Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendants and substantive grounds for evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's judgment. The court noted that the appellees failed to appear at the hearing, yet the proceedings were valid because they had been legally summoned. Furthermore, the court rejected arguments regarding evidence evaluation, stating that such matters fall under the exclusive discretion of the lower courts and cannot be reviewed on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews procedural compliance when parties are absent but legally summoned, while it does not review the lower court's evaluation of evidence or factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1421 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1421/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Μ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Φ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 και την 163/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Τ. και 2) Π. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2018 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ` αριθ. 1930 και 1931//13-10-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... (με έδρα το Πρωτοδικείο ...) Μ.-Κ. Ε., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την ορισθείσα δικάσιμο της 17-1-2022, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου, υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας, ο οποίος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συμπεριφορά του δράστη ήταν αντικειμενικώς ικανή να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας που οφειλόταν. Τέτοια υποχρέωση να μη ζημιώσει, κάποιος άλλον, με πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, μπορεί να υπάρχει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την καλή πίστη όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δηλαδή δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ, καθώς και στην περίπτωση του δόλου (πρόθεσης) είτε με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος επιδιώκει (θέλει) την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και όταν δεν επιδιώκει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, προβλέπει όμως αυτό ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του και παρά ταύτα δεν αφίσταται, είτε με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος προβλέπει το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της συμπεριφοράς του και το αποδέχεται. (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 541/2012, ΑΠ 895/2011, ΑΠ 731/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφ' ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 934 και 935 ΑΚ προκύπτει, ότι στην περίπτωση που αφαιρέθηκε πράγμα με παράνομη πράξη, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει αποκλειστικά την αυτούσια απόδοση αυτού, καθώς και αποζημίωση για τη στέρησή του. Πλήρη αποζημίωση δικαιούται να ζητήσει μόνο σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του πράγματος ή έλλειψης συμφέροντος αυτού στην αυτούσια απόδοσή του.
Είναι δε νόμιμο και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στον δικαιούχο, καθώς και το παρεπόμενο αίτημα της απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου. Η αφαίρεση νοείται υπό ευρεία έννοια και περιλαμβάνει (επί κινητών) την κλοπή, την υπεξαίρεση, την ιδιοποίηση ξένου πράγματος, καθώς και την κτήση της νομής ή κατοχής συνεπεία απάτης (ΑΠ 1576/95).
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία, και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, κατά νόμον, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ούτως ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντα, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής βασιμότητας της αγωγής.
Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη, και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, το απαράδεκτο δε αυτό ερευνάται και αυτεπάγγελτα, ως αναγόμενο στην προδικασία, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη, το δε δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για τον λόγο αυτό (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1871/1999).
Ειδικότερα, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση, που στηρίζεται σε αδικοπραξία, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής η πράξη ή παράλειψη (ανθρώπινη συμπεριφορά) του εναγομένου, το παράνομο αυτής, η υπαιτιότητά του (δόλος ή αμέλεια), η ζημία που υπέστη ο ενάγων και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας.
ΑΠ 542/2011, ΑΠ 462/2011). Επί παράνομης δε αφαίρεσης πράγματος (άρθρο 934 ΑΚ), η απόδοση του οποίου είναι αδύνατη, η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του πράγματος κατά τον χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της υποθέσεως (ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 1050/1998, ΑΠ 1234/1995,) και συνεπώς αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης είναι η αξία του πράγματος κατά την πρώτη επ` ακροατηρίου συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 640/2014, ΑΠ 225/2014).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από 10-6-2014, αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της, εξέθεσε τα εξής: Ότι πρώτος εναγόμενος πατέρας του από κοινού με τη δεύτερη εναγόμενη, σε άγνωστη ημεροχρονολογία, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές φθινοπώρου του έτους 2013 έως τις 19-11-2013, κατά το οποίο αυτός απουσίαζε στη Θεσσαλονίκη, αφού παραβίασαν τις εξώθυρες του διαμερίσματος και του ισογείου καταστήματος, που βρίσκονται επί της ...
