Legislator Case Law & Legislation
1421/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against maritime lien priority ruling due to lack of legal basis.

Case Number 1421/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his maritime lien claim. The appellant argued that his maintenance work on the seized vessel entitled him to priority over a first-priority mortgage, but the Court of Appeal correctly found the work performed too early to qualify for such privileges. The Court ruled that the lower court's detailed reasoning regarding the timing and nature of the work was legally sound and free from contradictions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the Court of Appeal's reasoning on maritime lien priority is binding unless legally flawed.

Keywords

AI generated
maritime lien priority Code of Civil Procedure appeal admissibility substantive law violation maritime lien maintenance court of appeal reasoning legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1421 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1421/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φώσκολο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και Γεώργιο Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1353/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 448/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 448/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, Ναυτικού Τμήματος, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 9-4-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης και τους από 12-9-2014 και 15-4-2015 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 1353/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί την από 10-5-2012 ανακοπή του αναίρεσείοντος, περί ακύρωσης, άλλως μεταρρύθμισης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, ώστε να καταταγεί αυτός προνομιακά πριν την καθ' ης, επικαλούμενος ότι η αξίωσή του από εργασίες συντήρησης του εκπλειστηριασθέντος πλοίου απολαύει ναυτικού προνομίου και προηγείται της εξοπλισμένης με πρώτη προτιμώμενη ναυτική υποθήκη απαίτησης της καθ' ης, την οποία (απόφαση) εξαφάνισε, ακολούθως δε κράτησε και δίκασε την ανωτέρω ανακοπή, την οποία απέρριψε.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλύει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ^η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ολ ΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, να καλύπτεται από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 210/2017,ΑΠ 224/2015).

Κατά το άρθρο 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ.2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου σύνταξης του ένδικου πίνακα κατάταξης (29- 2-2012), σε περίπτωση πλειστηριασμού κατασχεμένου πλοίου, η σειρά των δανειστών στον πίνακα κατάταξης, γίνεται κατά κύριο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ι.Ν.Δ, κατά δε το άρθρο 9 του τελευταίου κώδικα, το δίκαιο της πολιτείας, της οποίας την σημαία φέρει το πλοίο, ρυθμίζει και τα επ' αυτού εμπράγματα δικαιώματα.

Περαιτέρω, ναι μεν κατά το άρθρ. 205 του ίδιου Κώδικα, τα καθοριζόμενα με αυτό προνόμια, ως εξομοιούμενα με ειδικό ενέχυρο έχουν εμπράγματο χαρακτήρα και προηγούνται, σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο του ίδιου άρθρου, της ναυτικής υποθήκης, προκειμένου όμως να προηγηθούν της ίδιας υποθήκης κατά την κατάταξη σε πλειστηρίασμα που αφορά πλοίο με σημαία αλλοδαπής πολιτείας, πρέπει κατά ρητή επιταγή της προαναφερομένης διάταξης του άρθρου 9, να έχουν το ίδιο προνομιακό-εμπράγματο χαρακτήρα και κατά το δίκαιο της πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο (κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης).

Η σειρά όμως κατάταξης των εν λόγω προνομίων θα κριθεί κατά το δίκαιο του τόπου εκτέλεσης (Lex Fori), αφού η λόγω προνομίου προτίμηση στην κατάταξη δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά στη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους και κανονίζεται από το δικονομικό δίκαιο.

Συνεπώς, αν πλειστηριάστηκε στην Ελλάδα αλλοδαπό πλοίο, δεν προηγείται της ναυτικής υποθήκης, οποιοδήποτε προνόμιο επί του πλοίου αναγνωρίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο της σημαίας του πλοίου, παρά μόνο εκείνα που όμοια τους, κατά τη φύση και το χαρακτήρα, προβλέπει το άρθρο 205 του Κ.Ι.Ν.Δ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 284/1999).

Εάν πλοίο με σημαία αλλοδαπή κατασχέθηκε και πλειστηριάστηκε στην Ελλάδα, εφόσον οι απαιτήσεις είναι προνομιακές και κατά το δίκαιο της χώρας αυτής, κατατάσσονται ως προνομιακές, σύμφωνα με το άρθρ. 205 του ΚΙ ΝΔ, πριν από την υποθήκη, ανεξάρτητα από τη σειρά κατάταξης τους κατά το δίκαιο της εν λόγω χώρας.

