1422/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26-11-2001 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9011/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1311/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Αυγούστου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 3 Μαϊου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1422/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις αναφερόμενες σ'αυτόν περικοπές της αγωγής προκύπτει ότι, όπως ορθώς εκτίμησε το εν λόγω δικόγραφο, το Εφετείο, ο Γ1 ενήργησε ως "άγγελος" για τη διαβίβαση των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των μερών και όχι ως "έμμεσος αντιπρόσωπος" του ενάγοντος, και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ευθεία παράβαση από το Εφετείο των άρθρων 211 και 212 Α.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1422 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1422/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) X1 και 3) X2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Ανδρουλάκη και Κωνσταντίνο Παπασαράντο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μανιαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26-11-2001 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9011/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1311/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Αυγούστου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 3 Μαϊου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της 9011/2003 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 553 ΚΠολΔ, διότι με την επίσης αναιρεσιβαλλόμενη 1131/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτές τυπικά οι κατά της πρώτης εφέσεις της πρώτης αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου και επομένως η εκκαλουμένη ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος της που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, της οποίας η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία, ενώ κατά το μέρος της που αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες εξαφανίστηκε και έπαυσε να ισχύει αφού έγινε δεκτή στην ουσία της η έφεση του αναιρεσιβλήτου (Ολ. ΑΠ 40/1996).
Τα άρθρα 211 επ. ΑΚ ρυθμίζουν την αντιπροσωπεία που έχει τη μορφή εκείνης που επικράτησε να χαρακτηρίζεται άμεση, ενώ η έμμεση αντιπροσωπεία της οποίας χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη, σύμφωνα προς ρητή νομοθετική διάταξη (90 ΕμπΝ) του παραγγελιοδόχου, αποτελεί αντιπροσώπευση συμφερόντων, ενέργεια για λογαριασμό απλώς άλλου και όχι αντιπροσωπεία των άρθρων 211 επ. ΑΚ. Και τούτο γιατί στην έμμεση αντιπροσώπευση ο αντιπρόσωπος επιχειρεί τη δικαιοπραξία στο όνομά του, ούτως ώστε να απαιτείται στη συνέχεια άλλη δικαιοπραξία μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου για να μεταβιβασθούν στον τελευταίο τα δικαιώματα που απέκτησε και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο αντιπρόσωπος με την αρχική δικαιοπραξία. Αντίθετα, ο άγγελος διαβιβάζει απλώς τη δικαιοπρακτική δήλωση του πραγματικά συμβαλλόμενου και η διαβιβαζόμενη δήλωση δεν είναι δική του δήλωση, αλλά δήλωση αυτού που επιχειρεί τη δικαιοπραξία και η διαβίβαση είναι απλή σωματική υπηρεσία. Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα που διαπράχθηκαν κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Εν προκειμένω, η α΄ αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως (μέρος πρώτο), όπως αυτός εκτιμάται, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για ευθεία παράβαση των άρθρων 211 και 212 ΑΚ, με συνέπεια την απόρριψη του πρώτου λόγου της εφέσεως της (αναιρεσείουσας) με τον οποίο παρεπονείτο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε ότι η αγωγή φέρει τον μεσολαβητή μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, ήτοι τον Γ1, ως "άγγελο" και όχι ως "έμμεσο αντιπρόσωπο", ενώ στην πραγματικότητα από δύο σημεία της αγωγής, στα οποία ο ενάγων εκθέτει ότι όλες οι επαφές του με τον προστηθέντα υπάλληλο της αναιρεσείουσας εταιρείας (και εναγόμενο) Ζ1 γίνονταν και οι εντολές του (ενάγοντος) δίνονταν μέσω του Γ1 και ότι λόγω του ότι καθυστερούσε η έκδοση του κωδικού του μεταφέρθηκε σ'αυτόν η δήλωση του Ζ1, μέσω του Γ1, πως θα πρέπει οι μετοχές του (ενάγοντος) να αγοραστούν προσωρινά με τη χρήση του κωδικού του Γ1 και εν καιρώ, μόλις αποκτούσε δικό του κωδικό ο ενάγων, να γινόταν η μεταφορά, προκύπτει (κατά την αναιρεσείουσα), ότι ο ενάγων επικαλείται σχέση όχι "αγγέλου", αλλ' "έμμεσης αντιπροσωπεύσεως" μεταξύ αυτού και του Γ1.
