Supreme Court dismisses consumer law appeal, ruling lower court erred by rejecting admissibility instead of investigating the manufacturer's liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a defective car case. The appellant argued the first defendant should be liable as the importer, but the lower court rejected this claim as inadmissible due to vagueness without examining the substantive facts. The Court held that the Second Instance Court failed to investigate the basis of the claim, incorrectly ruling it inadmissible rather than addressing the manufacturer's liability under consumer protection law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 4, 6, 5, 6, 7 of Law 2251/1994; The consumer protection law does not replace the legal framework regulating consequences of defective goods sales but establishes producer liability for unsafe products, and the lower court erred by rejecting a claim as inadmissible without investigating the substantive basis of the action.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1420 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1420/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Η., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κατρά, ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 και την 141/2020 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "………", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "………..", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κεραμάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2746/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5670/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 2 και 4 στοιχείο α', 6 παρ.1, 5 και 6, 7 παρ.1 και 2 του ν.2251/1994, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 3587/2007 και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι τα παραγωγικά αίτια της ένδικης έννομης σχέσης συντελέστηκαν προ της θέσης σε ισχύ του νόμου αυτού (ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 223/2002), σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από την χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή.
Η έννοια του καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.4 εδ.α' του ν.2251/1994 είναι ευρεία, καθώς καταλαμβάνει, κατά το γράμμα του, κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση, για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική. Ελαττωματικό είναι όχι το προϊόν που έχει ελαττώματα ή στερείται των συμφωνημένων ιδιοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 534 ΑΚ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτό τίθεται σε κυκλοφορία και του χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε.
Η ως άνω θεσπισθείσα με τον ν.2251/1994 ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθρο 14 παρ.5 ν.2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση.
Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του άρθρο 6 του ν.2251/1994, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται στο ελάττωμα του προϊόντος του (παρ.1) και απαλλάσσεται, αν αποδείξει τη συνδρομή ορισμένων αρνητικών προϋποθέσεων (παρ.8). (ΑΠ 1343/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ.2 εδ.α' ν.2251/1994, "Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα", ενώ ως παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρείται και ο εισαγωγέας, σύμφωνα με την παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου που ορίζει ότι "Όποιος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας ευθύνεται όπως ο παραγωγός".
Σημειώνεται εδώ ότι, κατά το άρθρο 3 παρ.1 και 2 της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1985 "για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων", η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο αρχικά με την Β 7535/1077/31.3.1988 Κοινή Υπουργική Απόφαση, στη συνέχεια με το ν. 1961/1991 και τέλος με το ν.2251/1994 "1.
Ως "παραγωγός" θεωρείται ο κατασκευαστής ενός τελικού προϊόντος, ο παραγωγός κάθε πρώτης ύλης ή ο κατασκευαστής ενός συστατικού καθώς και κάθε πρόσωπο του εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή κάθε άλλο διακριτικό του σημείο. 2. Με την επιφύλαξη της ευθύνης του παραγωγού, οποιοσδήποτε εισάγει στην Κοινότητα ένα προϊόν για πώληση, μίσθωση, leasing ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διανομής στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας, θεωρείται ως παραγωγός του κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας και υπέχει ευθύνη παραγωγού.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι κατά πλάσμα δικαίου, ως παραγωγός θεωρείται και ο εισαγωγέας, το πρόσωπο δηλαδή το οποίο με σκοπό την πώληση, εκμίσθωση leasing ή άλλης μορφής διάθεση στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εισάγει ένα προϊόν στην Κοινότητα από τρίτη χώρα και κατά συνέπεια, όποιος διακινεί προϊόντα μεταξύ των κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευθύνεται μόνο ως προμηθευτής.
ΑΠ 499/2017, ΑΠ 1375/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.
Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.
Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 499/2017, ΑΠ 575/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (Ολ.
ΑΠ 12/2000) (ΑΠ 257/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: Ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων, μετά του υιού του δεύτερου ενάγοντος Μ.