Κατά το άρθρο 205 ΚΙ ΝΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρ. 214 Ν. 4072/2012, δηλ. το χρόνο κατάρτισης του πίνακα κατάταξης, "είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξη μόνον οι ακόλουθοι απαιτήσεις: α) τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς τη ναυσιπλοΐα φόροι, ως και τα από τον κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β) οι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσες απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του NAT.

κλπ, γ) τα έξοδα και οι αμοιβές λόγω επιθαλάσσιας αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ) οι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμενες αποζημιώσεις στα πλοία, τους επιβάτες και τα φορτία. Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, εφόσον αυτά έγιναν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι, δηλαδή σ' εκείνο που επακολούθησε λόγω της κατάσχεσής του η παρακώλυση της τελευταίας ναυσιπλοΐας (ΑΠ 52/1995).

Έξοδα φύλαξης, όπως και έξοδα συντήρησης, είναι όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του, ως οικονομικής μονάδας, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του. Προνομιούχος δε, θεωρείται κάθε δαπάνη που έγινε για τον ανωτέρω σκοπό, από του κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα, δηλαδή σ' εκείνο τον οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από τον οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει, λόγω της κατάσχεσης του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 52/1995, ΑΠ 284/1989).

Περαιτέρω η Δημοκρατία του Παναμά δεν έχει προσχωρήσει στις Διεθνείς Συμβάσεις των Βρυξελλών της 10-4-1926 και της 27-5-1967 "περί ενοποιήσεως κανόνων τινών αφορώντων στα ναυτικά προνόμια και τις υποθήκες." Ωστόσο, αρκετές διατάξεις των εν λόγω διεθνών συμβάσεων έχουν περιληφθεί στο εθνικό της δίκαιο, (άρθρο 1507 αρ. 11 του Εμπορικού Κώδικα) στο οποίο τα συγκεκριμένα ζητήματα διέπονται από τον Κώδικα Ναυτικής Δικονομίας (Maritime Procedural Code, Νόμος No 8 της 30-3-1982) ως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο No 11 της 23-05-1986, το Νόμο No 23 της 01-06-2001 και το Νόμο 12 της 23-01-2009 και ισχύει, καθώς και από το Νόμο 55 του 2008.

Σύμφωνα με τον άνω Κώδικα, ένα πλοίο μπορεί να κατασχεθεί ή να διαταχθεί δικαστικώς η απαγόρευση του απόπλου του για κάθε είδους απαίτηση προερχόμενη από ναυτιλιακή εμπορική συναλλαγή, υπό τον όρο ότι αυτή στρέφεται σε βάρος του πλοιοκτήτη ή έχει εξασφαλιστεί με ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου. Αν και στον Κώδικα δεν υπάρχει ρητός ορισμός των ναυτικών προνομίων, ως τέτοια νοούνται οι προνομιούχες απαιτήσεις επί πλοίου ή άλλης ναυτικής περιουσίας αναφορικά με παρασχεθείσες σε αυτό υπηρεσίες ή προκληθείσες από αυτό ζημίες.