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις αναφερόμενες σ'αυτόν περικοπές της αγωγής προκύπτει ότι, όπως ορθώς εκτίμησε το εν λόγω δικόγραφο, το Εφετείο, ο Γ1 ενήργησε ως "άγγελος" για τη διαβίβαση των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των μερών και όχι ως "έμμεσος αντιπρόσωπος" του ενάγοντος, και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ευθεία παράβαση από το Εφετείο των άρθρων 211 και 212 Α.Κ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Σημειωτέον ότι ο ως άνω Γ1 δεν ενεργούσε στις συγκεκριμένες συμφωνίες ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος του ενάγοντος εφεσίβλητου Ψ1, αλλά ως "άγγελος" προς διαβίβαση των εκατέρωθεν δηλώσεων των μερών, συνήνεσε δε ο τελευταίος στο να συμπεριληφθούν οι μετοχές του ενάγοντος στο δικό του χαρτοφυλάκιο μέχρι να εκδοθεί ο κωδικός του αριθμός".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, διαλαμβάνοντας πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έκρινε ότι ο Γ1 μεσολάβησε μεταξύ των αναφερόμενων δικαιοπρακτούντων μερών ως άγγελος και όχι ως αντιπρόσωπος (άμεσος ή έμμεσος). Επομένως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ΑΚ 211 και 212, ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως, με το δεύτερο μέρος του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III.- Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου ΚΠολΔ 559 αριθ. 8, όπως εκτιμάται, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, διότι δεν έλαβε υπόψη το λόγο της εφέσεώς της με τον οποίο παρεπονείτο κατά της εκκαλουμένης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα των ληφθέντων υπόψη εγγράφων με τίτλο "πίνακα συναλλαγών" και "διάρθρωση χαρτοφυλακίου", είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έλαβε υπόψη το λόγο αυτόν εφέσεως και τον απέρριψεν κατ' ουσίαν.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συγκεκριμένα προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά παράβαση των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ δέχτηκε ότι παρέχουν πλήρη απόδειξη σε βάρος των αναιρεσειόντων τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο από ..........
πίνακας συναλλαγών και το από .............. έγγραφο, καίτοι αυτά δεν έφεραν την υπογραφή του εκδότη τους και ούτε αποτελούσαν μέρος των γνήσιων εμπορικών βιβλίων της πρώτης αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν προσέδωσε στο έγγραφα αυτά πλήρη αποδεικτική δύναμη, κατά παράβαση των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ, σε βάρος των αναιρεσειόντων, αλλ' απλώς τα εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και μάλιστα για να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με το επουσιώδες ζήτημα περί των τεχνασμάτων που χρησιμοποίησε ο Ζ1 για την συγκάλυψη της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του (υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση) σε βάρος του ενάγοντος.- Η πρώτη αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, (όπως ο λόγος αυτός εκτιμάται), ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την εκκαλουμένη, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ ο ενάγων δεν ζητούσε με την αγωγή του αποζημίωση της ηθικής του βλάβης από αυτή, αλλά μόνον από τους λοιπούς εναγομένους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι με λόγο της έφεσής της έπληξε την εκκαλουμένη για το σφάλμα της αυτό. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες, με αυτόν, υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 19, 8 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττουν την απόφαση αυτή για συναγωγή λανθασμένων δικαστικών τεκμηρίων από τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, σχετικά με τον τρόπο που χρησιμοποίησε ο Ζ1 για τη συγκάλυψη της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως (πρώτο μέρος), όπως ο λόγος αυτός εκτιμάται, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της με τον οποίο επαναφέρθηκε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου η ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως σαφώς προκύπτει από την α΄ αναιρεσιβαλλομένη το Εφετείο έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο της εφέσεως, περιέχοντα την από την ΑΚ 300 ένσταση και αυτή (ένσταση) απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων απευθύνθηκε προς τον διευθυντή του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας Ζ1, μετά από σύσταση του φίλου και κουμπάρου του Γ1, και κατέθεσε σε ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του Ζ1, όπως ο τελευταίος του υπέδειξε, το συνολικό ποσό των 60.000.000 δρχ. (50.000.000 δρχ. την 16.12.1998 και 10.000.000 δρχ.
την 26.12.1998) για αγορά μετοχών μέσω του Χ.Α.Α. (4.200 ....... και 3.000 ...........), έχοντας την πίστη ότι συναλλάσσεται με τη φερέγγυα χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΛΚΗ ΑΕ (αναιρεσείουσα), και δεν υπέπεσε έτσι σε σφάλμα συμπεριφοράς κατά οποιουδήποτε τρόπο, ώστε να του καταλογισθεί έστω και ελάχιστο ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα, ενόψει και του ότι ο εφεσίβλητος (τώρα αναιρεσίβλητος) δεν γνώριζε ότι ο Ζ1 ενεργούσε παράνομες συναλλαγές και εκτός κάθε ελέγχου της ΑΛΚΗ ΑΕ.
