Legislator Case Law & Legislation
1421/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision due to insufficient evidence of fraud in asset transfer.

Case Number 1421/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment regarding a debt restructuring request under Law 3869/2010. The appellant argued that the lower court failed to prove fraud in her asset transfer, while the banks contended the transfer indicated bad faith. The court found the reasoning insufficient to establish fraud and deemed the appeal admissible, remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 569 Civil Procedure Code: The Supreme Court allows an appeal when the lower court's reasoning regarding the existence of fraud in a debt restructuring case is vague and fails to substantiate the statutory requirement of bad faith.

Keywords

AI generated
debt restructuring fraud in asset transfer bad faith requirement appeal admissibility insufficient reasoning remittal for retrial Law 3869/2010

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 Law 3869/2010
Art. 569 Civil Procedure Code
Art. 560 Civil Procedure Code
Art. 580 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 495 para. 4 Civil Procedure Code
Art. 8 para. 6 Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1421 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1421/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. συζ. Α. Μ., το Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γκούβα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... AE" και το διακριτικό τίτλο "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Κόντη και Φλώρα Τριανταφύλλου, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και, συγκεκριμένα, όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.

Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Ειδικά, στην περίπτωση μεταβίβασης από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, που είναι υποχρεωμένος να δηλώσει ο οφειλέτης (άρθρ. 4 παρ. 2 εδάφ.

β' του νόμου αυτού), με βάση και το καθήκον του για ειλικρινή δήλωση, κατ' άρθρ. 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου (ΑΠ 636/2017), θα πρέπει αυτή να συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών ώστε να θεμελιωθεί δόλια συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρ. 1 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου, πράγμα που συμβαίνει όταν η μεταβίβαση επιδρά σε σημαντικό βαθμό στη δυνατότητα εξυπηρέτησης των χρεών του και ο ίδιος επεδίωξε ή προέβλεψε ως δυνατό το αποτέλεσμα αυτό.

Πότε συμβαίνει τούτο εξετάζεται κατά περίπτωση, συνήθως δε θα πρόκειται για καταδολιευτικές μεταβιβάσεις υπό την έννοια των άρθρ. 939 επ. ΑΚ, οι οποίες, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να συνιστούν είτε δολιότητα του οφειλέτη, εφόσον συνδέονται με την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, είτε καταχρηστική συμπεριφορά, εφόσον πρόκειται για απρόσοδο ακίνητο, το οποίο, όμως, θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί στο πλαίσιο του άρθρ. 9 παρ. 1 του νόμου, ή να θεμελιώσει ένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 με όφελος για τους πιστωτές το 80% της αντικειμενικής του αξίας (όπως το άρθρο 9 ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση πριν αντικατασταθεί με το άρθρ. 1 παρ. 18 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 ν. 4336/2015 και, ακολούθως, από 1-1-2016, με το άρθρ. 14 παρ. 1 και 11 ν. 4346/2015), οπότε μπορεί να στηριχθεί ένσταση από το άρθρ. 281 ΑΚ.

Συνεπώς, η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου δεν συνδέεται πάντοτε με τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να στηρίξει ένσταση δολιότητας, αλλά θα πρέπει να ερευνώνται και άλλοι παράγοντες και, συγκεκριμένα, πρωταρχικά η άμεση ή έμμεση επίδραση και συμβολή της εκποίησης στην περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία (π.χ.

εκποίηση κεντρικού καταστήματος που του απέφερε σημαντικό μίσθωμα, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων δόσεων και το οποίο στερήθηκε), καθώς και η πρόθεσή του να προκαλέσει την έλλειψη ρευστότητας, ακόμη οι λόγοι που ώθησαν τον οφειλέτη στην ενέργεια της εκποίησης, η αξία του ακινήτου σε σχέση με το ύψος των χρεών, το ρευστοποιήσιμο ή μη του περιουσιακού στοιχείου, η χαριστική ή μη μεταβίβαση και η διάθεση του προϊόντος της εκποίησης, η ύπαρξη άλλων αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων που δεν μεταβιβάστηκαν και μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξυπηρέτηση των χρεών, ο χρόνος που έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ιδίως σε σχέση με τη δυνατότητα ένταξης του οφειλέτη στο νόμο και την εξυπηρέτηση ή μη κατά το χρονικό αυτό σημείο των χρεών του κ.λπ.

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κώδικα αυτού, "κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 200/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010, 741 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, η οποία γεννήθηκε το έτος 1961, είναι έγγαμη με τον Α.