Το άρθρο 244 του Νόμου 55 του 2008 ορίζει σε περίπτωση πλειστηριασμού πλοίου ως προνομιούχες απαιτήσεις επί αυτού (του πλοίου) και του ναύλου τις εξής: 1) τα δικαστικά έξοδα, τα οποία έγιναν προς το κοινό συμφέρον των ναυτικών πιστωτών, 2) τις δαπάνες αποζημιώσεως και τους μισθούς για την επιθαλάσσια αρωγή και τη διάσωση, οι οποίες οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι, 3) τους μισθούς, τις αμοιβές και τις αποζημιώσεις, οι οποίες οφείλονται στον πλοίαρχο και στα μέλη του πληρώματος για το τελευταίο ταξίδι, 4) τη ναυτική υποθήκη, 5) τα ποσά που οφείλονται στο Κράτος για ετήσιους φόρους και τέλη του πλοίου, 6) τους οφειλόμενους στους στοιβαδόρους και στους εργάτες της προκυμαίας μισθούς και αμοιβές, οι οποίοι έχουν συμφωνηθεί αμέσως από τον πλοιοκτήτη, τον εφοπλιστή ή τον πλοίαρχο κατά τη φόρτωση ή εκφόρτωση του πλοίου κατά τον τελευταίο κατάπλου, 7) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις για τις ζημίες προκληθείσες από υπαιτιότητα ή από αμέλεια, 8) τα οφειλόμενα ποσά λόγω συνεισφοράς σε κοινές αβαρίες, 9) τα οφειλόμενα ποσά λόγω υποχρεώσεων συναφθεισών για τις ανάγκες ή τον ανεφοδιασμό του πλοίου, 10) το ληφθέν ναυτοδάνειο επί του κύτους του πλοίου και των εξαρτημάτων του για τα εφόδια του εξοπλισμού και την προετοιμασία, εάν η σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφτηκε πριν τον απόπλου του πλοίου από το λιμένα, στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές έχουν συναφθεί, ως και τις ασφαλιστικές εισφορές για τους τελευταίους έξι μήνες, 11) τους μισθούς των πιλότων, των φυλάκων και τις δαπάνες συντηρήσεως και φυλάξεως του πλοίου, των εξαρτημάτων και των εφοδίων του μετά το τελευταίο ταξίδι και την είσοδο στον λιμένα, 12) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις στους φορτωτές και τους επιβάτες για πλημμελή παράδοση των φορτωθέντων ή ζημία αυτών, οφειλόμενη στον πλοίαρχο ή το πλήρωμα κατά το τελευταίο ταξίδι και 13) το τίμημα της τελευταίας αγοράς του πλοίου και των οφειλόμενων τόκων των τελευταίων δύο ετών.

Σύμφωνα με την άνω διάταξη, προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου εφόσον πραγματοποιήθηκαν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι, δηλαδή σε εκείνο στο οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από το οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει λόγω της κατάσχεσής του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση.

Έξοδα φύλαξης, όπως και έξοδα συντήρησης θεωρούνται, κατά το παναμαϊκό δίκαιο, όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του ως οικονομικής μονάδας, κατάλληλου για αυτοδύναμη κίνηση και ναυτιλιακή εκμετάλλευση, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.

Ειδικότερα, ως έξοδα συντήρησης του πλοίου νοούνται, ειδικότερα όλα όσα δαπανήθηκαν από την είσοδο του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι, όπου επακολούθησε η κατάσχεση ,τα οποία είναι αναγκαία για την αποκατάσταση των φθορών που προκλήθηκαν από την πάροδο του χρόνου και από τη λειτουργία του, ώστε να διατηρηθεί το πλοίο στο λιμένα και μέχρι τον πλειστηριασμό του σώο και αναλλοίωτο.

Το συγκεκριμένο προνόμιο αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων του πλοιοκτήτη, αλλά ενεργεί και επ' ωφελεία του συνόλου των δανειστών.

Συνεπώς, σύμφωνα με το δίκαιο της Δημοκρατίας του Παναμά δεν απολαμβάνουν το εν λόγω προνόμιο όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο προς το σκοπό διατήρησής του μετά την ακινησία του και ενόψει της πλειστηριασμού αυτού. Έτσι, δεν εξασφαλίζονται με προνόμιο οι κάθε φύσεως δαπάνες εκμετάλλευσης του πλοίου σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και οι κάθε φύσεως δαπάνες για την επισκευή του πλοίου, που αποβλέπουν στη βελτίωση ή τη μεταβολή της κατάστασής του και στην επαύξηση και όχι στη διατήρηση της αξίας του.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η έννοια των εξόδων συντήρησης του πλοίου που έχουν προνομιακό χαρακτήρα και προηγούνται της ναυτικής υποθήκης είναι όμοια τόσο κατά το Ελληνικό Δίκαιο ,όσο και κατά το δίκαιο του Παναμά. Εξάλλου, κατά το παναμαϊκό δίκαιο, ως "δικαστική επιμέλεια" πλοίου (custody of law, custodia legis) νοείται το καθεστώς στο οποίο τελεί πλοίο που βρίσκεται σε αναμονή υπό φυσική δέσμευση, επειδή του απαγορεύθηκε ο απόπλους.

