Supreme Court dismisses appeal on promise of third party to pay debt under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ELTER A.T.E. against the Athens Court of Appeal's judgment ordering FOKIKH A.E. to pay 136,439 euros. The lower court held that a third-party promise to pay the debt constituted valid consideration within a broader contract, binding the promisor even after the debtor's liability was reduced by agreement among creditors. The Court rejected the appellant's arguments regarding the irrelevance of the debtor's damage claim and the procedural defect in setting a performance deadline, ruling that these issues did not affect the substantive validity of the promise.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 383, 44 of the Civil Code; A third-party promise to pay a debt constitutes valid consideration within a broader contract, binding the promisor even if the debtor's liability is subsequently reduced by agreement among creditors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1421 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1421/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΤΕΡ Α.Τ.Ε.", η οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως της εναγομένης "ΦΩΚΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΕΝΤ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ Α.Τ.Ε." ήδη μετονομασθείσης σε "GYBARCO Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπατσώρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 122/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9565/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Απριλίου 2006 αίτησή της και τους από 18 Δεκεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κατά το άρθρο 478 ΑΚ υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του συνιστά υποσχετική αιτιώδη δικαιοπραξία, μπορεί δε να δοθεί στο πλαίσιο ευρύτερης αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, επώνυμης ή μη (ΑΚ 361). Ειδικότερα η υπόσχεση μπορεί να αποτελέσει την συμφωνηθείσα παροχή ενός από τα συμβαλλόμενα στην ευρύτερη αμφοτεροβαρή σύμβαση μέρη ή τον τρόπο καταβολής της παροχής αυτής, οπότε το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων κάθε συμβαλλομένου εξαρτάται από την συμφωνία των μερών.
Αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό του χρέους του δέκτη της υποσχέσεως, προσδιορίζοντας αυτό ως την προς αυτόν αντιπαροχή του υποσχόμενου, η τυχόν ολική ή μερική απαλλαγή του οφειλέτη-δέκτη της υποσχέσεως, που συντελέσθηκε όχι με καταβολή του υποσχομένου αντισυμβαλλομένου του προς τον δανειστή αλλά με άλλον τρόπο, όπως με τον περιορισμό του χρέους κατόπιν συμφωνίας μεταξύ πιστωτών και επιχειρήσεως κατά το άρθρο 44 του ν. 1892/1990,που επικυρώθηκε από το Εφετείο, δεν απαλλάσσει αντιστοίχως τον υποσχόμενο.
Στην περίπτωση αυτή, άλλωστε, ο σκοπός του νόμου που προβλέπει τον περιορισμό του χρέους, συνιστάμενος στη διάσωση της επιχειρήσεως επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας και του κοινωνικού συνόλου, δεν εμφανίζει εσωτερική συνάφεια προς τη σχέση μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του υποσχομένου. Περαιτέρω, αν η υπόσχεση καταβολής προς τρίτο αποτελεί την συμφωνηθείσα παροχή ενός από τους συμβαλλομένους, κατά τα ανωτέρω, ο αντισυμβαλλόμενός του, δέκτης της υποσχέσεως, δεν κωλύεται κατ' αρχήν να απαιτήσει, κατ' εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης εκπληρώσεως της παροχής (ΑΚ 288), την προς αυτόν τον ίδιο καταβολή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ. ΑΠ 30/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αυτή ισχυρίζεται ότι η εναγομένη, καίτοι, στο πλαίσιο ευρύτερης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων ανέλαβε την πληρωμή συγκεκριμένων και ειδικώς κατά ποσόν προσδιοριζομένων χρεών της ενάγουσας, που συμποσούνται σε 136.439 ευρώ, και οχλήθηκε επανειλημμένως και μάλιστα αρχικώς με την από 19.5.2000 εξώδικη πρόσκληση, δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή της, αρνούμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό.
Ζητεί δε να υποχρεωθεί η εναγομένη δικαστικώς να της καταβάλει το ποσό αυτό. Με την αγωγή αυτή, όπως το δικόγραφό της εκτιμάται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι το επίδικο ποσό αποτελεί την οφειλόμενη προς αυτήν παροχή, ως τρόπος καταβολής της οποίας συμφωνήθηκε η καταβολή της προς τρίτους, επιδιώκει την επιδίκαση πρωτογενώς οφειλομένης συμβατικής παροχής και όχι αποζημιώσεως λόγω αθετήσεως της συμβάσεως.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα με την με αριθμό ΤΥ 757/6.3.1990 απόφαση της Νομαρχίας Δωδεκανήσων είχε αναλάβει ως ανάδοχος την κατασκευή του έργου "Πλήρης κατασκευή έξι (6) πολυκατοικιών στον Δήμο Κω - Οικοδομικές Εργασίες - ΗΙΜ Εγκαταστάσεις".
