμία του αναιρεσιβλήτου προς εκπλήρωση.

Βέβαια είναι αληθές, ότι με την προσθήκη στις προτάσεις του, που έγινε μετά τη συζήτηση, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι "δεν υφίσταται οιαδήποτε περιουσία επ'ονόματί του" (σελ. 8 της προσθήκης αυτής), καθώς και ότι "εν συνεχεία... η κατάσταση μεταβλήθηκε και απέμεινε χωρίς οιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο" (σελ. 11 της ίδιας προσθήκης), πλην όμως, και υπό την εκδοχή ότι με την εν λόγω προσθήκη πράγματι προτάθηκε η πιο πάνω ένσταση, πάντως αυτή, ως προταθείσα μετά τη συζήτηση, μη νόμιμα (απαραδέκτως) προβλήθηκε (άρθρα 524 παρ. 1, 270 παρ. 6, 591 παρ. 1 στοιχ.

δ' ΚΠολΔ). Επομένως το Εφετείο, που δεν μπορούσε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένσταση αυτήν και, παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έλαβε υπόψη, μολονότι δεν είχε επαναφερθεί ή, έστω, προταθεί σ'αυτό νόμιμα και δη παραδεκτώς, και, κατά παραδοχή της και ως ουσιαστικά βάσιμης, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων και στη συνέχεια απέρριψε και την ίδια την έφεση αυτήν κατ'ουσίαν, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγμα", δηλαδή την προαναφερόμενη ένσταση, η οποία είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η οποία δεν προτάθηκε νόμιμα και παραδεκτά. Επομένως ο πρώτος (υπό το στοιχείο III) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και ο οποίος στηρίζεται σε σχετικό ισχυρισμό ο οποίος προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες με την ως άνω έφεσή τους (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως και δη μόνο κατά το μέρος της κατά το οποίο απέρριψε την από 22-3-2004 έφεση των αναιρεσειόντων κατά του μέρους της υπ'αριθ. 5230/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το οποίο είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα αυτών για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά του αναιρεσιβλήτου.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το στο αιτιολογικό αναφερόμενο μέρος της την 583/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.-

-

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος ως προς το οποίο χώρησε η αναίρεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.- Και

-

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