Στην περίπτωση αυτή, οι απαιτήσεις για φύλαξη και συντήρηση του πλοίου δεν εξοπλίζονται με προνόμιο αυτοτελώς ως εντασσόμενες στην περίπτωση 11 του άρθρου 244 του άνω Νόμου 55 του 2008, αλλά τα ποσά που δαπανήθηκαν για τη συντήρηση και τη φύλαξη του πλοίου μετά την ως άνω φυσική δέσμευσή του θεωρούνται έξοδα διενεργηθέντα διαρκούσης της δικαστικής επιμέλειας αυτού και χαρακτηρίζονται ως δικαστικά έξοδα υπαγόμενα στην περίπτωση 1 του άρθρου 244 του ίδιου Νόμου, τα οποία κατατάσσονται προνομιακώς μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω έξοδα υπό το καθεστώς της "custodia legis":

α) έχουν διαταχθεί (ί) από το λιμενάρχη ή (ii) από το Δικαστήριο του πλειστηριασμού ή β) έχουν προκαταβληθεί από τον αιτηθέντα τη συντηρητική κατάσχεση ή την δικαστική απαγόρευση του απόπλου του πλοίου στο Λιμενάρχη για τις συγκεκριμένες αιτίες. Σε περίπτωση μη συνδρομής μίας εκ των άνω περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο προϋποθέσεων, οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν διαθέτουν ναυτικό προνόμιο και κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις των ενυπόθηκων δανειστών.

Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και πλείστηριάστηκε. Σύμφωνα με το παναμαϊκό δίκαιο, το λιμάνι αυτό δεν θεωρείται ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου" με την έννοια του άρθρου 244 περ. 11 του Νόμου 55/2008, γιατί στην περίπτωση παροπλισμού πλοίου η ακινητοποίηση αυτού και η παρακώλυση απόπλου του δεν σχετίζεται με την επιβληθείσα κατάσχεση και τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό.

Κατά συνέπεια, οι δαπάνες φύλαξης και συντήρησής του, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα αυτό, δεν καλύπτονται από το προνόμιο του άρθρου 244 περ. 11 του Νόμου 55 του 2008, γιατί συντελούνται σε χρόνο και για λόγο μη συνδεόμενο με την κατάσχεση. Για την ίδια αιτία οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν θεωρούνται δικαστικά έξοδα, εντασσόμενα στην πρώτη περίπτωση του ίδιου άρθρου και δεν απολαμβάνουν ούτε του προνομίου της περίπτωσης αυτής (ΑΠ 1556/2017, ΑΠ 533/2015, ΑΠ 295/2002, ΑΠ 52/1995).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Δυνάμει της με αριθμό ...-11-2011 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Θ. Χ. Σ. κατασχέθηκε αναγκαστικά, με επίσπευση της καθής η ανακοπή, το υπό σημαία Παναμά φορτηγό πλοίο "χύδην φορτίου" με το όνομα "...", πρώην " ...", νηολογημένο στο Νηολόγιο Λιμένος Παναμά με αριθμό ...

και ..., το οποίο ανήκε στην οφειλέτιδατης επισπεύδουσας, αλλά και του ανακόπτοντα, εταιρία με την επωνυμία "... S.A.". Ακολούθως, με την με αριθμό .../1.1.2012 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού πλοίου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. συζύγου Γ. Γ., το γένος Σ. Τ., εκπλειστηριάστηκε, μετά από επίσπευση της καθής η ανακοπή, το εν λόγω πλοίο, το οποίο κατακυρώθηκε στην καθής η ανακοπή ως υπερθεματίστρια, αντί επιτευχθέντος πλειστηριάσματος ποσού 2.900.010 Δολαρίων Η.Π.Α.

Επειδή το ποσό του εν λόγω πλειστηριάσματος δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον προσβαλλόμενο με αριθμό .../29.2.2012 πίνακα κατάταξης δανειστών, με τον οποίο, προέβη στην κατάταξη, στο σύνολο του εκ δολ. ΗΠΑ 2.886.358,61 καθαρού πλείστη ρ ιάσματος (όπως αυτό προέκυψε ύστερα από αφαίρεση των ορισθέντων σε δολ.

