Legislator Case Law & Legislation
1422/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on omitted vacation pay and Christmas bonus claims in labor dispute.

Case Number 1422/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute regarding vacation pay and Christmas bonuses. While the court rejected arguments that the lower court ignored evidence, it found a procedural error where the Second Instance Court failed to rule on specific claims for vacation pay and Christmas bonus for 1999. Consequently, the appeal was granted in part, remanding those specific issues for retrial before a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court omitted to rule on a claim presented in the original action, requiring remittal of the case for further adjudication by a different panel.

Keywords

AI generated
omitted claim vacation pay Christmas bonus procedural error remittal for retrial labor dispute partial appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 38(1) of Law 1892/1990
Article 559(19)(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1422 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1422/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα-

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ροϊνιώτη.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήρη Παγώνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/00 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/12/2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 6/5/2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευάγγελου Σταυρουλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους τρίτο και πέμπτο (δεύτερο μέρος του) λόγους της και την απόρριψή της, ως προς τους υπόλοιπους λόγους της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τον πρώτο από το ως άνω άρθρο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και δη α) τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ...., ..... , ...... ,......

και ......, β) το με αριθμ. ...... έγγραφο του ΙΚΑ και γ) το ασφαλιστικό βιβλιάριο της αναιρεσείουσας. Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του «όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν» και το εν γένει περιεχόμενο της προσβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα.

Επομένως ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του ν.1892/1990 με έγγραφη ατομική συμφωνία ο εργοδότης και ο μισθωτός κατά τη σύσταση της σχετικής συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, μπορεί να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο διάρκεια ημερήσιας ή εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη της κανονικής (μερική απασχόληση), ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών δεν μπορεί να είναι κατώτερες απ΄ αυτές που προβλέπονται από τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις για τους απασχολουμένους κατά το κανονικό ωράριο για την ίδια εργασία συναδέλφους τους και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

Στη συνέχεια, η προμνησθείσα διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.2639 της 1/2.9.1998 στην παραγρ. 1 του οποίου ορίζεται «Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).

Η συμφωνία, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση». Επίσης στην παράγρ. 16 του ιδίου άρθρου ορίζεται «Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας μεταξύ αυτού και των εργαζομένων, που απασχολεί με μερική απασχόληση, στην οποία θα αναγράφεται η χρονολογία κατάρτισης των συμβάσεων αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής τεκμαίρεται ότι η σχετική σύμβαση καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως που αφορά τη μερική απασχόληση, και ότι η παράλειψη του εργοδότη να γνωστοποιήσει τη σύμβαση μερικής απασχολήσεως στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας μέσα σε 15 ημέρες από την κατάρτισή της, εφόσον η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε μετά τη δημοσίευση του ν.2639/1998, καθώς και η παράλειψη αυτού να υποβάλει στην Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτικές καταστάσεις των υφισταμένων κατά τη δημοσίευση του άνω νόμου συμβάσεων μερικής απασχολήσεως μέσα σε εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευσή του, η οποία και στις δύο περιπτώσεις έχει ως αποτέλεσμα να τεκμαίρεται ότι η σύμβαση μερικής απασχολήσεως καλύπτει σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, προϋποθέτει έγκυρη κατάρτιση συμβάσεως μερικής απασχολήσεως και συνεπώς σε περίπτωση που η σύμβαση μερικής απασχολήσεως είναι άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, δεν ισχύει το ως άνω τεκμήριο.