Μ.. Και οι δύο είναι άνεργοι και συγκεκριμένα η αιτούσα από τον Μάιο του 2011 έχοντας λάβει επίδομα ανεργίας μέχρι τον Ιανουάριο του 2012 και ο σύζυγός της από τον Νοέμβριο του 2011 έχοντας λάβει επίδομα ανεργίας μέχρι τον Νοέμβριο του 2012. Η ίδια είναι συγκυρία κατά ποσοστό 50% του υπό στοιχεία Γ-1 διαμερίσματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κειμένης σε οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται ..., επί της οδού .... .., επιφανείας ..

τ.μ, στο οποίο ανήκει ως παρακολούθημα η υπό στοιχεία Π-1 ανοικτή θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ισογείου - πυλωτής και της υπό στοιχεία Υ-4 αποθήκης του υπογείου της ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 3,60 τ.μ., καθώς και του με αριθμό κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής DAEWOO, τύπου ΜΑΤΙΖ, κυλινδρισμού 796 κυβικών εκατοστών, μοντέλο 1999.

Άλλα περιουσιακά στοιχεία, κινητά ή ακίνητα δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα είχε στην κυριότητά της. Η αιτούσα διαμένει με το σύζυγό της, ο οποίος είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, στο ως άνω διαμέρισμα, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία τους, ενώ μαζί με αυτούς διαμένει και η μητέρα της αιτούσας, η οποία λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ποσού 650 ευρώ, με το οποίο καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες.

Εξάλλου, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη έναντι των αναφερόμενων κατωτέρω πιστωτριών της και ειδικότερα έναντι: 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", από την υπ' αριθμό ….251 σύμβαση στεγαστικού δανείου, οφειλή συνολικού ποσού ύψους 114.337,29 ευρώ, 2) έναντι της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από την υπ' αριθμό …719 σύμβαση δανείου, οφειλή συνολικού ύψους 1.166,84 ευρώ, 3) έναντι της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από την υπ' αριθμό ….063000 σύμβαση δανείου, οφειλή συνολικού ύψους 2.444,08 ευρώ, 4) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", από την υπ' αριθμό ….2245 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, οφειλή συνολικού ύψους 4.999,74 ευρώ, 5) της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από την υπ' αριθμό ….31106 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, οφειλή συνολικού ύψους 863,09 ευρώ, 6) της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από την υπ' αριθμό …2257 σύμβαση πίστωσης με χρήση πιστωτικής κάρτας, οφειλή συνολικού ύψους 3,44 ευρώ, 7) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ...

ΑΕ", από την υπ' αριθμό …1903 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, οφειλή συνολικού ύψους 10.168,34 ευρώ, 8) της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από την υπ' αριθμό ….65169 σύμβαση πίστωσης με χρήση πιστωτικής κάρτας, οφειλή συνολικού ύψους 13.297,55 ευρώ, 9) της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από την υπ' αριθμό ….8011 σύμβαση πίστωσης με χρήση πιστωτικής κάρτας, οφειλή συνολικού ύψους 0,01 ευρώ, 10) της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από την υπ' αριθμό …37853 σύμβαση πίστωσης με χρήση πιστωτικής κάρτας, οφειλή συνολικού ύψους 3,87 ευρώ.

Επομένως, οι συνολικές οφειλές της αιτούσας προς τις ανωτέρω πιστώτριές της μέχρι του χρονικού σημείου, που της χορήγησαν οι παραπάνω τραπεζικές εταιρείες τις προσκομιζόμενες με επίκληση απ' αυτήν βεβαιώσεις οφειλών, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 147.284,25 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του με αριθμό .,-2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ..., Σ.

Τ. - Ζ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η αιτούσα πώλησε και μεταβίβασε στον Χ. Ζ. ένα οικόπεδο, κείμενο εντός του οικισμού Θ. της τοπικής κοινότητας Θ., της δημοτικής ενότητας ... της περιφερειακής ενότητας ..., εκτάσεως 82,14 τ.μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι μιας ημιυπόγειας πέτρινης πλακοσκεπής οικίας, υφιστάμενης προ του έτους 1955, επιφάνειας 48,50 τ.μ.

και ενός εξωτερικού wc, επιφάνειας 3,16 τ.μ., έναντι τιμήματος 7.962,26 ευρώ. Η ως άνω μεταβίβαση έλαβε χώρα εντός της κρίσιμης τριετίας του άρθρου 4 παρ. 2 περ. β' του Ν. 3869/10. Η απαλλοτριωτική αυτή πράξη του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου, έγινε με πρόθεση βλάβης των δανειστών της αιτούσας, καθώς η αιτούσα δεν φρόντισε για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας της και τη σωστή διαχείρισή της, προκειμένου επαρκώς και σύμφωνα με τις αναληφθείσες δανειακές υποχρεώσεις της να εξοφλήσει τα χρέη της.

