Supreme Court dismisses appeal on property ownership and procedural grounds for failure to raise issues in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellants argued that the respondent acquired title through adverse possession and that the lower court erred in its evidentiary findings and procedural handling of pending litigation. The court rejected these claims, ruling that the respondent's ownership was established by continuous possession exceeding twenty years and that the appellants failed to properly raise procedural objections during the initial trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 1045, 1051, 974, 976-979, 1045, 787, 980-982, 994 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Adverse possession requires continuous possession for twenty years with the intent of ownership, and appeals must be based on grounds properly raised in the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1421 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1421/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Σ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 3. Χ. Δ. του Ε., κατοίκου ... και 4. Μ. συζ. Π. Κ. το γένος Ε. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Μέλεγο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Β. συζ. Κ. Χ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-4-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 6-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και η σχετική συμφωνία να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, και ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία.
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό , που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980,981, 982 επ. και 994 ΑΚ ( καθώς και τις αντίστοιχες του προϊσχύσαντος δικαίου), οι οποίες για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζονται και επί κληρονομιαίων ακινήτων, συνάγεται ότι, ο συγκληρονόμος που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ αυτούς γνωστή την βούλησή του να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό (ΟλΑΠ 485/1982).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ,ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τα επίδικα ακίνητα και δη 1) ένα πρώην αγροτεμάχιο και ήδη οικόπεδο εκτάσεως 1044,43 τ.μ. με την εντός αυτού ισόγεια οικοδομή συνολικής επιφανείας 60 τετρ.
μέτρων, και τα εννέα (9) ελαιόδενδρα, που βρίσκεται στη θέση ... εντός των ορίων του οικισμού του χωριού ... του ΔΔ ... του Δήμου ... και συνορεύει βόρεια, ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Ν. Π. (πρώην Π.Κ.), 2)ένα αγροτεμάχιο με δεκατρία (13) ελαιόδενδρα που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφερείας ..., έχει έκταση 1071,20 τμ και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν.
Π. (πρώην κληρονόμων Π.Κ.) ανατολικά με αγροτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία Γ.Κ. κα[ δυτικά με ιδιοκτησία Κ.Κ., 3)ένα αγροτεμάχιο με είκοσι πέντε (25) ελαιόδενδρα και αλώνι εκτάσεως 9.190,70 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... και ... της αυτής κτηματικής περιφερείας προελθόν από τη συνένωση δύο διακεκριμένων μικρότερων αγροτεμαχίων και το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Α.Γ.
και Ι. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησίες Σ. Κ., Ι. Δ. και Γ.Χ., νότια με ιδιοκτησίες Σ. Κ. και Ι. Δ. και δυτικά με αγροτικό δρόμο και 4)ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως δέκα (10) στρεμμάτων περίπου κείμενο στη θέση ... της αυτής κτηματικής περιφερείας και συνορεύει με ρεματιά, με ιδιοκτησία Ι.Δ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Β.
Π., ανήκαν αρχικώς μέχρι το θάνατό του το έτος 1927 (Μάϊος) κατά κυριότητα στον απώτερο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων, παππού τους, Σ. Π.. Μετά το θάνατό του ο ανωτέρω κληρονομήθηκε εξαδιαθέτου από τη σύζυγό του Σ. Π. και τα πέντε (5) παιδιά του και συγκεκριμένα την Ε. σύζυγο Α.Ζ., τη Γ. σύζυγο Ε.Δ. (μητέρα των εναγομένων), τη Μ.
χήρα Ε. Β., την Ε. Σ.Π. και τον Γ. Π. (πατέρα της ενάγουσας) και μάλιστα κατά 15/60 εξαδιαιρέτου η πρώτη και κατά 9/60 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών. Στις 26/9/1927 με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ'αρ..../26.9,27 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Γυθείου, Θεοδ. Λιακάκου οι εκ των ανωτέρω κληρονόμων Γ. συζ. Ε. Δ. (μητέρα των εναγομένων) και Μ.