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.2639/1998, η οποία επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση να γνωστοποιήσει εντός 15 ημερών από την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχολήσεως αυτήν στην Επιθεώρηση Εργασία, διαφορετικά η σύμβαση τεκμαίρεται ως σύμβαση πλήρους απασχολήσεως με το να δεχθεί σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης και όχι πλήρους τοιαύτης, καίτοι η γνωστοποίηση της στην Επιθεώρηση Εργασίας ήταν εκπρόθεσμη, ως μη γενόμενη εντός 15 ημερών από την κατάρτισή της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο διότι παραδοχή, όπως διαλαμβάνεται, στο αναιρετήριο, δηλαδή τοιαύτη περί καταθέσεως της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως μερικής απασχόλησης στην επιθεώρηση εργασίας, μετά πάρόδο δεκαπενθήμερου από ταύτης (καταρτίσεως) δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη. Πέραν του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος αφού, κατά τις παραδοχές, της προσβαλλομένης η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μερικής απασχολήσεως καταρτίσθηκε πριν την ισχύ του ν.2639/1998, και ήταν και άκυρη, διότι η αναιρεσείουσα εστερείτο βιβλιαρίου υγείας και συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα ως άνω, δεν ίσχυε το παραπάνω τεκμήριοπλήρους απασχολήσεως, το οποίο προϋποθέτει έγκυρη κατάρτιση συμβάσεως.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. «Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως από το δικαστήριο του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955 με την επανάσχηση της απορριφθείσας ως αορίστου προηγουμένης αγωγής της εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση της απορριπτικής αποφάσεως.

Ο λόγος αυτός κατά την θεμελίωσή του επί της διατάξεως του αρ. 8 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν γίνεται επίκληση, στο αναιρετήριο περί προβολής του παραδεκτώς και δη περί προβολής του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και νομίμου επαναφοράς του στο Εφετείο ή περί συνδρομής επικληθείσας στο τελευταίο περιστάσεως των αναφερομένων στις διατάξεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., της κατ΄ εξαίρεση παραδεκτής προβολής του το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά την επικαλουμένη θεμελίωσή του επί των διατάξεων των άρ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και υπό την επίκληση των αυτών περιστατικών, δηλαδή της μη λήψεως υπόψη του άνω ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα επικαλούμενα δεν θεμελιώνουν πλημμέλεια από τις διατάξεις αυτές.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, που καταρτίστηκε εγγράφως την 1.2.1996 μεταξύ των διαδίκων και αντίγραφο της οποίας υποβλήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Νομού ....

η αναιρεσίβλητη προσέλαβε την αναιρεσείουσα για να εργαστεί επί τέσσερες (4) ώρες ημερησίως και επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, ως πωλήτρια στο κατάστημα – αναψυκτήριο για ορθίους (κρουασαντερί) που διατηρούσε στο ..... και επί της οδού ....... , με μηνιαίο μισθό τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούσαν στο ως άνω μειωμένο ωράριο εργασίας της (4ωρο).

Η σύμβαση αυτή όμως ήταν άκυρη, διότι η αναιρεσείουσα, ηλικίας τότε 24 ετών, δεν ήταν εφοδιασμένη με το κατά νόμο προβλεπόμενο βιβλιάριο υγείας για τέτοιου είδους καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η αναιρεσείουσα πρόσφερε πράγματι τις υπηρεσίες της από 1.2.1996 μέχρι 8.7.1999 που απολύθηκε, απασχολούμενη καθημερινά επί τετράωρο, από ώρας 09.00΄ μέχρι 13.00΄ και επί πέντε ημέρες την εβδομάσα.

Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσα ότι εργαζόταν με πλήρες ωράριο ημερησίως από 12.12.1994 μέχρι 8.7.1999, που απολύθηκε, δεν είναι βάσιμος. Ειδικότερα, η πρόσληψη της αναιρεσείουσας την 1.2.1996 για τετράωρη καθημερινή απασχόληση αποδεικνύεται τόσο από την έγγραφη σύμβαση εργασίας της και την από 9.2.1996 κάρτα αναγγελίας πρόσληψης, η οποία έχει υπογραφεί και από την αναιρεσείουσα όσο και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες καταστάσεις προσωπικού και ωρών εργασίας που έχουν ελεγχθεί και υπογραφεί από τον Επιθεωρητή Εργασίας του.....καθώς επίσης και από την κατάθεση της ίδιας της αναιρεσείουσας στην Τοπική Διοικητική Επιτροπή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ .... (απόφαση ....

