Supreme Court dismisses appeal on evidence law grounds, ruling free evaluation prevails over statutory evidence rules in labor disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a construction company against a labor court judgment. The appellant argued the lower court improperly reduced the evidentiary weight of a declaration, violating specific evidence rules. The court held that under labor dispute procedures, judges freely evaluate evidence without being bound by statutory definitions of its force, rendering this appeal ground inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 670, 671, 663 et seq. of the Code of Civil Procedure; The Code of Civil Procedure allows judges in labor disputes to freely evaluate evidence without being bound by statutory definitions of its force, precluding appeals based on alleged violations of such definitions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1421 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1421/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΜΠΟΤΩΝΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κακόγιαννο. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαραγκουδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-7-2003 και 28-2-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 28-11-2003 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "STABILTON ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ - ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑΣ Α.Ε.", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2053/2004 μη οριστική και 262/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3042/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2007 αίτησή της και τους από 22-2-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 29-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και των από 22-2-2008 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους κατά λέξη στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο και 5ο λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας υπ'αριθ. 262/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τα αναφερόμενα σε κάθε έναν από τους λόγους αυτούς εφέσεως ζητήματα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του όλους τους προαναφερόμενους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας, τους ερεύνησε και τελικά, ρητώς μάλιστα, τους απέρριψε ως αβάσιμους και έτσι δεν υπέπεσε στην ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
ΙΙ.- Επειδή, από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι'αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1168/2007, 412/2008, 1380/2001, 1185/1993).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 του ΑΚ, προκύπτει, ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.
Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς (βλ. σχ. ΑΠ 1168/2007, 1592/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου το Φεβρουάριο του έτους 2000 από την εταιρεία με την επωνυμία "STABILTON Κατασκευαστική - Βιομηχανική -Τουριστική - Συμμετοχών - Κλωστοϋφαντουργίας Ανώνυμη Εταιρεία", προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης στις οικοδομικές επιχειρήσεις που η ίδια αναλάμβανε.
Στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της η εν λόγω εταιρεία ανέλαβε εργολαβικά την κατασκευή συγκροτήματος κατοικιών και καταστημάτων σε οικόπεδο της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία", που βρίσκεται στον Άγιο Ρέντη Αττικής, επί των οδών Μπαλντιτζή, Φλέμιγκ, Καραολή και Δημητρίου και Βαρύκα.
Ακολούθως την κατασκευή του ως άνω έργου ανέλαβε υπεργολαβικά η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΛΟΠΙΑ Κατασκευαστική Ανώνυμη Εταιρεία". Με το καταρτισθέν από ..... μεταξύ της υπεργολάβου εταιρείας και της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ιδιωτικό συμφωνητικό, η τελευταία ανέλαβε την υπεργολαβία των χωματουργικών εργασιών και κατεδάφισης των υπαρχόντων κτισμάτων, ως προστηθείσα της πρώτης.
Μεταξύ των όρων του συμφωνητικού αυτού ήταν και εκείνος κατά τον οποίο η "υπεργολάβος εταιρεία συμφωνεί και υποχρεούται να κατασκευάσει και να παραδώσει το έργο στο ακόλουθο χρονικό διάστημα: έναρξη χωματουργικών εργασιών: πέντε ημέρες μετά την έγγραφη ειδοποίηση της εργοδότριας, λήξη χωματουργικών εργασιών:
εξήντα ημερολογιακές ημέρες από την έναρξη των εργασιών. Η παραπάνω προθεσμία ισχύει εφόσον οι εργασίες αντιστήριξης συμβαδίζουν απόλυτα με τις εργασίες εκσκαφών και δεν καθυστερήσουν αυτές". Στις 7-12-2000 δύο σκαπτικά μηχανήματα άνοιξαν τάφρο πλάτους ενός (1) μέτρου και βάθους 0,80 εκατοστών, στη βάση παλιού πέτρινου τοίχου με τσιμεντένιο σενάζι και κάγκελα.
Την επομένη (8.12.2000) ο αναιρεσίβλητος και ο επίσης εργάτης .... έλαβαν εντολή από το Γ1, εργοταξιάρχη και επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό και προστηθέντα της εταιρείας "ΠΕΛΟΠΙΑ", να προβούν στον καθαρισμό του παραπάνω χάνδακα από τις πέτρες και τα χώματα που υπήρχαν εντός αυτού από την εκσκαφή της προηγούμενης ημέρας, προκειμένου να κατασκευαστεί ξυλότυπος και ακολούθως να γίνει σκυροδέτηση.