στη Λάρισα, τα οποία ανήκαν στον ίδιο από το έτος 1991 λόγω άτυπης δωρεάς από τον πρώτο εναγόμενο πατέρα του, αφαίρεσαν α) από την οικία του 1)το χρηματικό ποσό των 245.000 ευρώ, 2) ένα χρηματοκιβώτιο που περιείχε τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμαλφή συνολικής αξίας 350 ευρώ και χρηματικό ποσό 1.000 ευρώ, 3) δύο κλειδιά του ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου του αξίας 100 ευρώ, 4) τρεις συσκευές κινητών τηλεφώνων αξίας 200 ευρώ, 5) προσωπικά έγγραφα, 6) δώδεκα σακούλες κερμάτων αξίας 2.000 ευρώ, 7) 130 χρυσές λίρες αξίας 39.000 ευρώ, 8) ολόκληρη η οικοσκευή που αναφέρεται στην αγωγή συνολικής αξίας 3.700 ευρώ και β) από το κατάστημα 1) τον πλήρη εξοπλισμό γραφείου, που αναφέρεται στην αγωγή, συνολικής αξίας 4.000 ευρώ, 2)τον μηχανολογικό εξοπλισμό του εργαστηρίου που αναφέρεται στην αγωγή, συνολικής αξίας 14.000 ευρώ και 3) έξι τόνους έτοιμο μελισσοκέρι συνολικής αξίας 36.000 ευρώ.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο αναιρεσείων ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι α) να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 248.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) να του αποδώσουν όλα τα κινητά πράγματα του διαμερίσματος και του ισογείου καταστήματος και σε περίπτωση που αυτά δεν σώζονται αυτούσια να του καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία καθενός εξ αυτών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και γ) να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 29.950 ευρώ χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., με την υπ' αριθ. 46/2015 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς ορισμένα κινητά και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, παραπονούμενος με τον τρίτο λόγο έφεσης, ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τα προαναφερόμενα κονδύλια της αγωγής του ως αόριστα, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την παραπάνω λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Μεταξύ των κινητών, την αυτούσια απόδοση των οποίων ή την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας από τη μη αυτούσια απόδοση ο ενάγων ζητεί, περιλαμβάνονται κινητά για τα οποία δεν γίνεται ακριβής περιγραφή τους, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς τους και χωρίς κανένα ποιοτικό προσδιορισμό, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στους μεν εναγομένους η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής και για τα οποία η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα 1) ως προς τα αναφερόμενα στην αγωγή κοσμήματα που περιέχονταν κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων κινητών πραγμάτων, εντός του χρηματοκιβωτίου α)για τα υπό στοιχεία Β 2, Β 3 και Β 4 της αγωγής δαχτυλίδια περιγράφονται ως "ένα δαχτυλίδι αξίας 100 ευρώ", "ένα δαχτυλίδι αξίας 30 ευρώ" και "ένα δαχτυλίδι με βέργες αξίας 20 ευρώ", χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό ως προς την ταυτότητα, τη μορφή και τα εξωτερικά τους στοιχεία και ως προς την ποιότητά τους και β)για την υπό στοιχεία Β 5 αναφερόμενη στην αγωγή ως "μία χρυσή αλυσίδα χειρός αξίας 200 ευρώ" χωρίς κανένα ειδικότερα προσδιορισμό για τα εξωτερικά της στοιχεία (μορφή, σχήμα, βάρος), 2) ως προς τα αναφερόμενα στην αγωγή υπό στοιχεία Β6 "2 κλειδιά του ΙΧΕ αυτοκινήτου μου εργοστασίου κατασκευής ΜΕRCEDES τύπου SLΚ 200, αξίας 100 ευρώ", δεν αναφέρονται τα προσδιοριστικά του οχήματος στοιχεία (αριθμός πινακίδων, αριθμός πλαισίου, έτος πρώτης κυκλοφορίας), 3) ως προς τις υπό στοιχεία Β7 αναφερόμενες στην αγωγή "3 συσκευές κινητών τηλεφώνων (2 ΝOKIA, Ι1 Alcatel) αξίας 200 ευρώ, καθώς και