Legislator Case Law & Legislation
1421/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding evidence assessment and negative claims.

Case Number 1421/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on September 22, 2010. The appellant argued the lower court lacked a legal basis by failing to properly assess evidence and by relying on negative claims that the property never existed or had tax status. The court ruled that these arguments merely challenged the court's evaluation of facts rather than raising a distinct legal issue requiring a new basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 533 § 2 and 535 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal for lack of legal basis is inadmissible if it merely contests the court's evaluation of evidence or relies on negative claims without establishing a distinct legal issue affecting the outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of legal basis evaluation of evidence negative claims Code of Civil Procedure legal issue requirement appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Articles 533 § 2 and 535 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 3208/2003
Article 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 654/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1421 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 1421/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλό-πουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσακίρη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1987 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 320/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 796/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 11-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 533 § 2 και 535 § 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της Εφέσεως, κατά το οποίο αποβλέπει αποκλειστικώς στον έλεγχο της κατά το χρόνο αυτό νομικής ορθότητας της αποφάσεως που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευτικού, ενώ σε περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου εφέσεως ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτο-βάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, να εφαρμόζει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της δίκης του αποφάσεως, που κρίνει την ουσία της υποθέσεως, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 654/1984). Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των παραγρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 και επαναπροσδιορίστηκαν οι έννοιες του δάσους και της δασικής εκτάσεως, ισχύουν σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 του ως άνω νόμου, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 303/24-12-2003), εφόσον στις εν λόγω διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 796/2006 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 23-8-2006, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης 320/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Εφόσον, όμως, η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 10-12-2003, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3208/2003 (24-12-2003), το Εφετείο, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη προαναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν ήταν υποχρεωμένο κατά νόμο να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των προμνημονευομένων διατάξεων του ν. 3208/2003, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. II. Η κακή σύνθεση του δικαστηρίου, για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 559 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δεν δημιουργείται όταν, συνεπεία αδυναμίας του αρχικώς ορισθέντος εισηγητού, οφειλομένης σε προβλήματα υγείας του, καθίσταται αδύνατος η έκδοση αποφάσεως επί συγκεκριμένης υποθέσεως και διατάσσεται κατά το άρθρο 307 του Κ.Πολ.Δ., η επανάληψη της συζητήσεως με την συμμετοχή δικαστών, που δεν συμμετείχαν στην αρχική συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμ. 2 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει ότι το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε την έφεση του κατά της με αριθμό 320/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, δεν είχε συντεθεί προσηκόντως, καθ' όσον δεν συμμετείχε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η αρχικώς ορισθείσα εισηγήτρια, που είχε αντικατασταθεί με την με αριθμ. 250/2005 Πράξη του Προέδρου Εφετών Λάρισας γιατί δεν ήταν δυνατή η έκδοση αποφάσεως, μολονότι η υπόθεση είχε συζητηθεί στις 8.4.2005, αφού η ως άνω εισηγήτρια τελούσε σε πολύμηνη αναρρωτική άδεια και μέχρι την έναρξη της αναρρωτικής της αδείας δεν είχε συντάξει το σχέδιο της αποφάσεως, ενώ, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δεν ήταν επιβεβλημένη η επανάληψη της συζητήσεως.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως όμως είναι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., περί μη κηρύξεως ως απαράδεκτης της συζητήσεως της εφέσεως, για το λόγο ότι δεν κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα μαζί με την με αριθμό 1157/2005 κλήση για την επανασυζήτηση της υποθέσεως και η με αριθμό 205/2005 πράξη αντικαταστάσεως της ως άνω εισηγήτριας, είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι η ως άνω πλημμέλεια προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαρά-δεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης και δεν υπάγεται σε καμία από τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., δεν περιέχεται σ' αυτές.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η από την προανα-φερθείσα διάταξη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των προταθέντων από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο με την έφεσή του ισχυρισμών 1) ότι το φυσικό όριο του επίδικου ακινήτου από το δάσος ... δεν ήταν ο υδραύλακας, αλλά η οδός ... 2) ότι το επίδικο δεν περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του ενάγοντος, και 3) ότι το επίδικο δεν είχε ποτέ δασικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητάς του από το ενάγον κατά διαδοχή του Οθωμανικού Δημοσίου. Όμως, οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτε-λείς, αλλά αρνητικοί της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, γι' αυτό και ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Το Εφετείο, που δίκασε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ρητώς αναφέρει ότι για την κρίση του ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ειδικότερα δε και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων ρητώς μνημονεύει τις αποφάσεις 1/1982 του Ειρηνοδικείου Αγιάς και 742/1984 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Από την παραπάνω αναφορά του και τη ρητή μνεία των προαναφερθεισών αποφάσεων, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία και βέβαιο είναι ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τις ως άνω αποφάσεις, καθώς και το με αριθμ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ....

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V. Κατά το άρθρο 368 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή αν το ζητήσει κάποιος διάδικος να διατάξει πραγματογνωμοσύνη και να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 387 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματο-γνωμόνων, ενώ κατά το άρθρο 388 του ίδιου κώδικα, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται η διάταξη πραγματο-γνωμοσύνης ή νέας πραγματογνωμοσύνης ύστερα από την αξιολόγηση του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού, η δε εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και η εκτίμησή του αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να διατάξει την διενέργεια πραγματογνω-μοσύνης - φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της περιοχής του επιδίκου και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος ως απαρά-δεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, γιατί απόκειται στην κυριαρχική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει πραγμα-τογνωμοσύνη, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο ότι το Εφετείο παρέβλεψε εντελώς το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα τοπογράφου - μηχανικού Μ, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν καθιερώνεται από το ως άνω άρθρο 387 του ΚΠολΔ δεσμευτική αποδεικτική δύναμη της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, υπό την επίκληση δε της φερομένης ως υπαγόμενης, στον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειας ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο ίδιος (πέμπτος) λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, γιατί με τον λόγο αυτόν ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της πλημμέλειας που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, πλήττει στην πραγματικότητα, όπως προ-κύπτει από το περιεχόμενό του, την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και ειδικότερα πλήττει τα συμπεράσματα

στα ο-ποία κατέληξε το Εφετείο από τις αποδείξεις σχετικά με τον δασικό χαρακτήρα του επίδικου και ότι κύριος του επιδίκου είναι το αναιρεσίβλητο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα". Ήτοι ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τα αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου.

Συνεπώς, η ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Ωσαύτως, δεν αποτελούν "ζητήματα" με την προεκτεθείσα έννοια οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, καθώς και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, για την ενίσχυση, την παραδοχή ή την απόκρουση των αιτήσεων ή ενστάσεων.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το τρίτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης βάσης λόγω ελλείψεως αιτιολογιών α) ως προς την εκτίμηση του με αριθ. ... πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς, β) ως προς την 98/1988 πράξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις με μάρτυρες, γ) ως προς το λόγο για τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης με την 941/1998 απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, δ) ως προς το ότι το επίδικο δεν περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου, ε) ως προς το ότι το επίδικο δεν είχε ποτέ δασικό χαρακτήρα, και στ) ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε "ζητήματα" με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων, σε αρνητικούς της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που αντλεί από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 796/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