χήρα Ε. Β. πώλησαν στον πατέρα της ενάγουσας, αδελφό τους Γ. Π. τα προαναφερόμενα κληρονομικά τους μερίδια επί των επιδίκων ακινήτων. Το έτος 1932 απεβίωσε και η Σ. χήρα Σ. Π. (γιαγιά των διαδίκων) και το εξαδιαθέτου κληρονομικό ποσοστό αυτής (15/60 εξ αδιαιρέτου) επί της κληρονομίας του συζύγου της περιήλθε κατ' ισομοιρία στα παραπάνω πέντε τέκνα της και δη κατά ποσοστό 3/60 εις έκαστο εξαδιαιρέτου.
Κατά συνέπεια μέχρι το έτος 1932 ο πατέρας της ενάγουσας Γ. Π. είχε αποκτήσει ποσοστό 30/60 εξαδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του Σ. Π.. Όπως, όμως, αποδείχθηκε, από το χρονικό σημείο που απέκτησε αυτός τ' ανωτέρω κληρονομικά ποσοστά επί της επίδικης κληρονομιαίας περιουσίας (δηλαδή από το έτος 1927 και 1932 αντίστοιχα) που νεμόταν αυτός εμφανώς, εξολοκλήρου για ίδιο λογαριασμό αποκλειστικά δεδομένου ότι ήταν το μοναδικό αρσενικό τέκνο του ζεύγους Π.
με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση των επιδίκων ακινήτων διακατοχικές πράξεις, όπως επίβλεψη, περιστασιακή διαμονή στην οικία, φροντίδα ελαιοπεριβόλων, συλλογή ελαιοκάρπου, εκδηλώνοντας σαφώς τη πρόθεση του να τα έχει για τον εαυτό του και μέχρι το θάνατό του το έτος 1985 ουδέποτε οι λοιποί συγκληρονόμοι του Σ.
και της Σ. Π. διαμαρτυρήθηκαν ή αμφισβήτησαν τα δικαιώματα του. Άλλωστε η πρόθεση του Γ. Π. να νεμηθεί τα επίδικα ακίνητα για ίδιο λογ/σμό αποκλειστικά καθίσταται εναργέστερη από το έτος 1951 και εφεξής, όταν ο ίδιος προέβη ως κύριος τούτων στην εκμίσθωσή τους προς τον πατέρα των εναγομένων, Ε.Δ.. Πιο συγκεκριμένα, επειδή η επαγγελματική του απασχόληση δεν του επέτρεπε μετά το έτος 1951 και εφεξής να ασκεί αυτοπροσώπως διάνοια κυρίου νομή επί των επιδίκων ακινήτων (ήταν καθηγητής Μέσης Εκπαιδεύσεως και είχε μετατεθεί στη Κόρινθο), κατάρτισε σύμβαση μισθώσεως των επιδίκων αγροτεμαχίων με τον Ε.
Δ., επ' αδελφή γαμβρό του και πατέρα των εναγομένων, παραχωρώντας στο τελευταίο τη χρήση και την εκμετάλλευσή τους έναντι ετησίου μισθώματος πενήντα (50) χιλιόγραμμων ελαίου και επιτρέποντας συγχρόνως σ' αυτόν να διαμένει οικογενειακώς στην οικία του πρώτου επιδίκου και ακινήτου. Προς το σκοπό αυτό ο πατέρας της ενάγουσας συνυπέγραψε με τον πατέρα των εναγομένων πέντε (5) ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως και δη το από 20/10/51 το από 28/8/57, το από 1/6/64, το από 4/12/71 και το από 10/7/79 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως.
Με τα τρία πρώτα ιδιωτικά συμφωνητικά ορίστηκε διάρκεια μισθώσεως για πέντε (5) έτη, με το τέταρτο ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε διάρκεια μισθώσεως για τρία (3) επιπλέον έτη και με το πέμπτο ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε διάρκεια μισθώσεως για άλλα πέντε (5) έτη ακόμη, η οποία έληγε κανονικά στις 9/7/84. Οι εναγόμενοι αρνούμενοι τη γνησιότητα της υπογραφής του εκμισθωτού πατέρα τους στα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά αρνούνται την ύπαρξη μισθώσεως και ισχυρίζονται ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν κατά κυριότητα στη μητέρα τους Γ., η οποία κατέστη κυρία τούτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμηθείσα αυτά με διάνοια κυρίας (μετά από άτυπη παραχώρηση των δύο πρώτων από τον πατέρα τους Σ.