ως προς τις αναφερόμενες έξι οικιακές ηλεκτρικές συσκευές (τηλεόραση, πλυντήριο ρούχων, ψυγείο, στερεοφωνικό και 2 κλιματιστικά) που κατά την αγωγή περιλαμβάνονταν στην οικοσκευή του ενάγοντος, αναφέρεται για καθεμία ο γενικός τύπος εργοστασίου κατασκευής και η αξία τους, χωρίς όμως κανένα άλλο ποιοτικό προσδιορισμό, ούτε τα ειδικότερα χαρακτηριστικά καθεμίας συσκευής, 4) ως προς τα αναφερόμενα στην αγωγή προσωπικά έγγραφα που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος υπεξήχθησαν από την οικία του, δεν αναφέρονται τα ειδικότερα προσδιοριστικά αυτών (αριθμός, εκδούσα αρχή, ημεροχρονολογία κ.λ.π.) στοιχεία και χωρίς κανένα αριθμητικό ή ποσοτικό προσδιορισμό, 5) ως προς τον αναφερόμενο στην αγωγή επαγγελματικό εξοπλισμό του εργαστηρίου (υπό στοιχεία Β 12 της αγωγής), δεν αναφέρεται ο τύπος εργοστασίου κατασκευής των μηχανημάτων, ούτε γίνεται περιγραφή των χαρακτηριστικών τους στοιχείων και ιδιοτήτων (διαστάσεις, χρόνος κτήσης, κ.λ.π.), ενώ ως προς τα σιδερένια καλούπια δεν γίνεται αριθμητικός προσδιορισμός.
Η περιγραφή των ανωτέρω κινητών είναι προδήλως αόριστη και επομένως η αγωγή πρέπει ως προς αυτά να απορριφθεί ως αόριστη, διότι δεν περιέχει τα αξιούμενα από τα άρθρ. 118 και 216 Κ.Πολ.Δ. αναγκαία στοιχεία, η αοριστία δε της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία...
εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως και η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Επομένως, η εκκαλούμενη που έκρινε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε.
Γι' αυτό, ο αντίθετος τρίτος λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Από τις ως άνω νομικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά τα προαναφερόμενα κονδύλια λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτών, ήτοι λόγω έλλειψης εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα για την αυτούσια απόδοση των πραγμάτων που φέρονται οι αναιρεσίβλητοι ότι αφαίρεσαν, άλλως, σε περίπτωση αδυναμίας αυτών προς αυτούσια απόδοση των πραγμάτων, την καταβολή αποζημίωσης.
Το Εφετείο με την ως άνω κρίση του, ότι δηλαδή η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, είναι αόριστη, ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 934 ΑΚ, και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον λόγω της ελλιπούς περιγραφής των αντικειμένων γεννάται αμφιβολία περί την ταυτότητα των αντικειμένων που φέρονται ως αφαιρεθέντα, με συνεπακόλουθο να αδυνατούν οι εναγόμενοι να αμυνθούν, αλλά και το Δικαστήριο να ελέγξει τη βασιμότητα της αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη, ότι εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστα τα ως άνω κονδύλια λόγω της ελλιπούς περιγραφής των φερομένων ως αφαιρεθέντων πραγμάτων, χαρακτηριζόμενος, κατ` ορθή υπαγωγή ως λόγος από τον αρ. 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ. ΑΠ 23/2008, ΑΠ 609/2013). Τα μη νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη, τέτοια δε είναι και εκείνα που προσκομίσθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν προσκομίσθηκαν μέσα στην προθεσμία "της προσθήκης και αντίκρουσης" προς απόκρουση οψίμου κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔ ισχυρισμού που προέβαλε ο αντίδικος με τις προτάσεις (ΑΠ 925/2020, ΑΠ 163/2014).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τη νομοθετική παρέμβαση με τον ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, οι προτάσεις κατατίθενται και συνεπώς και τα επικαλούμενα μ` αυτές έγγραφα προσκομίζονται έως την έναρξη της συζητήσεως διαδίκων (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 1450/2011), μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις.