ΗΠΑ 13.651,39 εξόδων της διαδικασίας του πλειστηριασμού και κατατάξεως), αποκλειστικά της καθής, οριστικά, σε σχέση με την επικαλούμενη αναγγελθείσα απαίτησή της, ποσού 15.318.137,41 δολ. ΗΠΑ, η οποία προέρχεται από σύμβαση δανείου και είναι εξασφαλισμένη με πρώτη τη τάξει προτιμώμενη ναυτική υποθήκη. Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού είχε αναγγελθεί, μεταξύ άλλων δανειστών της ως άνω οφειλέτιδος, και ο ανακόπτων, για το ποσό των 200.552,91 δολ.

ΗΠΑ, που αφορά σε έξοδα εργασιών και επισκευών των κυτών για τη συντήρηση του πλοίου στο λιμάνι, όπου κατασχέθηκε αυτό πλην όμως η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν κατέταξε την απαίτηση αυτή στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είναι εξοπλισμένη δια προνομίου, καθ' όσον οι εργασίες στα κύτη αφενός δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εργασίες συντήρησης στο λιμάνι όπου έλαβε χώρα η κατάσχεση του πλοίου, αφ' ετέρου δε, η αξίωση για επισκευές δεν είναι, κατά το άρθρο 1507 του Εμπορικού Παναμαϊκού νόμου, όπως αυτό ισχύει σήμερα, προνομιακή, τέλος δε και για το λόγο ότι η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε στο λιμάνι Ελευσίνας, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση κατασχέσεως, και όχι στο λιμάνι του Πειραιά, όπου έγιναν οι εργασίες επισκευής του πλοίου, όπως αυτολεξεί αναφέρεται στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, που προσκομίζεται με επίκληση από τους διαδίκους [...].

Περαιτέρω, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του προνομίου της ένδικης απαίτησης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το εκπλειστηριασθέν πλοίο είχε σημαία Παναμά και, επομένως ο προνομιακός εμπράγματος χαρακτήρας των αμφισβητούμενων απαιτήσεων κρίνεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο της χώρας αυτής, σύμφωνα με την δεύτερη μείζονα σκέψη, ενώ η αμφισβητούμενη σειρά κατατάξεως αυτών, εφόσον εξοπλίζονται με προνόμιο επί του πλοίου κρίνεται με βάση το δίκαιο του τόπου της εκτέλεσης, δηλαδή το ελληνικό, στο οποίο, εξάλλου, υποβλήθηκαν τα διάδικα μέρη, ως το δίκαιο με το οποίο συνδέεται στενότερα η απαίτηση, αφού η πραγματική έδρα της οφειλέτιδας πλοιοκτήτριας εταιρείας βρισκόταν στη Ελλάδα, που ήταν και ο τόπος παροχής των πιστώσεων και καταβολής των δαπανών για τη συντήρηση του πλοίου.

Το εν λόγω πλοίο κατέπλευσε στη ράδα Πειραιώς στις 26.7.2011, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. Πρωτ. .../2012 βεβαίωση του Β' Λιμενικού Τμήματος του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς. Μετά τη μεθόρμισή του στον Πειραιά, δυνάμει σύμβασης έργου, που καταρτίσθηκε στο Πέραμα, την 4.8.2011, μεταξύ της πλοιοκτήτριας εταιρείας "...

SA." και του ανακόπτοντος Ν. Π., κατόπιν εγγράφου προσφοράς του τελευταίου, αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει εργασίες καθαρισμού στα πέντε (5) κύτη του πλοίου συνολικής επιφάνειας 15.000 τ.μ., αντί συμφωνηθείσας αμοιβής ύφους 120.000 Ευρώ, ήτοι 8 ευρώ ανά τ.μ. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ανακόπτων εκτέλεσε επί του πλοίου τις συμφωνηθείσες εργασίες, κατά το χρονικό διάστημα από 8.8.2011 έως 22.8.2011 αφού προηγουμένως του χορηγήθηκε από την αρμόδια Λιμενική Αρχή η με αριθμό πρωτοκόλλου .../2011 άδεια εκτέλεσης ψυχρών εργασιών, στις οποίες απασχολήθηκαν τα άτομα, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στη συνημμένη κατάσταση μελών του συνεργείου.

