Legislator Case Law & Legislation
1421/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment as inadmissible due to procedural error regarding appealable decisions.

Case Number 1421/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Court of First Instance. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding property rights, but the court found these claims were either already addressed or lacked independence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it targeted a first-instance decision rather than the final appellate ruling.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553, 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against final judgments that cannot be challenged by objection of default judgment or appeal, and conclude the entire trial or the trial for the claim or counterclaim.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility final judgment requirement procedural exhaustion independent claim analysis Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 118 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 40/1996
OLAP 16/1990
OLAP 25/2003
OLAP 12/2000
OLAP 3/1997
OLAP 469/1984
OLAP 12/1991

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1421 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1421/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1...., 2. ... 3. ..., 4. ...και 5. .... Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Μελισσάρη και οι 2η, 3ος, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5517/2004 μη οριστική, 2798/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1755/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2007 αίτησή τoυ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 12-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 2798/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η έφεση κατά της οποίας, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 1755/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.3, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Ο πρώτος επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και κατά την επικουρική της βάση περί κτήσης ίδιας συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, μολονότι δεν αποδείχθηκε, - ούτε και οι ίδιοι επικαλέστηκαν με την αγωγή αυτή, - νόμιμη αιτία, δηλαδή, καθολική ή ειδική διαδοχή, με έγκυρη στη ζωή δικαιοπραξία, έχουσα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του νόμου περί χαρτοσήμου, απαιτουμένη κατά νόμο για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων τους στο εν λόγω ακίνητο, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τους, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), ν.β πανδ. (4.3), ν.

ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), αντίστοιχα, του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, στον ίδιο οι απόψεις του αναιρεσείοντα, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν η αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν "αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ,Πολ.Δ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο, αφού δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τη ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, κατά την επικουρική της βάση περί κτήσης ιδίας συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία ως ορισμένη, μολονότι: "α) η σύνδεση υπό των αντιδίκων, της δήθεν χρησικτησίας τους, με συγκεκριμένους τίτλους (οι οποίοι απεδείχθηκαν ψευδείς και ανύπαρκτοι, με το επίδικο να ανήκει σε τρίτους και όχι στους ίδιους) και β) η μη εξειδίκευση χρόνου ενάρξεως χρησικτησίας και χρόνου δήθεν συμπλήρωσης αυτής, καθιστούσε παντελώς αόριστη και απορριπτέα την αγωγή τους".

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν, ότι ο περί αορίστιας της ένδικης αγωγής, κατά την πιο πάνω επικουρική της βάση, που είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό, ισχυρισμός επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα, με λόγο της έφεσής του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, αλλιώς, ως απαράδεκτος, εφόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις, αναφερόμενες σε ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής και, συνακόλουθα, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

β Κ.Πολ.Δ, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Με το συναφή, επίσης, έκτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτόν, παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, δηλαδή, δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή "με εναλλασσόμενους εκάστοτε τίτλους και ισχυρισμούς και με παντελώς αόριστο αιτητικό ως παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης", ισχυρισμό περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής, που πρότεινε ο ίδιος στον πρώτο βαθμό και επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο με το εφετήριό του, καθώς και τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύεται σ' αυτόν σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη αοριστία της υπό κρίση αγωγής, Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου.

Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στη παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 106, 111 και 224 Κ.Πολ.Δ, περί της αρχής της διάθεσης και της συζήτησης, περί της απαραίτητης προδικασίας και περί της απαράδεκτης μεταβολής της βάσης της αγωγής - συμπλήρωσης των ισχυρισμών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς τρίτο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτή έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του περί μη ύπαρξης ίδιας κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ...

στο επίδικο ακίνητο, το οποίο δεν υπήρξε κληρονομιαίο, ούτε, άλλωστε, δεκτικό χρησικτησίας από τους αναιρεσιβλήτους και περί μη παραχώρησης άτυπα σ' αυτόν από τους αντιδίκους του της χρήσης τμήματος του επίδικου ακινήτου, το οποίο δεν τους ανήκε και του οποίου "αποδεδειγμένα δεν γνωρίζουν την επιφάνεια" δηλαδή:

α)την από 28-6-1902 δικαστική διανομή, που είχε νόμιμα μεταγραφεί, β) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.Πέρδικα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, γ) τις 4591/1900, 3649/1899, 1722/1900 και 2252/27-1-1901, αντίστοιχα συναφείς αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικολάου Λάσκαρη, με το οποίο ο ...

μεταβίβασε "αιτία προικός" στο γαμβρό του ... όσα ακίνητα είχε λάβει από τη δικαστική διανομή της 28-6-1902, ε)την από 30-7-2002 και με αριθμό έκθ. κατάθ. 747/12-8-2002 αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του, στην οποία εκδόθηκε η 1342/2002 απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου με τα πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης και τέλος, στ) την από 10-2-2002, με αριθμό έκθ.

κατάθ. 350/27-6-2002 τακτική αγωγή των ίδιων σε βάρος του. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991). Οι συναφείς, επομένως, τέταρτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.

γ'του άρθρου 559 Κ.πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία (με τον τέταρτο απ' αυτούς) και δεν παραχωρήθηκε στον ίδιο η χρήση του επιδίκου από τους αντιδίκους του με παρακλητική σχέση χρησιδανείου (με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτοι, ο τέταρτος μεν απ' αυτούς γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη την αμέσως πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντα και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ο δε πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, γιατί ο περιεχόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός του αναιρεσείοντα δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, που προπαρατέθηκε, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2007 του ... αίτηση για αναίρεση της 1755/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της 2798/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιδίκων του, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