Έτσι είναι απαράδεκτα τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις, που με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεων προσκομίζονται από τους διαδίκους στο εφετείο, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο εφετείο, το δε εφετείο, που δεν λαμβάνει υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, βεβαιώνοντας στην απόφασή του ότι δεν συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, δεν υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 623/2018, ΑΠ 414/2018, ΑΠ 659/2007, 562/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ,με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αιτιάται την προσβαλλομένη για την από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις προτάσεις που κατέθεσε ο εκκαλών-αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, προς υπεράσπιση των αγωγικών ισχυρισμών του επικαλέσθηκε και προσκόμισε πέντε (5) έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Ωστόσο, εντός της τριήμερης προθεσμίας που δόθηκε κατά νόμο προς αντίκρουση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, ο εκκαλών (αναιρεσείων), με την προσθήκη των προτάσεών του, επικαλέσθηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά εβδομήντα πέντε (75) έγγραφα, χωρίς όμως να επικαλεσθεί ότι τα εν λόγω έγγραφα τα προσκομίζει προς αντίκρουση ισχυρισμών των εφεσιβλήτων που προτάθηκαν το πρώτον ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Επομένως, το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη και εκτιμήσει τα ως άνω εβδομήντα πέντε (75) έγγραφα, που προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα με την προσθήκη των προτάσεών του, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι' αυτό ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).
Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών (αναιρεσείων) γεννηθείς το έτος 1975, είναι υιός του πρώτου εφεσίβλητου (πρώτου αναιρεσιβλήτου), που απέκτησε ο τελευταίος κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ήδη πρώην σύζυγό του (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) που έχει λυθεί από το έτος 1988 και ήδη από το έτος 1985 και έκτοτε ο εκκαλών διέμενε με τη μητέρα του στη Λάρισα σε άλλη οικία χωριστά από τον πρώτο εφεσίβλητο .
Οι σχέσεις μεταξύ του εκκαλούντος και του πρώτου εφεσίβλητου, έχουν από ετών διαταραχθεί σε σοβαρό βαθμό, ήδη κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαμάχης των γονέων του εκκαλούντος λόγω της επικείμενης λύσης του γάμου τους και ρύθμισης θεμάτων επιμέλειας των τέκνων και διατροφής και έκτοτε και δη από το έτος 1992 επιδεινώθηκαν κυρίως λόγω προβλημάτων υγείας του εκκαλούντος και συνεπεία εμπλοκής του σε ποινική υπόθεση.
Το έτος 2000 ο εκκαλών μετοίκησε στη Γερμανία προκειμένου να αναζητήσει εργασία, όπου και παρέμεινε μέχρι το έτος 2001, οπότε επανήλθε στη Λάρισα. Λόγω του ότι ο εκκαλών παρέμενε άνεργος μέχρι και το έτος 2005, ο πρώτος εφεσίβλητος προκειμένου να τον συνδράμει υλικά και ηθικά, του παραχώρησε το όμορο στην οικία του διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου επί της ..., προκειμένου να κατοικεί, ενώ η δεύτερη εφεσίβλητη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) διέμενε σε διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής και διατηρούσε γνωριμία με τους λοιπούς διαδίκους.
Επίσης, ο πρώτος εφεσίβλητος παραχώρησε στον εκκαλούντα και τμήμα του ισογείου καταστήματος της ίδιας οικοδομής και τον εξοπλισμό του κηροπλαστείου ιδιοκτησίας του, προκειμένου ο εκκαλών να ασκήσει το επάγγελμα του κηροπλάστη, δεδομένου ότι ο πρώτος εφεσίβλητος διατηρούσε εργαστήριο κηροπλαστικής και συσκευασίας μελιού και μαρμελάδας με τα σχετικά μηχανήματα και εγκαταστάσεις και επίσης διατηρούσε και μελισσοκομείο σε άλλο χώρο, μέχρι τη συνταξιοδότησή του.