Οι εργασίες που εκτέλεσε ο ανακόπτων συνίσταντο, ειδικότερα, σε υδροβολή των πέντε (5) κυτών εκτάσεως 15.000 τ.μ., ήτοι σε καθαρισμό αυτών με ρίψη νερού υψηλής πίεσης με τζετ (H.P.F.W.J.) 1000 bars, σε περισυλλογή των καταλοίπων υδροβολής και το χρωματισμάτων επιφανειών τους με δύο στρώσεις Primer, μια στρώση τελικού και μία στρώση Stripe coat.

Μολονότι αυτός εκπλήρωσε, όπως ισχυρίζεται, τη συμβατική του υποχρέωση δεν εισέπραξε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, οπότε άσκησε κατά της οφειλέτιδος την από 22-11-2011 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 10.293/2011 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα ναυτικών διαφορών), επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1.434/2012, ερήμην της εναγομένης, απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη και εδώ οφειλέτιδα - πλοιοκτήτρια να καταβάλει στον ενάγοντα και εδώ ανακόπτοντα το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την 1.10.2011 μέχρι την εξόφληση αυτού.

Ακολούθως, ενόψει και σε συνέχεια αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων τρίτης εταιρίας με την επωνυμία "... LTD", δανείστριας της άνω πλοιοκτήτριας, στρεφόμενης κατά της τελευταίας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αίτημα τη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου, ο Δικαστής του άνω Δικαστηρίου χορήγησε την από 6.10.2011 προσωρινή διαταγή απαγόρευσης του απόπλου του πλοίου από το αγκυροβόλιο (ράδα) Πειραιώς και της νομικής και πραγματικής μεταβολής αυτού.

Συμπληρωματικά προς την αμέσως πιο πάνω αίτηση και προς επίρρωση της πιθανολόγησης περί συνδρομής επικειμένου κινδύνου, η ίδια ως άνω τρίτη δανείστρια εταιρία ισχυρίστηκε με το με αρ. κατ. 7104/2011 δικόγραφο της ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, ότι το εν λόγω πλοίο ευρισκόμενο προς το παρόν στον Πειραιά, περνώντας ενδιάμεση επιθεώρηση, επρόκειτο να πωληθεί, όπως είχε διαρρεύσει στους εγχώριους και διεθνείς κύκλους των μεσιτών πλοίων, και οι ενδιαφερόμενοι καλούνταν να υποβάλουν τις προσφορές τους.

Λίγο αργότερα, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της εδώ καθής η ανακοπή κατά της οφειλέτιδας - πλοιοκτήτριας, εκδόθηκε, συναινούσης και της ως άνω τρίτης δανείστριας, η με αριθμό 5.541/21.10.2011 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία επετράπη η μετακίνηση με ρυμουλκό του εν λόγω πλοίου από τη θέση "..." της ράδας Σαλαμίνας, όπου ευρισκόταν τότε, στο χώρο των παροπλισμένων πλοίων του Λιμένα Ελευσίνας, υπό τους όρους α) συνοδείας του από λιμενικό όργανο και β) ασφάλισής του για τους κινδύνους που ενδεχομένως θα αντιμετώπιζε στη διάρκεια του πλου.

Πράγματι, στις 11.11.2011, το πλοίο απέπλευσε από το αγκυροβόλιο του Πειραιά και κατέπλευσε ρυμουλκούμενο εντός της περιοχής του κόλπου της Ελευσίνας, στο χώρο παροπλισμένων πλοίων στην περιοχή "...", όπου παρέμεινε ακινητοποιημένο μέχρι την 18.1.2012, οπότε και απέπλευσε για Τουρκία, γεγονός που αδιαμφισβήτητα αποδεικνύεται από το με αρ.

πρωτ. .../2015 έγγραφο του Τομέα Λιμενικής Αστυνομίας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ελευσίνας, ενώ, εν τω μεταξύ, στις 29.11.2011, επιβλήθηκε σε αυτό, ενόσω βρισκόταν δηλαδή στη ράδα Ελευσίνας, η προκειμένη αναγκαστική κατάσχεση, δυνάμει της 2439/24.11.2011 διαταγής πληρωμής τους Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά για το ποσό των 150.000 €, πλέον των εξόδων και ακολούθησε ο πλειστηριασμός αυτού, ως ανωτέρω.

