Legislator Case Law & Legislation
1421/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal for economic reasons due to lack of factual findings on employee performance.

Case Number 1421/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a labor court decision dismissing an employee for economic reasons. The lower court failed to make specific factual findings regarding the employee's performance compared to retained colleagues or the availability of suitable positions. Consequently, the Court found the dismissal legally flawed and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 656 of the Civil Code and Article 281 of the Civil Code; The dismissal of an employee for economic reasons is void if the employer fails to establish the employee's performance relative to retained staff or the existence of a suitable vacancy.

Keywords

AI generated
economic dismissal labor performance remand for retrial void dismissal comparative performance suitable position labor law appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 656 of the Civil Code
Article 1 of the Civil Code
Article 5, paragraph 1 of Law 2112/1920
Articles 5 and 7 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 349, 350 and 656 of the Civil Code
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1421 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1421/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δοβλέ, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαρκέτο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6081/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7/1/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/5/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορο Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιορισθεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζόμενου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ’ υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως . Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλων εργοδότης, που αρνείται να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτόν το μισθό του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ.

Η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη, ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό, λόγω συνδικαλιστικής του δράσης. Ειδικώς επί απόλυσης που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικούς, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται, όμως αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου ,ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής προς απόλυση του εν λόγω εργαζομένου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου, από απόψεως προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόληση του σε άλλη θέση έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο επί εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την οποία εκείνη επικαλούμενη ότι συνδέεται μ’ αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της σχέσης εργασίας της, για λόγους οικονομοτεχνικούς, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα ακόλουθα ουσιώδη.

Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-6- 1999 ως λογίστρια και παρείχε ευρύτερες των λογιστικών υπηρεσίες στην Οικονομική Διεύθυνση της εναγομένης. Ειδικότερα ήταν υπεύθυνη δικτύου Ν. Ελλάδος και νήσων και ασχολείτο με τις εισπράξεις οφειλών, εκκαθάριση προμηθειών, πληρωμή τιμολογίων κλπ., οι εργασίες δε αυτές αφορούσαν 60 επίσημους εμπόρους αυτοκινήτων PEUGEOT.

Περαιτέρω ασχολείτο με τη Γενική Λογιστική, όπως επιστολές συμφωνίας υπολοίπων Ορκωτών Λογιστών πελατών -προμηθευτών, συμφωνία υπολοίπων μεγάλων πελατών (εταρειών ενοικιάσεως - biasing) καταχώρηση ταμειακών και συμψηφισάντων εγγράφων, τακτοποίηση υπολοίπων, παρακολούθηση και απόδοση BONUS κλπ. Η ενάγουσα ήταν υποδειγματική στην εργασία της και μάλιστα της είχε χορηγηθεί και BONUS για την αποδοτικότητα της.

Η ενάγουσα πριν από την πρόσληψη της έπασχε από διάφορα σοβαρά νοσήματα, όπως σακχαρώδη διαβήτη, υποθυρεοειδισμό και το 1985 της είχε αφαιρεθεί κακόηθες μελάνωμα, η δε αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή στις 12-4-1994 είχε γνωμοδοτήσει ότι έχει αναπηρία άνω του 67%, ενώ το 2005 εμφάνισε καρκίνο στο στήθος και στις 26-10-2005 υποβλήθηκε σε εγχείρηση λεμφαδένων και μαστεκτομή.

Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της πήρε αναρρωτική άδεια έως τις 31-10-2006 και υποβλήθηκε σε χημειοθεραπεία και ακτινοβολία. Κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας της για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της εναγομένης και με δική της πρωτοβουλία εργαζόταν από το Μάϊο του 2006 έως τον Οκτώβριο του 2006. Για οικονομοτεχνικούς λόγους, καθόσον με την οικονομική κρίση και τη σταδιακή κάμψη της αγοράς αυτοκινήτων από το 2009, μειώθηκε ο κύκλος εργασιών της εναγομένης, αποφασίσθηκε η μείωση του προσωπικού.