Λόγω όμως ανειλημμένων υποχρεώσεών της καθώς και αδυναμίας να παρακολουθήσει το έργο στο νησί Κως, η ενάγουσα συμφώνησε με την εναγομένη, η οποία ήδη εκτελούσε έργα στην ίδια περιοχή, με το από .......... ιδιωτικό συμφωνητικό, η τελευταία να την υποκαταστήσει στην εκτέλεση του ως άνω έργου με την προϋπόθεση ότι η σχετική αίτηση θα γινόταν δεκτή από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία.
Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ................. απόφαση της Διευθύνσεως Υποδομών και Τεχνικών Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δωδεκανήσου εγκρίθηκε η συμφωνηθείσα ως άνω υποκατάσταση. Με το ανωτέρω δε συμφωνητικό η εναγομένη ανέλαβε την κάλυψη υποχρεώσεων της ενάγουσας, όπως αυτές καταγράφηκαν στο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παραπάνω συμφωνητικού, σημείωμα του πολιτικού μηχανικού ................, συνολικού ποσού 139.439 ευρώ.
Με την παραπάνω αμφοτεροβαρή σύμβαση, που καταρτίσθηκε στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), η μεν ενάγουσα εξεχώρησε το έργο (στο οποίο ήταν ανάδοχος) στην εναγομένη, η οποία εφεξής θα καρπώνονταν το εργολαβικό αντάλλαγμα, η δε εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να τακτοποιήσει τις παραπάνω υποχρεώσεις της ενάγουσας και ειδικότερα να εξοφλήσει ορισμένους δανειστές της ενάγουσας αναφορικά με το ένδικο έργο, καταβάλλοντας το συγκεκριμένο ποσό των 136.439 ευρώ.
Ενόψει αυτών, δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επρόκειτο για σύμβαση ελευθερώσεως (άρθρο 478 ΑΚ), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, αλλά για σύμβαση που καταρτίσθηκε στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων και της οποίας το περιεχόμενο δεν προσκρούει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την καταβολή των παραπάνω ποσών, συνολικού ύψους 136.439 ευρώ, οπότε η ενάγουσα κατά την 19-5-2000, έταξε στην εναγομένη 10ημερη προθεσμία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, δηλώνοντάς της ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή. Η εναγομένη δεν εκπλήρωσε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της μέχρι 29-5-2000, καιεπομένως η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση.
Με την υπ' αριθμ. 923/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα κηρύχθηκε σε πτώχευση, με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 12-3-1999. Κατά την 6-10-1999 συμβλήθηκε με τους κύριους πιστωτές της, οι οποίοι εκπροσωπούσαν πλέον του 60% του συνόλου των κατ' αυτής πιστωμάτων και πλέον του 40% των κατ' αυτής εμπραγμάτως ασφαλιζομένων απαιτήσεων, με σκοπό να ρυθμιστούν οι οφειλές της στα πλαίσια του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990.
Με την συμφωνία δε αυτή, που επικυρώθηκε με την 9815/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το σύνολο των απαιτήσεων σε βάρος της ενάγουσας περιορίστηκε στο 10% του συνολικού κεφαλαίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη, κρίνοντας ότι ο κατά τα άνω περιορισμός των κατά της ενάγουσας απαιτήσεων δεν αφορά την μεταξύ αυτής και της εναγομένης σύμβαση, δέχθηκε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στην αντίδικο της ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 383 ΑΚ, το ποσό των 136.439 ευρώ.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και υπό τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, ως συμφωνηθείσα παροχή, το ποσό των 136.439 ευρώ.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί το ίδιο, έστω και με διαφορετική από την παραπάνω αιτιολογία και συγκεκριμένα με την αιτιολογία ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό οφείλεται ως αποζημίωση κατ' ακολουθίαν υπερημερίας της εναγο0μένης ως οφειλέτιδας με βάση τη διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ, είναι κατ' αποτέλεσμα ορθή, ο δε δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η απόφαση αυτή για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 383 και 288 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 λόγο του αναιρετηρίου, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα δεν απέρριψε ως αόριστη και εκείθεν απαράδεκτη την αγωγή, παρόλο που δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι η ενάγουσα υπέστη ζημία.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, όπως αυτός διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ενάγουσα έταξε στην αντίδικό της δεκαήμερη προθεσμία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, δηλώνοντας ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, και ότι επομένως συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημιώσεώς της κατ' εφαρμογή του άρθρου 383 ΑΚ, χωρίς η ενάγουσα να έχει προτείνει σχετικό ισχυρισμό.
Όμως, ενόψει της κατά τα ανωτέρω ορθής εκτιμήσεως της ιστορικής και νομικής βάσεως της αγωγής και του αιτιολογικού με το οποίο κρίθηκε αυτή νόμιμη και βάσιμη, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και μάλιστα ο μεν πρώτος από αυτούς ως αβάσιμος, αφού η ύπαρξη ζημίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος, διότι το αν η ενάγουσα έταξε ή όχι προθεσμία εκπληρώσεως, δηλώνοντας ότι μετά την πάροδο αυτής ότι αποκρούει την παροχή, είναι γεγονός νομικώς αδιάφορο και δεν έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΤΕΡ ΑΤΕ" για αναίρεση της 9565/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