Ο ανακόπτων, με την από 23.1.2012 αναγγελία του, ζήτησε την προνομιακή του κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα για την προμνημονευόμενη απαίτησή του, ήτοι για κεφάλαιο ύψους 120.000 ευρώ, για νόμιμους τόκους επί του κεφαλαίου, από 29.11.2011 (ημερομηνία επίδοσης στην οφειλέτρια της αγωγής του) μέχρι το χρόνο της αναγγελίας, ύψους 1.535,42 ευρώ και για νόμιμους τόκους επί του ανωτέρω κεφαλαίου από την 20.1.2012, ημερομηνία κατά την οποία ασκήθηκε η ανακοπή και επί μία τουλάχιστον τριετία που θα απαιτείτο μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, ανερχόμενους σε 31.500 ευρώ, ήτοι συνολικά για ποσό 153.035,42 ευρώ και, με βάση την ισοτιμία ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ κατά την ημέρα άσκησης της αναγγελίας, για ποσό 200.552,91 δολαρίων ΗΠΑ, άλλως με βάση την επίσημη ισοτιμία ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ, που ίσχυε στις 11.1.2012, ημέρα του πλειστηριασμού.

Με βάση τα άνω γεγονότα, που αποδείχθηκαν πλήρως, "τελευταίος λιμένας", στον οποίον κατέπλευσε το πλοίο πριν την κατάσχεσή του, είναι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην δεύτερη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο λιμένας Ελευσίνας, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η καθής-εκκαλούσα και όχι αυτός του Πειραιά ,όπου είχαν πραγματοποιηθεί οι εργασίες συντήρησης.

Συνεπώς, εφόσον οι επίμαχες εργασίες συντήρησης του πλοίου δεν διενεργήθηκαν μετά τον κατάπλου του στον τελευταίο λιμένα, ήτοι στην Ελευσίνα, αλλά στον λιμένα Πειραιά, κατά την περίοδο 8-8-2011 έως 22-8-2011, ενώ στη συνέχεια το πλοίο κατέπλευσε στη Σαλαμίνα στη ράδα της περιοχής "...", και, τέλος, η κατάσχεση επεβλήθη στις 29-11-2011 στο λιμένα Ελευσίνας, όπου είχε εν τω μεταξύ μετακινηθεί για τους ανωτέρω λόγους, μετά την επιβολή της απαγόρευσης του απόπλου του, δηλαδή εκτελέστηκαν αυτές πολύ πριν τον κατάπλου του στο τελευταίο, πριν τον πλειστηριασμό λιμάνι της κατάσχεσης, όχι για τη διατήρηση της αξίας του, αλλά για λόγο και σε χρόνο μη συνδεόμενο με την κατάσχεση, η αναγγελθείσα ένδικη απαίτηση του ανακόπτοντος, που πηγάζει από αυτές, δεν απολαύει του προαναφερόμενου προνομίου του άρθρου 205 περ.

β ' του ΚΙΝΔ(ΑΠ 681/2004 ΕΕμπ Δ 2004,606, ΧρΙΔ2004,998, ΑΠ 295/2002 ΕΝαυτΔ 30,117,ΕλΔ 44,153, ΕφΠειρ 933/2006 ΕΝαυΔ 35,49, ΕφΠειρ.270/2006 ΠειρΝομ 2006,270). Ορθώς, επομένως δεν εχώρησε κατάταξη της ένδικης απαίτησης πριν την εξοπλισμένη με πρώτη προτιμώμενη ναυτική υποθήκη απαίτηση της καθής η ανακοπή ενυπόθηκης δανείστριας στον προσβαλλόμενο πίνακα, αφού δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των άνω περί προνομίου διατάξεων".