Π. και των δύο τελευταίων από τις αδελφές της Ε. και Ε.) από το έτος 1927 μέχρι το έτος του θανάτου της (1979). Ο ανωτέρω ισχυρισμός ουδόλως αποδείχθηκε. Άλλωστε το θέμα της γνησιότητας της υπογραφής του Ε. Δ. στη θέση του μισθωτού στα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως έχει τελεσιδίκως κριθεί με το υπ' αριθμ.117/91 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο έχει καταστεί πλέον αμετάκλητο και δια του οποίου κρίθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της ενάγουσας και της αποβιώσασας ήδη μητέρας της, Χ.
Π., για από κοινού ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως και χρήση αυτών με σκοπό παράνομο όφελος. Σε κάθε περίπτωση άλλωστε η εμφανής συνεχώς αποκλειστική ιδία νομή με διάνοια κυρίου του πατέρα της ενάγουσας επί των επιδίκων ακινήτων τουλάχιστον από το έτος 1951 μέχρι το θάνατό του (το έτος 1985), εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων του, προσπόρισε στον τελευταίο κυριότητα επ'αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι προ της λήξεως της τελευταίας μισθώσεως απεβίωσε ο άνω μισθωτής Ε. Δ.ς στις 26/3/84 και στη σύμβαση μισθώσεως υπεισήλθε με τους ίδιους όρους ο πρώτος εναγόμενος (γυιός του). Ο τελευταίος, κατόπιν συμφωνίας με τον εκμισθωτή Γ. Π., δέχθηκε να του παραδίδει το εις είδος ανωτέρω ετήσιο μίσθωμα στην οικία του στη ....
Στις 14/11/85 απεβίωσε ο Γ. Π. και κατέλιπε μοναδικούς εξαδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Χ., τη θυγατέρα του ενάγουσα και τον γυιό από το πρώτο γάμο του με την Α. Γ., Ν. Π. και δη κατά 2/8 εξαδιαιρέτου τη σύζυγό του και 3/8 εξαδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα του. Στους ανωτέρω συγκληρονόμους περιήλθαν τα επίδικα ακίνητα και αυτοί μετά τη μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς με αριθ.2174/16.1.89 οι δύο πρώτες και με αριθ.482/18.4.89 ο τρίτος κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά.
Στη συνέχεια, οι τελευταίοι, υπό την ως άνω ιδιότητα τους υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση με τον πρώτο εναγόμενο, που, όπως προλέχθηκε, εξακολούθησε ισχύουσα και μετά το θάνατο του αρχικού μισθωτού πατέρα του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος και μετά το θάνατο του αρχικού εκμισθωτού ήταν συνεπής προς τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τη μίσθωση και δη μέχρι τέλους έτους 1987, έκτοτε δε εφάνη δύστροπος και γι'αυτό οι εκμισθωτές του επέτυχαν να τον εξώσουν με σχετική αγωγή τους αποδόσεως μισθίου, η απόφαση επί της οποίας όμως ουδέποτε εξετελέσθη, γεγονός που διευκόλυνε τους εναγομένους να αρχίσουν να προβάλουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των επιδίκων ακινήτων εγείροντας μάλιστα κατά της ενάγουσας και της μητέρας της και αναγνωριστική αγωγή κυριότητας στηριζόμενοι στην έκτακτη χρησικτησία.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η ενάγουσα με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ'αριθ..../04 συμβόλαιο της Συμβ/φου Καλλιθέας Φωτεινής Ρήγα απέκτησε λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα της και το μερίδιο συγκυριότητας της τελευταίας επί των επιδίκων (δηλ.ποσοστό 2/8 εξαδιαιρέτου) και κατ' αυτό τον τρόπο κατέστη μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό της Ν.