Ο αυτός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δεύτερο μέρος) είναι αβάσιμος, διότι οι άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου, με τις οποίες απορρίφθηκε η εν λόγω ένσταση της αναιρεσείουσας είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις. Η περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου, ότι δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί εξωχρηματιστηριακής συμφωνίας δανεισμού του Ζ1 από τον αναιρεσίβλητο δεν αποτελεί παραδοχή "πραγμάτων" μη προταθέντων από την αναιρεσείουσα, δημιουργούσα πλημμέλεια από τον αριθ. 8 της ΚΠολΔ 559, όπως απαραδέκτως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα στον αυτό λόγο αναιρέσεως, δεδομένου ότι η παραδοχή αυτή του Εφετείου εντάσσεται στα πλαίσια της ανάλυσης των αποδείξεων προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την αλήθεια της ιστορικής βάσεως της αγωγής.
Κατά το άρθρο 71 ΑΚ το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, ενώ και το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 914 ΑΚ, για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη.
Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, μεταξύ άλλων, και από την αρχή της καλής πίστεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ. Καλή πίστη κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων είναι η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.
Συνιστά δε κριτήριο συμπεριφοράς, που έχει αναχθεί σε κανόνα δικαίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω ελλείψεως ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "αιτιολογίες" όμως στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τους εναγόμενους και τώρα αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, το Εφετείο, κάνοντας δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου για αποζημίωσή του από αδικοπραξία, δέχθηκε, κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτών τα εξής:
Η πρώτη αναιρεσείουσα "ΑΛΚΗ ΑΧΕ" είναι χρηματιστηριακή εταιρεία, μέλος του ΧΑΑ και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής είναι οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2. Η ΑΧΕ, της οποίας η έδρα είναι στην Αθήνα, ίδρυσε κατά το νόμο υποκατάστημα στη ..............., του οποίου υπεύθυνο και διευθυντή όρισε τον Ζ1, στον οποίο ανέθεσε την πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία της ΑΧΕ και πρωτοβουλία δράσεως, σχετικά με πράξεις που γίνονταν από το υποκατάστημα, αλλά και την ενέργεια κάθε υλικής πράξεως που σχετίζονταν με τη λειτουργία του υποκαταστήματος, ο δε Ζ1 τελούσε, κατά τη σύμβαση, υπό τις οδηγίες και τις εντολές της προστήσασας ΑΧΕ ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση.
Στα πλαίσια αυτά των αρμοδιοτήτων του έβρισκε ενδιαφερόμενους πολίτες για να επενδύσουν στο Χρηματιστήριο και διαβίβαζε τις εντολές προς την ΑΛΚΗ ΑΧΕ, προκειμένου να αγοράσει ή να πωλήσει η τελευταία για λογαριασμό τους μετοχές και, στη συνέχεια, να διαβιβάσει τα αγορασθέντα χρηματιστηριακά πράγματα, τα οποία εκείνος ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει στους δικαιούχους εντολείς αυτών.
Μεταξύ των πελατών του ανωτέρω υποκαταστήματος ήταν και ο ενάγων Ψ1. Ο τελευταίος αποφάσισε να συνεργασθεί με την εναγόμενη ΑΛΚΗ ΑΧΕ, προκειμένου να προβαίνει για λογαριασμό του στην αγοραπωλησία μετοχών στο Χ.Α.Α., μετά από σχετική παρότρυνση του έχοντος γνώση περί των χρηματιστηριακά πράγματα κουμπάρου του Γ1.
Προς τούτο έδωσε εντολή στο διευθυντή του παραπάνω υποκαταστήματος Ζ1 να ανοίξει λογαριασμό στο υποκατάστημα στη .......... για αγορά μετοχών συνολικού ποσού 60.000.000 δραχμών, για το λόγο δε αυτό απέστειλε αντίγραφο της ταυτότητάς του, προκειμένου ο Ζ1 να προβεί στην έκδοση κωδικού αριθμού. Επειδή η έκδοση του ανωτέρω κωδικού καθυστερούσε, λόγω του επικαλούμενου από τον Ζ1 φόρτου εργασίας, εξαιτίας της αθρόας προσελεύσεως επενδυτών, ο Ζ1 πρότεινε στον ενάγοντα και αυτός αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, να προβεί στην αγορά μετοχών, οι οποίες, μέχρι της εκδόσεως του κωδικού του, θα συμπεριλαμβάνονταν στο υπάρχον χαρτοφυλάκιο του κουμπάρου του Γ1 και στη συνέχεια θα μεταφέρονταν στον κωδικό που θα ελάμβανε ο ενάγων.
Σημειωτέον ότι ο Γ1 συνήνεσε στο να συμπεριληφθούν οι μετοχές του ενάγοντος στο δικό του χαρτοφυλάκιο μέχρι να εκδοθεί ο κωδικός του αριθμός. Σε εκτέλεση της συμφωνίας ο ενάγων κατέθεσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ του Ζ1, που ο ίδιος ο Ζ1 του υπέδειξε, το ποσό των 60.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα κατέθεσε την 16.12.1998 το ποσό των 50.000.000 δραχμών και την 26.12.1998 το ποσό των 10.000.000 δραχμών, προκειμένου ο Ζ1 να προβεί στην αγορά 4.200 μετοχών .........