Την 10-9-2010 η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας επικαλούμενη τη δυσχερή οικονομική της κατάσταση και τη μειωμένη αποδοτικότητα της ενάγουσας λόγω των προβλημάτων υγείας της. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι η ενάγουσα, λόγω του μεγάλου αντικειμένου της εργασίας της θα μπορούσε να απασχοληθεί σε οποιαδήποτε θέση του οικονομικού τομέα ακόμη δε και στο διοικητικό όπως στις θέσεις μάρκετινγκ, πωλήσεις, τμήμα ανταλλακτικών, γραμματεία κλπ.

Επίσης η εναγομένη θα μπορούσε, πριν προσφύγει στο έσχατο και πλέον επαχθές μέσο της απόλυσης, να της προσφέρει εργασία με λιγότερες ώρες και μειωμένες αποδοχές. Περαιτέρω η εναγομένη κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, η οποία ήταν 47 ετών, δεν τήρησε τις στοιχειώδεις αρχές του σεβασμού των κοινωνικών και οικογενειακών κριτηρίων.

Ειδικότερα στην ίδια Διεύθυνση που εργαζόταν η ενάγουσα, δηλαδή στην Οικονομική, εργαζόταν συνάδελφοι της με λιγότερα οικονομικά βάρη και λιγότερα έτη προϋπηρεσίας, όπως ο κ. Β. 27 ετών άγαμος με 3 έτη προϋπηρεσίας, ο Α. Τ. άγαμος, 41 ετών με 7 χρόνια προϋπηρεσίας Σε άλλα τμήματα (διοικητικά) εργαζόταν ο Μ. Γ. 35 ετών άγαμος, Α.

Β. 32 ετών άγαμη, Τ. Θ. 36 ετών άγαμος, Α.Λ. 36 ετών με 9 έτη προϋπηρεσίας, Α. Γ. 37 ετών με 9 έτη προϋπηρεσίας, Ν. Κ. 30 ετών άγαμος με 5 έτη προϋπηρεσίας και Γ. Κ. 37 ετών άγαμος με 9 έτη προϋπηρεσίας.

Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είναι καταχρηστική και υπερβαίνει τα όρια που θέτει ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και τα όρια που θέτει η καλή πίστη και είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη. Κατ’ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναγνώρισε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη να της καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στο ζήτημα της υπηρεσιακής απόδοσης της ενάγουσας σε σχέση με την υπηρεσιακή απόδοση των διατηρηθέντων συναδέλφων της, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού προϋπόθεση διατήρησης στην υπηρεσία, σε περίπτωση απόλυσης μισθωτού για οικονομοτεχνικούς λόγους, είναι η ίδια υπηρεσιακή απόδοση του απολυθέντος προς την απόδοση των διατηρηθέντων.

Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για την υπηρεσιακή απόδοση της ενάγουσας κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, αλλ’ ούτε και για την απόδοση των αναφερομένων στην απόφαση προσώπων που διατηρήθηκαν στην υπηρεσία. Ενώ διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή, ότι στο παρελθόν η ενάγουσα ήταν αποδοτική υπάλληλος και μάλιστα είχε λάβει και BONUS ως επιβράβευση της αποδοτικότητας της, δεν υπάρχει παραδοχή για το αν η απόδοση αυτή συνεχιζόταν μετά το 2005 που επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας της και υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις και κυρίως δεν υπάρχει παραδοχή, για το αν η καλή υπηρεσιακή της απόδοση υφίστατο κατά το χρόνο της καταγγελίας, όταν μάλιστα η εναγομένη επικαλέσθηκε, εκτός των άλλων, ως λόγο καταγγελίας τη μειωμένη αποδοτικότητα της.

Επιπλέον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για τα προσόντα της ενάγουσας και των ως άνω προσώπων που διατηρήθηκαν στην υπηρεσία της εναγομένης. Τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή για κάποια συγκεκριμένη θέση εργασίας από την οποία θα έπρεπε να απολυθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας υπάλληλος της εναγομένης, ο οποίος μειονεκτούσε στα κοινωνικά κριτήρια έναντι της ενάγουσας, και στην οποία θα μπορούσε να εργασθεί η τελευταία με την ίδια υπηρεσιακή απόδοση και αποτελεσματικότητα.

Με τις ως άνω παραδοχές καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προϋποθέσεων, τις οποίες όφειλε να τηρήσει η εναγομένη κατά την απόλυση της ενάγουσας για οικονομοτεχνικούς λόγους και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6081/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