συγκυρία παραγώγως των επιδίκων ακινήτων κατά ποσοστά 5/8 εξαδιαιρέτου η ίδια και 3/8 αξαδιαιρέτου ο αδελφός της. Στα πλαίσια της αμφισβητήσεως των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των ανωτέρω οι εναγόμενοι προβάλλουν, ότι μετά το θάνατο της μητέρας τους Γ. Δ. το έτος 1979 κληρονόμησαν εξαδιαιρέτου την κληρονομιαία περιουσία της στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα κατά ποσοστό 4/16 εξαδιαιρέτου έκαστος και αποδεχόμενοι την κληρονομιά της μεταγράφοντας συγχρόνως και την οικεία περί αποδοχής δήλωση τους κατέστησαν συγκύριοι της κληρονομιαίας περιουσίας της Γ.
Δ. κατά τα ανωτέρω ποσοστά έκαστος. Παράλληλα από το έτος 1979 νέμονται με διάνοια συγκυρίων τα επίδικα ασκώντας σ' αυτά τις προσιδιάζουσες στη φύση τους διακατοχικές πράξεις (φροντίδα, επίβλεψη ελαιοδέδρων, συλλογή ελαιοκάρπου, υποβολή δηλώσεων καλλιέργειας, είσπραξη ετήσιας επιδοτήσεως ελαιολάδου, πληρωμή τελών καταναλώσεως νερού και ηλεκτρικού ρεύματος της οικίας) μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής και κατ' αυτό τον τρόπο κατέστησαν συγκύριοι τούτων κατά τα ανωτέρω ποσοστά με έκτακτη χρησικτησία.
Ο παραπάνω ισχυρισμός και ο συναφής προς αυτόν λόγος εφέσεως κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού πέραν του ότι η Γ. Δ. δεν απέκτησε-όπως προλέχθηκε-ουδέποτε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, όπως αποδείχθηκε, οι ανωτέρω υλικές πράξεις που πράγματι αυτοί διενήργησαν επί των επιδίκων ακινήτων, δεν έγιναν από πλευράς τους με διάνοια συγκυρίων, δεδομένου ότι τουλάχιστον μέχρι το έτος 1988 υφίστατο ενεργής μίσθωση των επιδίκων και ως εκτούτου αυτοί (εναγόμενοι) δεν ήσαν παρά συγκάτοχοι τούτων δυνάμει της έννομης σχέσεως της μισθώσεως.
Εξάλλου η διάνοια συγκυρίων νομή που αυτοί άσκησαν από το έτος 1988 μετά τη λήξη της μισθώσεως, συνεχίζοντας να πραγματοποιούν στα επίδικα ακίνητα τις ανωτέρω υλικές πράξεις εκμεταλλευόμενοι επιμελώς την έλλειψη επιτηρήσεως και επιβλέψεως αυτών εκ μέρους της ενάγουσας, δεν ήταν χρονικά αρκετή μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής να προσπορίσει σ' αυτούς συγκυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν.
Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα κατά νόμο παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος κυριότητος περιστατικά από την αναιρεσίβλητη, κτηθείσης κατά τρόπο παράγωγο διά μεταβιβάσεως αυτής από πρόσωπο που απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου κατά τρόπο πρωτότυπο, ήτοι δι' εκτάκτου χρησικτησίας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου .
Ειδικότερα, ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου από τον άμεσο δικαιοπάροχο της αναιρεσιβλήτου πατέρα της Γ. Π., το Εφετείο, με πληρότητα αιτιολογιών εδέχθη, ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχός της απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου νεμόμενος αυτό υπέρ την εικοσαετία εξ ολοκλήρου, ήτοι πλέον της ανηκούσης σε αυτόν κληρονομικής του μερίδος (30/60),εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων, μεταξύ των οποίων και η άμεση δικαιοπάροχος των εναγομένων αναιρεσειόντων, μητέρα των, Γ.
σύζ. Ε. Δ.. Διαλαμβάνονται δε οι επί μέρους πράξεις νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου της εναγούσης, όπως είναι η προς τον πατέρα των εναγομένων Ε. Δ. από του έτους 1951 και μετά με ιδιωτικά συμφωνητικά εκμίσθωση του επιδίκου έναντι καταβολής μισθώματος σε είδος, της μισθώσεως αυτής υφισταμένης μέχρι τον θάνατο αυτού (του μισθωτού),συνεχισθείσης και μετά τον θάνατό του από τους κληρονόμους του.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997,11/96).