Με βάση τις ανωτέρω αιτιολογίες , κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δε κράτησε και δίκασε την ανωτέρω ανακοπή , την οποία απέρριψε. Το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη ανακοπή του αναιρεσίβλητου ,ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 205 περ.α του Κ.Ι.Ν.Δ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του ένδικου πίνακα κατάταξης, αλλά και την ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 244 περ. 11 του ν. 55/2008 της Δημοκρατίας του Παναμά, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα α))ότι η κατάσχεση του πλοίου έλαβε χώρα εντός του λιμένα Ελευσίνας στις 29-11-2011 ,στον οποίο είχε μετακινηθεί από 11-11-2011,υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες περιστάσεις, και β) ότι οι ένδικες εργασίες εκτελέστηκαν στο λιμένα του Πειραιά 8-8-2011 έως 22-8-2011, δηλαδή σε χρόνο πολύ προγενέστερο της κατάσχεσης (29-11-2011) αλλά και της προσωρινής διαταγής απαγόρευσης απόπλου του πλοίου (6-10-2011), όχι για τη διατήρηση της αξίας του πλοίου ,αλλά για λόγο και σε χρόνο μη συνδεόμενο με την κατάσχεση, συνάγεται αφ' ενός ότι ο λιμένας Ελευσίνας είναι ο τελευταίος λιμένας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ενόψει του ότι σ' αυτόν κατέπλευσε το πλειστηριασθέν πλοίο πριν την κατάσχεσή του σ' αυτόν επιβλήθηκε η κατάσχεση και παρακωλύθηκε η περαιτέρω ναυσιπλοΐα, και αφ' ετέρου ότι η αναγγελθείσα ένδικη απαίτηση του ανακόπτοντος, που πηγάζει από τις ανωτέρω εργασίες, ,δεν απολαύει του πιο πάνω προνομίου που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του ελληνικού και αλλοδαπού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης , από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,επικαλούμενος ότι τελευταίος λιμένας είναι αυτός του Πειραιά, όπου κατέπλευσε αυτοδύναμα το πλοίο εκπληρώνοντας οικονομική δραστηριότητα και από τον οποίο κατόπιν προσωρινής διαταγής απαγορευόταν η μετακίνησή του και όχι αυτός της Ελευσίνας, όπου το πλοίο μετακινήθηκε κατόπιν δικαστικής απόφασης, ρυμουλκούμενο, με πλοηγό και συνοδεία λιμενικού οργάνου, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου είναι αυτός στον οποίο επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση και παρακωλύθηκε λόγω αυτής η περαιτέρω ναυσιπλοΐα, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό αυτό η αυτοδύναμη κίνηση του πλοίου, ούτε να αρκεί η έκδοση προσωρινής διαταγής που απαγορεύει τη μετακίνηση όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο ότι οι ένδικες εργασίες έγιναν για τη συντήρηση ,διαφύλαξη και τη διατήρηση σώου του πλοίου και για την αποφυγή μείωσης της αξίας του, απαραδέκτως προβάλλονται, ως πλήττουσες την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι, δηλαδή, οι ένδικες εργασίες συντήρησης δεν απολαύουν των προνομίων των προαναφερόμενων διατάξεων, για το λόγο ότι εκτελέστηκαν πολύ πριν τον κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο πριν τον πλειστηριασμό λιμένα όπου επιβλήθηκε η κατάσχεση ,όχι για τη διατήρηση της αξίας του, αλλά για λόγο και σε χρόνο μη συνδεόμενο με την κατάσχεση.

Οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 205 περ. α του Κ.Ι.Ν.Δ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του ένδικου πίνακα κατάταξης 1507 αρ. 11 του Εμπορικού Κώδικα της Δημοκρατίας του Παναμά και 244 περ. 11 του ν. 55/2008 της Δημοκρατίας του Παναμά.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης,περαιτέρω δε περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, χωρίς να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Εξάλλου η επισημαινόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση ότι σε ένα μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι το πλοίο στις 11-11-2011 απέπλευσε από το αγκυροβόλιο Πειραιά και κατέπλευσε ρυμουλκούμενο εντός της περιοχής του κόλπου Ελευσίνας και σε άλλο μέρος και ότι το πλοίο μεταξύ του προσορμισμού του στον Πειραιά και του μεθορμισμού του την Ελευσίνα μεθόρμισε στη Σαλαμίνα, αφορά σε ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφού κρίσιμο ζήτημα στην προκείμενη υπόθεση είναι η φύση των εργασιών, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω και ο λιμένας στον οποίο αυτές εκτελέστηκαν.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.ΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183,189 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2017 αίτηση του Ν. Π. του Σ. για αναίρεση της 448/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, Ναυτικού Τμήματος.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