Οι κατακόρυφες επιφάνειες του χάνδακα είχαν αντιστηριχθεί με αντηρίδες σε μήκος 23 μέτρων εκτός από το τελευταίο τμήμα αυτού δύο (2) μέτρων, το οποίο είχε μείνει ανυποστήρικτο. Κατά τη διαδικασία του καθαρισμού του χάνδακα το ανυποστήρικτο τμήμα, μήκους 2 μέτρων, του χάνδακα, υποχώρησε από το φορτίο του βάρους του τοίχου, με αποτέλεσμα να καταπλακώσει και να τραυματίσει τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, ειδικότερα, υπέστη βαριά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα κάταγμα λεκάνης με αποκοπή της ουρήθρας, με συνέπεια να διακοπεί η επικοινωνία της ουροδόχου κύστεως με την ουρήθρα.
Η υποχώρηση του παλαιού πέτρινου τοίχου οφείλεται στο ότι δεν είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα ο τοίχος δεν είχε αντιστηριχθεί σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 5 του π.δ. 1073/1981. Υπεύθυνοι για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στην προκειμένη περίπτωση ήταν η εταιρεία "STABILTON" ως εργοδότης του αναιρεσιβλήτου και εργολάβος του έργου, η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΛΟΠΙΑ Κατασκευαστική Ανώνυμη Εταιρεία" ως υπεργολάβος του έργου, ο .....
ως επιβλέπων μηχανικός του όλου έργου, καθώς και ο πολιτικός μηχανικός Γ1 ως εργοταξιάρχης του έργου, προστηθείς από την υπεργολάβο εταιρεία, στον οποίο είχε ανατεθεί παράλληλα και η επίβλεψη του φέροντος οργανισμού και ο οποίος την ημέρα του ατυχήματος είχε την άμεση επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου και έδωσε την εντολή στον αναιρεσίβλητο και το δεύτερο ως άνω εργάτη να απομακρύνουν τα υλικά της εκσκαφής της προηγούμενης ημέρας.
Μεταξύ των υπευθύνων όμως, εκτός από τους παραπάνω, είναι και η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "Σ. ΜΠΟΤΩΝΑΚΗΣ ΑΤΕΕ", που, ως υπεργολάβος για την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών και κατεδαφίσεων του παραπάνω έργου, με μηχανήματά της είχε εκτελέσει την προηγούμενη του ατυχήματος ημέρα την εκσκαφή του χάνδακα και δεν μερίμνησε δια των προστηθέντων προσώπων της για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για την εκτέλεση των επιχωματουργικών εργασιών και συγκεκριμένα προέβη στην εκσκαφή του χάνδακα αν και δεν είχε ολοκληρωθεί η αντιστήριξη των πρανών αυτού στο υπολειπόμενο τμήμα των δύο μέτρων.
Δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε η με αυτήν (αναιρεσείουσα) ως άνω έχουσα καταρτιστεί σύμβαση έργου εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ, στα πλαίσια δε της συμβάσεως αυτής η ίδια, μη έχουσα αποξενωθεί από το έργο που είχε αναλάβει με το παραπάνω συμφωνητικό, είχε εκτελέσει με τα μηχανήματά της την προηγουμένη του ατυχήματος ημέρα την εκσκαφή του χάνδακα.
Ακολούθως δέχτηκε το Εφετείο ότι, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο ως άνω εξαιτίας αδικοπραξίας τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου, ήταν επιδικαστέα σ'αυτόν χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία αυτός υπέστη εξαιτίας της εις βάρος του αδικοπραξίας αυτής, ύψους 350.000 ευρώ, για την καταβολή της οποίας υπόχρεη εις ολόκληρον ήταν και η ίδια η αναιρεσείουσα.
Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφάση του δέχτηκε κατ'ουσίαν την από 17-4-2006 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 262/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ένδικη από 28-2-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της, εξαφάνισε την εν λόγω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και κατά το μέρος της που αφορούσε την αμέσως πιο πάνω αγωγή και ακολούθως δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την αγωγή αυτήν, επιδικάζοντας υπέρ του αναιρεσιβλήτου και εις βάρος της αναιρεσείουσας χρηματική ικανοποίηση, εις ολόκληρον καταβλητέα από την τελευταία, συνολικού ύφους 350.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το ζήτημα που αναφέρεται στην ύπαρξη σε ισχύ κατά το χρόνο του ως άνω τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου της προαναφερόμενης με την αναιρεσείουσα έχουσας καταρτιστεί υπεργολαβίας, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογείται το ζήτημα αυτό, καθώς και, περαιτέρω, αιτιολογείται και η αιτιώδης συνάφεια που υπήρξε μεταξύ της παραλείψεως της λήψεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας μέσω των προστηθέντων από αυτήν προσώπων των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για την εκτέλεση των επιχωματουργικών εργασιών στο ένδικο έργο και του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου, εφόσον αυτή (αναιρεσείουσα), κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την προηγούμενη του ένδικου ατυχήματος ημέρα είχε προβεί, μέσω των εν λόγω από αυτήν προεστημένων προσώπων, στην εκσκαφή του χάνδακα παρά το ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η αντιστήριξη των πρανών αυτού στο υπολειπόμενο τμήμα του των δύο μέτρων, στο οποίο εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος κατά τον τραυματισμό του, προκαλώντας έτσι και από δικό της πταίσμα (αμέλεια) τον τραυματισμό αυτόν του αναιρεσιβλήτου.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των σχετικών διάταξε του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το Εφετείο, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ. Δεν χρειαζόταν δε για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής να αναφερθούν άλλα περαιτέρω γεγονότα σχετιζόμενα με τη δραστηριότητα και την ταυτότητα συγκεκριμένων μηχανημάτων που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα στο έργο και μάλιστα αναφορικά και με το μη ενδιαφέρον εδώ ζήτημα αν τα μηχανήματα αυτά ανήκαν κατά κυριότητα ή όχι σ'αυτήν, αλλ'ούτε και χρειαζόταν να αναφερθούν το όνομα ή τα ονόματα συγκεκριμένων χειριστού ή χειριστών των μηχανημάτων που διενέργησαν τη διάνοιξη του ανωτέρω χάνδακα.
Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφουκαι πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τα αμέσως πιο πάνω ζητήματα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον ως άνω τρίτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και οι οποίες αφορούν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις και σαφώς διατυπούμενου στην απόφαση σχετικού πορίσματος αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω: α) Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί "έπρεπε να λάβει υπόψη του ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό αποδεικνύει την κατάρτιση της σύμβασης αλλά δεν αποδεικνύει και την εκτέλεσή της.
Από κανένα πραγματικό περιστατικό και αποδεικτικό μέσο (δεν) συνήχθη η παραδοχή ότι η... (αναιρεσείουσα) εκτέλεσε και τις εκσκαφές του έργου. Η μη συμμετοχή της στις εργασίες κατά το χρόνο του ατυχήματος προκύπτει και αποδεικνύεται πασιφανώς από τα..." περαιτέρω και ειδικότερα αναφερόμενα στο λόγο αναιρέσεως αποδεικτικά μέσα.
Και β) με τον τρίτο (και τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως κατά το ένα από τα μέρη του προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του υπέπεσε στην ίδια αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί η απόφασή του αυτή δεν έχει επαρκή αιτιολογία αναφορικά με την παραδοχή του ότι η αναιρεσείουσα δεν αποσυνδέθηκε από το έργο των χωματουργικών εργασιών, των επιχωματώσεων, γιατί, όπως εκτιμάται, δεν δέχτηκε ότι η αναφερόμενη εκ μέρους της εταιρείας "ΠΕΛΟΠΙΑ Α.Ε." γενόμενη καταγγελία της με την αναιρεσείουσα συμβάσεως υπεργολαβίας ήταν αληθινή, ώστε στη συνέχεια να δεχτεί ως αποδεικνυόμενο το γεγονός ότι η τελευταία (αναιρεσείουσα) δεν προέβη στη διάνοιξη του ως άνω χάνδακα και έτσι δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου.
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως (δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του) πρέπει να απορριφθούν, προέχοντως, ως απαράδεκτοι, γιατί με αυτούς και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί των ως άνω ζητημάτων.-
ΙΙΙ.- Επειδή με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, γιατί στην απόφαση αυτή "δεν αναφέρεται η εταιρεία... (αναιρεσείουσα) ως εκκαλούσα παρά μόνον ως εφεσίβλητη στις πρώτες σελίδες όπου παρατίθενται τα ονόματα των διαδίκων, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να επέρχεται σύγχυση, δηλαδή έχει παραλειφθεί εντελώς η εταιρεία... (αναιρεσείουσα) στην παράθεση, των στοιχείων των διαδίκων να αναφέρεται ως εκκαλούσα και ο αναιρεσίβλητος ως εφεσίβλητος".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη ως άνω αβλεψία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο κυρίως σώμα της οποίας, θα πρέπει να σημειωθεί, τέτοια αβλεψία δεν υφίσταται, εφόσον εκεί ρητώς αναφέρονται η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος και ως εκκαλούσα και εφεσίβλητος, αντίστοιχα, δεν συνιστά από μόνη της λόγο αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ προβλέπονται.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι πράγματι η αναιρεσείουσα στο προεισαγωγικό τμήμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μόνον ως εφεσίβλητη στην από 11-5-2006 έφεση του αναιρεσιβλήτου (ο οποίος, πάντως, αναφέρεται ως εκκαλών στην τελευταία έφεση) και όχι και η ίδια ως εκκαλούσα στην από 17-4-2006 έφεσή της και ο αναιρεσίβλητος ως εφεσίβλητος στην ίδια εν λόγω (από 17-4-2006) έφεση, οπωσδήποτε στη συνέχεια τόσο στο ίδιο προεισαγωγικό τμήμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως όσο και στο κυρίως σώμα και μάλιστα και στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής δεν παρατηρείται τέτοια αβλεψία, εφόσον, όπως ήδη αμέσως πιο πάνω αναφέρθηκε, εκεί ρητώς αναφέρονται η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος και ως εκκαλούσα και εφεσίβλητος, αντίστοιχα.-
IV.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο ταυ εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Πάντως στα ως άνω έγγραφα δεν συμπεριλαμβάνονται τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων κατά το μέρος τους που περιέχει καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ή διαδίκων (βλ. σχ. ΑΠ 701 /1991, 729/2001). Περαιτέρω, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού, σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ'αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΑΠ 525/2000, 1281/1993, 1177/1983, 1254/1977, 335/1973, 203/1973).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο αφενός του υπ'αριθ. ..... τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, σε συνδυασμό του με την ειδική πρόσκληση της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΛΟΠΙΑ Α.Ε.", και αφετέρου της από 28-11-2000 εξώδικης δηλώσεως - καταγγελίας της ίδιας εταιρείας με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των ειδικώς μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, χωρίς όρκο εξέταση του αναιρεσιβλήτου, ένορκης βεβαιώσεως, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, εκθέσεως τεχνικού συμβούλου και εγγράφων, που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους).