της Επιτροπής αυτής), όπου αναφέρει ότι εργαζόταν στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης από το έτος 1996 και ότι συμφωνούσε με την τετράωρη απασχόληση για την οποία ασφαλιζόταν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, πράγμα το οποίο βεβαίως δεν θα συνέβαινε αν η ημερήσια απασχόλησή της ήταν πλήρης (οκτώρο), όπως πολύ αργότερα (μετά την απόλυσή της) υποστηρίζει.

Και είναι αλήθεια ότι στην προσκομιζόμενη ..... βεβαίωση του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ..... αναγράφεται ότι η πρόσληψη της αναιρεσείουσας έγινε την 2.8.1995, πλην όμως αυτό βεβαιώνεται ύστερα από δήλωση της ίδιας της αναιρεσείουσας και όχι από έρευνα ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο στο ανωτέρω Υποκατάστημα του ΙΚΑ.

Σημειώνεται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, δικάζον κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της 2198/2000 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την 2065/6.7.2001 απόφασή του, κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη αναιρεσίβλητη εργοδότρια για παράβαση του Α.Ν. 690/1945, αφού δέχθηκε ότι η απασχόληση της αναιρεσείουσας διήρκεσε από 1.2.1996 μέχρι 8.7.1999 και ότι δεν της οφείλοντο αποδοχές ενόψει της μερικής (επί 4ωρο καθημερινώς) απασχολήσεώς της.

Το κατάστημα της αναιρεσίβλητης παρουσίαζε κίνηση κυρίως από τις πρωϊνές ώρες μέχρι το μεσημέρι (9 π.μ. – 12 μ.μ.) και σ΄ αυτό απησχολείτο κατά τις ώρες αυτές και η αναιρεσίβλητη συνεπικουρούμενη από την αναιρεσείουσα, ενώ τις απογευματινές ώρες που η κίνηση ήταν πολύ μικρή απησχολείτο σ΄ αυτό και ο σύζυγός της αναιρεσείουσας και δεν υπήρχε ανάγκη απασχολήσεως και άλλου ατόμου.

Η αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς της και συγκεκριμένα μέχρι 30.6.1999 λάμβανε μηνιαίο μισθό 100.000 δρχ., ήτοι ποσό που υπερβαίνει το ήμισυ των προβλεπομένων νομίμων μηνιαίων αποδοχών για τους απασχολουμένους πλήρως (επί 8 ώρες την ημέρα ή 40 ώρες την εβδομάδα) εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας, αφού αναλογικά η καθημερινή απασχόλησή της (4ωρο) ανέρχεται στο ήμισυ της απασχόλησης του εργαζομένου με πλήρες ωράριο (8ωρο).

Ακολούθως το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή εν μέρει. ΄Ητοι της επιδίκασε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.7.1999 μέχρι 8.7.1999 και απ΄ ευθείας εκ του νόμου το επίδομα του Πάσχα 1999 και τις αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 1996, απέρριψε δε τα λοιπά αιτήματα της αγωγής για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως, υπερεργασία, μισθούς υπερημερίας και αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας.

Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο, το οποίο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990 και 2 παρ. 1 και 16 του ν. 2639/1998. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε με την ένδικη αγωγή, μεταξύ άλλων, και αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας του έτους 1999. Το Εφετείο όμως άφησε αδίκαστα τα σχετικά αιτήματα αυτής και έτσι υπέπεσε στην από το ως άνω άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Επομένως είναι βάσιμος, κατά το περί τούτου, δεύτερο μέρος του, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος, καθόσον αφορά την παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί του αιτήματος της αγωγής για καταβολή στην αναιρεσείουσα του επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 1999, είναι αβάσιμος, κατά το πρώτο μέρος του από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., διότι, όπως προκύπτει από την αγωγή, με αυτή δεν ζητήθηκε το εν λόγω επίδομα.

Ύστερα από τα ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τα αιτήματα της αγωγής για καταβολή αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας του έτους 1999, να παραπαμφθεί η υπόθεση ως προς τα αιτήματα αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές,, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της εν μέρει ήττας της, στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 459/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου ως προς τα άνω αιτήματα της αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