Επομένως , ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας , κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής , έλαβε υπόψη του περιστατικά , μη περιλαμβανόμενα σε αυτή, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο νόμω βάσιμο της αγωγής. Εξ' άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικος, το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι , εκτός εάν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να μνημονεύονται, μεταξύ των άλλων, και όλα τα στοιχεία , από τα οποία να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός που δεν ελήφθη υπόψη, επροτάθη παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, εάν εγένετο δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκώς για τον αναιρεσεόντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως , κατά το πρώτο μέρος (στοιχ. α' και β') προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς μη διαλαμβανομένους στο δικόγραφο της αγωγής , θεμελιωτικούς του επιδίκου δικαιώματος, αναγομένους, αφενός μεν στην φύση των υπό του δικαιοπαρόχου της εναγούσης ασκηθεισών πράξεων νομής επί του επιδίκου , αφετέρου δε στην ύπαρξη γνώσεως από τους λοιπούς συγκληρονόμους, ότι οι πράξεις αυτές ησκούντο από αυτόν αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.'Όπως όμως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δικόγραφο της αγωγής, εμπεριέχεται σε αυτή, μεταξύ των άλλων , και ο ουσιώδης ισχυρισμός ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσιβλήτου ενέμετο το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας για δικό του αποκλειστικώς λογαριασμό, ήτοι πλέον της ανηκούσης σε αυτόν κληρονομικής μερίδος , με ειδική μνεία των επί μέρους διακατοχικών πράξεων (επίβλεψη, εκμίσθωση), καθώς και ότι οι λοιποί συγκληρονόμοι, μεταξύ των οποίων και η άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων, τον ανεγνώριζαν πάντοτε ως αποκλειστικό κύριο και νομέα του όλου ακινήτου, ουδέποτε αμφισβητήσαντες την επ'αυτού κυριότητα.
Στον ισχυρισμό δε αυτόν εμπεριέχεται και ο τοιούτος περί υπάρξεως του άνω γνωστικού στοιχείου, χωρίς να ήταν απαραίτητη και η πανηγυρική περί αυτού μνεία. Επομένως, ο περί του αντιθέτου άνω αναιρετικός λόγος (τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, στοιχ. α' και β'), από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ( τρίτο)λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, (στοιχ. α' και β'),όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται από τον 'Αρειο Πάγο, προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' του ιδίου Κώδικος, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, α) "δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένσταση ιδίας κυριότητος των αναιρεσειόντων, δεχθέν παράταση της μίσθωσης από τον θάνατο του μισθωτού πατέρα τους Ε.
Δ., επελθόντος την 26/3/1984, υπεισελθόντος, εκ των κληρονόμων του, μόνον του Ι. Δ. κατόπιν προφορικής συμφωνίας και ισχύουσα μέχρι το έτος 1989 , με αποτέλεσμα μη συμπλήρωσης της χρονικής διάρκειας της εικοσαετίας από την λήξη της μίσθωσης από τον θάνατο του μισθωτή την 26/3 1984 έως την άσκηση της αγωγής...", β)δεν έλαβε υπόψη "την ένσταση παραγραφής κάθε δικαιώματος της εναγούσης για την άσκηση της ενδίκου διεκδικητικής αγωγής".
Οι αιτιάσεις αυτές ως προς αμφότερα τα άνω στοιχεία α' και β', υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο των περιστατικών που θεμελιώνουν την ένσταση ιδίας κυριότητος των αναιρεσειόντων και της παραγραφής, όπως αυτά επροτάθησαν στο δικαστήριο της ουσίας , καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος της προτάσεώς των, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο αυτών.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟΛ.
ΑΠ 11 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι, προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Εξαλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3 , 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό δύναται να χρησιμεύσει ως βάση για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίου, επομένως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου, που ελήφθησαν υπόψη για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο σε άλλη δίκη μεταξύ των αυτών ή άλλων διαδίκων.