Ο εκκαλών προέβη σε έναρξη επιτηδεύματος και επίσης το έτος 2005 έλαβε και δάνειο από τραπεζικό ίδρυμα της επιλογής του, ποσού 20.000 ευρώ προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κεφάλαιο κίνησης .... Ακολούθως οι σχέσεις μεταξύ του εκκαλούντος και του πρώτου εφεσίβλητου διαταράχθηκαν εκ νέου, με αποτέλεσμα ο εκκαλών να εγκαταλείψει το διαμέρισμα που διέμενε καθώς και την επιχείρηση κηροπλαστείου και να μετοικήσει το έτος 2007 στους Νέους Πόρους και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου διέμενε στη Φοιτητική Στέγη και επέστρεψε στη συνέχεια στη Λάρισα περί το έτος 2013 .
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι εγκατέλειψε το παραχωρηθέν από τον πρώτο εφεσίβλητο διαμέρισμα και την επιχείρηση κηροπλαστείου και με τον πέμπτο λόγο έφεσης ότι κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι ήταν άνεργος μέχρι το 2005 και ότι οι τραπεζικοί του λογαριασμοί δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 έως 15.000 ευρώ και ότι δεν έγινε μεταφορά χρημάτων ως προϊόν εργασίας του από γερμανική τράπεζα σε ελληνική τράπεζα.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του στη Θεσσαλονίκη οι εφεσίβλητοι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης, εισήλθαν στο παραχωρηθέν σε αυτόν (εκκαλούντα) ως άνω διαμέρισμα και αφαίρεσαν παράνομα χρηματικό ποσό 245.000 ευρώ, κέρματα συνολικής αξίας 2.000 ευρώ, καθώς και ένα χρηματοκιβώτιο εντός του οποίου υπήρχε χρηματικό ποσό 1.000 ευρώ και 130 χρυσές λίρες Αγγλίας.
Ειδικότερα δε, δεν αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών αφενός μεν κατείχε τα ως άνω χρηματικά ποσά και περιουσιακά στοιχεία, καθόσον δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο (παραστατικά αναλήψεων) από το οποίο να προκύπτει το γεγονός της κατοχής από αυτόν των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αφετέρου δε δεν αποδείχτηκε ότι η επαγγελματική του δραστηριότητα και τα εισοδήματα από αυτή δικαιολογούν την απόκτηση των ανωτέρω χρηματικών ποσών, καθόσον δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς τούτο, ενώ για την επικαλούμενη παροχή και κατοχή των χρυσών λιρών, η μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια του εκκαλούντος δεν έχει ιδία αντίληψη για την παροχή και την ύπαρξή τους, αλλά η γνώση της προέρχεται από τον ίδιο τον εκκαλούντα, όπως και για το χρηματικό ποσό των 245.000 ευρώ και τα λοιπά ως άνω περιουσιακά στοιχεία, η ως άνω μάρτυρας δεν έχει άμεση αντίληψη.
Άλλωστε από τα αντίγραφα βιβλιαρίων κίνησης τραπεζικών λογαριασμών, τα εκκαθαριστικά σημειώματα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. των ετών 2001-2013 και τις με αριθ. ... και ... έρευνες συναλλαγών, που προσκομίζονται από τον εκκαλούντα, αποδεικνύεται ότι οι καταθέσεις του δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 - 15.000 ευρώ, ενώ δεν αποδεικνύεται μεταφορά χρημάτων από γερμανική τράπεζα σε ελληνική ως προϊόν εργασίας του στην αλλοδαπή που να υπερβαίνει τα ως άνω ποσά και να δικαιολογεί την κατοχή των επικαλούμενων με την αγωγή χρηματικών ποσών, ενώ για το γεγονός του χρονικού διαστήματος που παρέμεινε άνεργος ο εκκαλών προσκομίζονται από τους εφεσίβλητους σχετικές κάρτες ανεργίας του ΟΑΕΔ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς ως ουσία αβάσιμους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους τέταρτο και πέμπτο εκ των λόγων έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα. Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχτηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι κατείχε 130 χρυσές λίρες Αγγλίας που έλαβε ως δωρεά από τις γιαγιάδες του εκ πατρικής και εκ μητρικής γραμμής αντίστοιχα, δεδομένου ότι, ως προεκτέθηκε, ούτε η μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια του εκκαλούντος έχει άμεση αντίληψη για το γεγονός αυτό.