και 3.000 μετοχών ............. στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος. Η έκδοση, όμως, του κωδικού αριθμού καθυστερούσε και ο ως άνω διευθυντής του υποκαταστήματος του απέστειλε με φαξ αντίγραφα εγγράφων από τα οποία προέκυπτε η πραγματοποίηση της αγοράς των ως άνω μετοχών στο όνομα του Γ1, στο χαρτοφυλάκιο του οποίου συμπεριλήφθησαν κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα λόγω καθυστερήσεως εκδόσεως του κωδικού αριθμού.
Στις συνεχείς, οχλήσεις του ενάγοντος για την καθυστέρηση εκδόσεως του κωδικού αριθμού ο Ζ1 τον καθησύχαζε, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα τακτοποιηθεί σύντομα η εκκρεμότητα αυτή. Όμως αρχές Ιουνίου 1999 αποκαλύφθηκε σειρά ατασθαλιών του προσώπου αυτού στο υποκατάστημα .............. της πρώτης αναιρεσείουσας, εξ αιτίας των οποίων απομακρύνθηκε από την τελευταία και κρατήθηκε προσωρινά στη Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης, για σειρά αξιόποινων πράξεων που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος διαφόρων τρίτων- πελατών οπότε και διαπιστώθηκε ότι αυτός (Ζ1) ιδιοποιήθηκε παράνομα το χρηματικό ποσό των δρχ. 60.000.000 και δεν είχε αγοράσει τις ανωτέρω μετοχές.
Από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτή του Ζ1 ο αναιρεσίβλητος ζημιώθηκε κατά το ποσό των δρχ. 60.000.000, το οποίο κατέθεσε σε λογαριασμό του Ζ1 για αγορά μετοχών. Για την ανωτέρω πράξη του Ζ1 και την αποκατάσταση της ως άνω ζημίας του ενάγοντος ευθύνεται εις ολόκληρον και η αναιρεσείουσα ΑΛΚΗ ΑΧΕ ως προστήσασα αυτόν κατά την ΑΚ 922, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες, Χ1 και Χ2 , πρόεδρος και αντιπρόεδρος αντίστοιχα του ΔΣ της ΑΛΚΗ ΑΧΕ, οι οποίοι ενώ είχαν από το καταστατικό και το νόμο, αλλά και από τα συναλλακτικά ήθη, την υποχρέωση να ασκούν τέτοιους ελέγχους στο προσωπικό, υπαλλήλους ή και διευθυντές, καθώς και αντιπροσώπους της ΑΧΕ, ώστε να αποφεύγεται κάθε ζημία των συναλλασσομένων με αυτούς πελατών της, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους που είχαν κατά το καταστατικό της ΑΧΕ αυτής, επέδειξαν βαρύτατη αμέλεια και από την αμέλεια αυτή κατέστη δυνατή η τέλεση των ως άνω παρανόμων και υπαιτίων πράξεων.
Ειδικότερα οι εν λόγω δεν άσκησαν κανένα έλεγχο, επίβλεψη ή εποπτεία στο Κατάστημα της ................, ώστε να αποτραπεί κάθε κίνδυνος των συμφερόντων των πελατών και κατ' ακολουθία και του αναιρεσιβλήτου, του οποίου θα αποτρεπόταν κάθε ζημία με ένα επιμελή έλεγχο. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη κατά των εναγομένων νομίμων εκπροσώπων της άνω ΑΧΕ και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη το συνολικό ποσό των 186.082,17 ευρώ, εντόκως νομίμως από την επίδοση της αγωγής.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την εκ του άρθρου 914 ΑΚ ευθύνη των δεύτερου και τρίτου από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2. Διότι, ενώ δέχεται προσωπική από αδικοπραξία ευθύνη αυτών, αναγόμενη στην παράλειψή τους να ενεργήσουν, ως πρόεδρος ο πρώτος και αντιπρόεδρος ο δεύτερος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΛΚΗ ΑΧΕ, ελέγχους, επίβλεψη ή εποπτεία στο Κατάστημα ................, ώστε να αποτραπεί κάθε κίνδυνος των συμφερόντων των πελατών της εταιρείας, δεν περιέχει παραδοχές ούτε για το είδος και το ειδικότερο αντικείμενο των εν λόγω ελέγχων, επιβλέψεως και εποπτείας, ούτε για το αν οι έλεγχοι αυτοί, η επίβλεψη και η εποπτεία θα μπορούσαν και πώς να αποτρέψουν τη ζημία των πελατών και συγκεκριμένα του ενάγοντος.
Είναι συνεπώς βάσιμος ο σχετικός ένατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρεσείοντες, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1311/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