Ενόψει αυτών ο προαναφερόμενος πέμπτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του, προεχόντως γιατί με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή απόδοση σ'αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ' απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους και σε κάθε περίπτωση γιατί το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων που νόμιμα προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, τα οποία παρά το ότι πράγματι μνημονεύονται και αξιολογούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις, όπως εκτιμάται, τελικά δεν εξαίρονται ως έγγραφα επί των οποίων να βασίστηκε αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε σχετικά με το ότι κατά τον ένδικο χρόνο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ η με την αναιρεσείουσα ως άνω σύμβαση υπεργολαβίας.
Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι ο αμέσως πιο πάνω (5ος) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου πρέπει, σε κάθε περαιτέρω περίπτωση, να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο καθενός από τα ανωτέρω, φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά το περιεχόμενό τους, έγγραφα, ώστε από τη σύγκριση με εκείνα που δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από το Δικαστήριο τούτο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.
Περαιτέρω, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο της χωρίς όρκο καταθέσεως του αναιρεσιβλήτου, η οποία περιέχεται στα υπ'αρ. 262/2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με το να αποδώσει στην κατάθεση αυτήν "περιεχόμενο καταφανώς διαφορετικό από το αληθινό".
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί το διαδικαστικό έγγραφο (πρακτικά συνεδριάσεως δικαστηρίου) ως προς το μέρος του που περιέχει την εν λόγω χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσιβλήτου δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ. Ο ίδιος (2ος πρόσθετος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του υπέπεσε στην αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε τόσο τα ως άνω πρακτικά ως προς το μέρος τους που δεν περιέχει την προαναφερόμενη χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσιβλήτου, καθώς και ένορκη μαρτυρική κατάθεση όσο και τα υπ'αριθ. 2053/2004 πρακτικά συνεδριάσεως του ίδιου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το μέρος τους που δεν περιέχουν ένορκες καταθέσεις του αναιρεσιβλήτου και μάρτυρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του, γιατί από τη σύγκριση με εκείνα που δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει ότι δεν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή απόδοση στα εν λόγω μέρη των πρακτικών περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό.-
VI.- Επειδή, κατά τις διατάξεις του α' εδαφίου του άρθρου 670 και του α' εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 671 του περί εργατικών διαφορών κεφαλαίου του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ'έφεση δίκη, αφενός "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (εδ.
α' άρθρου 670) και αφετέρου "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του όρους του νόμου" (εδ. α' της παρ. 1 άρθρου 671). Από τις διατάζεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών.
Από αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος (βλ.
σχ. ΑΠ 432/1993, 271/1993, 1068/1991, 1502/1990). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο (και τελευταίο) κατά το υπόλοιπο μέρος του πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γιατί, αξιολογώντας την από 30-11-2000 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΛΟΠΙΑ Α.Ε.", απέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που πράγματι είχε, έτσι ώστε στη συνέχεια να δεχτεί ως αποδεικνυόμενο το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε προβεί στη διάνοιξη του ως άνω στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενου χάνδακα, συνδεόμενη έτσι αιτιωδώς και η ίδια με τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, ως βαρυνόμενη και αυτή με πταίσμα (αμέλεια) για τον εν λόγω τραυματισμό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), αποτέλεσμα να μην ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΜΠΟΤΩΝΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθώς και τους από 22 Φεβρουαρίου 2008 πρόσθετους λόγους της, για αναίρεση της 3042/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