Εξάλλου ως προς τις ποσότητες μελισσοκεριού, που ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι κατείχε εντός του ισογείου καταστήματος και του αφαιρέθηκαν κατά τους ισχυρισμούς του παράνομα από τους εφεσίβλητους, δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δη τιμολόγιο αγοράς προκειμένου για την απόδειξη της αγοράς και κατοχής αντίστοιχης ποσότητας κερήθρας -φιτιλιών και δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη της ποσότητας αυτής εντός του επίδικου καταστήματος κατά το χρόνο της επικαλούμενης παράνομης αφαίρεσης.
Τέλος, σημειώνεται ότι η αντίστοιχη από 16-12-2013 μήνυση του εκκαλούντος κατά των εφεσίβλητων απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθμό ΕΓ10-14/68/12/13-7-2014 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών .... Περαιτέρω, ο εκκαλών με τους πρώτο και δεύτερο των λόγων έφεσης ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν αναφέρει σε ποια αποδεικτικά μέσα και μάρτυρες στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα, ενώ δεν εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και έσφαλε ως προς την εκτίμηση του ισχυρισμού των εφεσίβλητων περί εμπλοκής του σε ποινική υπόθεση και δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της μάρτυρός του, η οποία περιέγραψε με σαφήνεια τα αιτούμενα με την αγωγή κινητά πράγματα.
Οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006) και όπως προκύπτει αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, καθώς και ομολογίες διαδίκων), πλην της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης που ρητά εξαιρέθηκε, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ότι δηλαδή ο εκκαλών, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης δεν απέδειξε την εκ μέρους του κατοχή των αναφερόμενων στην αγωγή χρηματικών ποσών και περιουσιακών στοιχείων, ήτοι χρηματικό ποσό 245.000 ευρώ, κέρματα συνολικής αξίας 2.000 ευρώ και χρηματοκιβώτιο περιέχον χρηματικό ποσό 1.000 ευρώ και 130 χρυσές λίρες Αγγλίας και ποσότητα έξι τόνων μελισσοκεριού, το γεγονός δε της εμπλοκής του εκκαλούντος σε ποινική υπόθεση (προσωπική του, αναγόμενη στο παρελθόν, χωρίς να σχετίζεται με το αντικείμενο της προκείμενης δίκης) και η έκβαση αυτής, δεν αφορά πραγματικό ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης που επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή του, καθό μέρος είχε κρίνει αυτήν ορισμένη, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 934, 935, 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης αφαίρεσαν από την κατοχή του τα ένδικα κινητά πράγματα.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ήτοι ότι η προσβαλλομένη κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην κρίση ότι δεν κατείχε τα χρηματικά ποσά και τα έγγραφα που ισχυριζόταν με την αγωγή του ότι αφαιρέθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους, καθώς επίσης ότι η επαγγελματική του δραστηριότητα δεν δικαιολογούσε την απόκτηση ανάλογων χρηματικών ποσών, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι εν λόγω αιτιάσεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ή στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα ή κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), υπό την επίφαση δε αυτών επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 255/2020).
Επίσης οι επικαλούμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αντιφατικές αιτιολογίες που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Παράβολο δεν καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, λόγω του ότι ως πολίτη χαμηλού εισοδήματος του παρασχέθηκε με την υπ' αριθ. 163/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου νομική βοήθεια και έχει απαλλαγεί της καταβολής παραβόλου. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της αίτησης και δεν υπεβλήθησαν σε δικαστικές δαπάνες (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-6-2020 αίτηση του Τ. Μ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 167/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