Περαιτέρω,, κατά την διάταξη του άρθρου 270 παρ 2 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 3043/2002,που εφαρμόζεται και στην διαδικασία της δευτεροβαθμίου δίκης κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου , ενώ μπορεί συμπληρωματικά να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεiκτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (στοιχ. Βα') λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ειδικότερα δε για την κρίση του περί ασκήσεως της νομής από τον άμεσο δικαιοπάροχο της αναιρεσιβλήτου και την γενομένη παράταση της μισθωτικής σχέσεως, αφορώσης το επίδικο, έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 393 του ΚΠολΔ.
Ενόψει όμως του ότι το Εφετείο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα καθώς και της φύσεως του αντικειμένου της επιδίκου διαφοράς, εγκειμένης στην απόκτηση κυριότητος από τον άμεσο δικαοπάροχο της αναιρεσιβλήτου πρωτοτύπως δι' ασκήσεως νομής πέραν της εικοσαετίας, και όχι της εγκυρότητας ή μη μισθωτικής εννόμου σχέσεως, του Εφετείου αναφερθέντος σε αυτήν, προς ενίσχυση της ανωτέρω ουσιαστικής του κρίσεως, επιτρεπτώς ελήφθησαν υπόψη και οι μαρτυρικές καταθέσεις, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως( τρίτος στοιχ.
Βα') είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και δη, α)τις υπ αριθμ. 19980/88, 1305/89 και 930/90 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Γυθείου θεοδώρου Λιακάκου, και των ειρηνοδικών Νέας Ιωνίας Βασιλικής Πελέκη και Ευστρατίου Χατζηχρήστου αντιστοίχως, και που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, καθώς β) την υπ αριθμ. 30/2007 βεβαίωση του Προέδρου του Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Γυθείου.
Από την στο σκεπτικό όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως ενυπάρχουσα σχετική, διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, χωρίς αμφιβολία προκύπτει, ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του άνω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα προμνημονευθέντα έγγραφα.
Επομένως, ο άνω ( πέμπτος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εδέχθη, χωρίς απόδειξη , ως βάσιμο τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου, ότι ο άμεσος αυτής δικαιοπάροχος κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, μνημονεύονται σε αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, ( μάρτυρες, έγγραφα),από τα οποία αυτό εσχημάτισε την δικανική του πεποίθηση περί της ουσιαστικής βασιμότητος του άνω αγωγικού ισχυρισμού. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο που την εξέδωσε παρεμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1927 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γυθείου Θεοδώρου Λιακάκου, ως προς τα σε αυτό αναφερόμενα ακίνητα, που αποτελεί τον τίτλο κτήσεως του αμέσου δικαιοπαρόχου της εναγούσης ( Γ.
Π.).Από την προσβαλλομένη όμως απόφαση προκύπτει,αφενός μεν ότι το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το ανωτέρω συμβόλαιο ως προς την περιγραφή των σε αυτό αναφερομένων ακινήτων, αφετέρου δε για την ουσιαστική του κρίση, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της εναγούσης κατέστη κύριος των επιδίκων δι' εκτάκτου χρησικτησίας, νεμόμενος αυτά συνεχώς για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, δεν στηρίχθηκε κυρίως ή αποκλειστικώς στο ανωτέρω δημόσιο έγγραφο, αλλά το συνεξετίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως ο άνω αναιρετικός (έκτος) αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Επειδή, διά του εβδόμου λόγου αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτάση του εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος από το Εφετείο περί του ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της εναγούσης ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων.
Ο λόγος αυτός,υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήσσεται η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, (άρθρο 561 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
VII. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά την δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και εάν ακόμη, ως αναγόμενος σε θέμα δημοσίας τάξεως, έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως επροτάθη στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος της προτάσεώς του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο και μόνο εάν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν ανέστειλε την δίκη κατά το άρθρο 222 παρ. 2 του ΚΠολΔ λόγω υπάρξεως εκκρεμοδικίας από την άσκηση άλλης αγωγής με το ίδιο νομικό και υλικό αντικείμενο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν γίνεται επίκληση, ότι στο Εφετείο προτάθηκε ο περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμός, είναι αόριστος και απορριπτέος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 21/4/2008 αίτηση των Ι. Δ. κ.λ.π. για αναίρεση της 305/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλητου εκ χιλίων οκτακοσών (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