Η συμπεριφορά της αιτούσας δεν ήταν δόλια κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων προς τις μετέχουσες πιστώτριες, αλλά κατέστη δόλια σε μεταγενέστερο στάδιο, που εμπίπτει στην κρίσιμη ως άνω τριετία μέχρι την επίδοση της αίτησης και συμπίπτει με το χρόνο μεταβίβασης. Με την ανωτέρω μεταβίβαση αποσκοπούσε δολίως η αιτούσα στη μη ικανοποίηση έστω και μέρους των απαιτήσεων των πιστωτριών της, οι οποίες θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με τη ρευστοποίηση της μεταβιβασθείσας ακίνητης περιουσίας της, και παράλληλα στη διάσωση με εξαίρεση από εκποίηση της βεβαρημένης με εμπράγματη ασφάλεια κατοικίας της, η οποία πλέον αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο.

Επομένως, η διάθεση του ακινήτου της αιτούσας τέσσερις μήνες πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης, δημιουργεί τεκμήριο και παρέχει έμμεση απόδειξη της πρόθεσης της αποφυγής εξόφλησης των χρεών της, δεδομένου ότι κατέστησε επισφαλή την οικονομική της κατάσταση με τη μείωση του ενεργητικού της περιουσίας της.

Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προτεινόμενης από τις μετέχουσες πιστώτριες ένστασης δόλου. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη για τον ίδιο ως άνω λόγο, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με το σχετικό λόγος της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμη την από 10-6-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 59/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, το οποίο απέρριψε την από 24-2-2012 ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας - αιτούσας, κατά παραδοχή της σχετικής κατ' άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010 ένστασης των τότε καθ' ων η αίτηση - αναιρεσίβλητων.

Ήδη η αναιρεσείουσα, με τον κατ' ορθότερο από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την αιτίαση ότι, με την πληττόμενη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ. 2 του ν. 3869/2010, διότι διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι του δόλου της στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας της για την πληρωμή των χρεών της, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, η αποδιδόμενη αιτίαση συνίσταται στο ότι το εν λόγω Δικαστήριο δεν αιτιολογεί το στοιχείο του "δόλου" της αναιρεσείουσας, ήτοι το δόλο περιέλευσής της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, τον οποίο στηρίζει αποκλειστικά και μόνο στη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως στον Χ. Ζ. ενός οικοπέδου, εκτάσεως 82,14 τ.μ., εντός του οικισμού Θ.

της κοινότητας Θ. ... μετά τον επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι μιας ημιϋπόγειας πέτρινης πλακοσκεπής οικίας, επιφάνειας 48,50 τ.μ. και ενός εξωτερικού λουτρού επιφανείας 3,16 τ.μ. έναντι τιμήματος 7.962,26 ευρώ. Ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος όπως προελέχθη, ως λόγος από τον αριθμ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα, του δόλου, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν. 3869/2010 στερώντας την έτσι από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, με βάση το ότι κάθε μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου από την περιουσία του οφειλέτη δεν αποτελεί και απόδειξη και μάλιστα κατά αμάχητο τεκμήριο δολιότητας αυτού, κατά τα εκτεθέντα στην εν αρχή νομική σκέψη. Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνεται κατά πόσο θα ήταν διαφορετική η κατάσταση των οφειλών της έναντι των πιστωτριών της - αναιρεσιβλήτων, αν δεν είχε προβεί στην ως άνω απαλλοτριωτική πράξη, εν όψει του τιμήματος των 7.962,26 ευρώ που έλαβε από την συγκεκριμένη πώληση, και ύψους των χρεών της, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 147.284,25 ευρώ, πως αυτή επηρέασε, σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των χρεών της, καθόσον μέρος του εν λόγω τιμήματος χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων προς τις πιστώτριες Τράπεζες.

Επιπρόσθετα δε, δεν αιτιολογεί τον τρόπο, κατά τον οποίο η διατήρηση και η ορθή διαχείριση των εν λόγω περιουσιακών της στοιχείων θα είχε ως αποτέλεσμα την επαρκή εξόφληση των οφειλών τις προς τις αναιρεσίβλητες Τράπεζες. Να σημειωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το σκεπτικό της, περί υπάρξεως δόλου, αποκλειστικά και μόνο στη μεταβίβαση του ως άνω περιουσιακού στοιχείου εντός τριετίας πριν από την άσκηση της αίτησης, δεδομένης της παραδοχής ότι "η συμπεριφορά της αιτούσας δεν ήταν δόλια κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων".

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 6 του άρθρου 569 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αφού η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου αναίρεσης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λόγου αυτού. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι η δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα, που κατατίθενται από 1-1-2016).

Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 200/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού, που εξέδωσε την ως άνω απόφαση. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