Σ.- Κ., άσκησαν την από 30.5.2008 αγωγή, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων "…" και …ΑΕ", της τελευταίας εκ των οποίων είχε τροποποιηθεί ήδη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η επωνυμία της σε "…", με την οποία ιστορούσαν τα εξής: Ότι με την από 18.7.2006 σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας, ο πρώτος ενάγων (ήδη αναιρεσείων) αγόρασε από τη δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο τύπου ... μάρκας ..., εισαγωγής της πρώτης εναγομένης εταιρείας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) αντί τιμήματος 11.625 ευρώ. Ότι το αυτοκίνητο παραδόθηκε στις 19.7.2006 και στις 29.11.2006, ενώ το οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων, υιός του πρώτου, προκλήθηκε το περιγραφόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο δεν ενεργοποιήθηκε το υπάρχον σύστημα αερόσακων και συνεπεία του οποίου το ως άνω αυτοκίνητο υπέστη ζημίες, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείτο το ποσό των 3.457,57 ευρώ, πλέον 476,58 ευρώ για την αντικατάσταση των δομικών μερών του αυτοκινήτου, ενώ ο δεύτερος ενάγων υπέστη σωματική βλάβη.
Ότι η αναφερόμενη στην αγωγή έκθεση εκτίμησης υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης και οι περιγραφόμενες σ' αυτήν εργασίες επισκευής έρχονταν σε αντίθεση με προηγηθείσα επιστολή της πρώτης εναγομένης στον πρώτο ενάγοντα, στην οποία υπήρχε ο ισχυρισμός ότι κατά το προαναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα δεν ενεργοποιήθηκε το σύστημα των αερόσακων, διότι δεν υπήρξε διαμήκης παραμόρφωση των δομικών μερών του οχήματος.
Ότι περαιτέρω, λόγω της απώλειας εμπιστοσύνης του πρώτου ενάγοντος στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ζήτησε την αντικατάστασή του από τη δεύτερη εναγόμενη, λόγω όμως της άρνησης της τελευταίας αλλά και της αδιαφορίας που επέδειξε η πρώτη εναγομένη, ζήτησε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, την οποία και διενήργησε ο μηχανολόγος μηχανικός Ε.
Κ., ενώ απευθύνθηκε και στο Υπουργείο Ανάπτυξης, μετά δε τις ενέργειές του αυτές και λόγω των συστάσεων της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή συναντήθηκε με την υπεύθυνη του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών της πρώτης εναγομένης- στις αρχές Απριλίου 2008-η οποία δεν του πρότεινε λύση του προβλήματος αλλά του είπε "Εμείς έχουμε πάρα πολύ καλούς δικηγόρους και τα δικαστήρια στην Ελλάδα είναι θέμα εντυπώσεων.
Κάντε ότι θέλετε". Ότι οι εναγόμενες, η πρώτη, ως εισαγωγέας και η δεύτερη, ως πωλήτρια, όφειλαν και μπορούσαν να γνωρίζουν την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, καθώς διαθέτουν την τεχνογνωσία, το προσωπικό και τον εξοπλισμό, που απαιτείται για τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων, καθώς και ότι με πρόθεση επιδίωξαν να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν στο πρώτο ενάγοντα- αγοραστή, την πεπλανημένη αντίληψη, αναφορικά με το ελάττωμα του πράγματος, ενώ επιπροσθέτως τον εξαπάτησαν, κατ' επανάληψη, ως προς το πρόβλημα που προέκυψε, ισχυριζόμενες ότι οι αερόσακοι δεν άνοιξαν διότι δεν υπήρξε διαμήκης παραμόρφωση των δομικών μερών του ατυχήματος, τον ενέπαιξαν, τον απείλησαν και τον εκφόβισαν, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά του.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο πρώτος ενάγων (αναιρεσείων) ζήτησε, να υποχρεωθούν σε ολόκληρο η καθεμιά, να του καταβάλουν, με βάση τις διατάξεις που αφορούν την πώληση, την αδικοπραξία και την προσβολή προσωπικότητας, ως αποζημίωση τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται να του καταβάλουν, η καθεμία εις ολόκληρο, το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία που του προξένησαν οι εναγόμενες με όλες τις περιγραφόμενες στο ιστορικό πράξεις ή παραλείψεις των ιδίων ή των προστηθέντων τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2746/2015 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή και ως προς τους δύο ενάγοντες, ειδικότερα δε, καθό μέρος ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, κατά τις κάτωθι διακρίσεις, ήτοι α) το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμο, διότι με βάση τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, β) ορισμένα κονδύλια (έξοδα προέγκρισης δανείου, διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και μίσθωσης ταξί), ως μη νόμιμα, διότι δεν συνδέονται αιτιωδώς με την ελαττωματικότητα των αερόσακων και γ) κατά τα λοιπά, ως ουσία αβάσιμη.
Ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης από τον πρώτο ενάγοντας (ήδη αναιρεσείοντα), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5670/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αρχικά, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, εξέτασε αυτεπαγγέλτως το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα της αγωγής και έκρινε: Α) ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, ότι αυτή (αγωγή) είναι ορισμένη και νόμιμη μόνο κατά τη βάση που εδράζεται στις διατάξεις περί πώλησης και μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, ενώ, αντίθετα, έκρινε απαράδεκτη αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτής, δεδομένου ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, πωλήτρια του φερόμενου ως ελαττωματικού αυτοκινήτου τυγχάνει η δεύτερη εναγόμενη, με την οποία και μόνον συνδέεται συμβατικά ο πρώτος ενάγων, δεχόμενο, περαιτέρω, εκ των αγωγικών αιτημάτων που συναρτώνται με την ανωτέρω βάση της αγωγής, νόμιμο μόνο το αίτημα της επιδίκασης αποζημίωσης που συνίσταται στη διαφορά της αξίας του αυτοκινήτου χωρίς ελάττωμα και με το ελάττωμα και μη νόμιμα τα λοιπά αιτήματα (έξοδα προέγκρισης δανείου, διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και μίσθωσης ταξί), λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας, Β) ως προς την βάση της αγωγής που ερείδεται στο ν.2251/1994, ότι είναι αυτή αόριστη ως προς την πρώτη εναγομένη, διότι δεν ιστορείται η χώρα από την οποία εισήχθη το αυτοκίνητο, δοθέντος ότι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της ευθύνης του εισαγωγέα είναι η εισαγωγή του ελαττωματικού πράγματος από χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και επομένως εκείνος που εισάγει προϊόν στην ημεδαπή από άλλη χώρα της Κοινότητας δεν ευθύνεται κατά τις ως άνω διατάξεις για ζημία που προκαλείται λόγω ελαττώματος του προϊόντος αυτού, και επίσης (ότι η βάση αυτή) δεν είναι μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη, διότι η τελευταία, ως προμηθεύτρια προϊόντος εισαγωγής, ευθύνεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι είναι άγνωστη η ταυτότητα του εισαγωγέα, σύμφωνα δε με τα ιστορούμενα στην αγωγή, η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι γνωστή, αφού υπό την ιδιότητα του εισαγωγέα ενάγεται η πρώτη εναγομένη, από την οποία προμηθεύεται αυτοκίνητα η δεύτερη και Γ) ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ότι αυτή είναι μη νόμιμη, καθόσον τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν είναι ικανά, στην προκειμένη περίπτωση, να θεμελιώσουν αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, συνιστάμενη σε απάτη, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής πρόσθετων πραγματικών στοιχείων, τα οποία, μαζί με συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας και συγκεκριμένα τη απάτης και ειδικότερα "δεν εκτίθεται υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μετέβη στον ενάγοντα, με την οποία (συμπεριφορά) αυτές με πρόθεση επιδίωκαν να παράγουν, ενισχύσουν ή διατηρήσουν πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στον ενάγοντα, αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος του πράγματος, ούτε με ποιο τρόπο οι εναγόμενες, δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, εξαπάτησαν τον ενάγοντα, είτε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετάβασης του κινδύνου, είτε και σε μεταγενέστερα της συντελεσθείσης πωλήσεως, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων.
Επιπλέον, δεν εκτίθενται περιστατικά, που να στοιχειοθετούν απειλή, κατά την έννοια του νόμου ή προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αφού και αληθή υποτιθέμενα όσα διημείφθησαν μεταξύ του ενάγοντος και της προστηθείσας της πρώτης εναγομένης, (προϊσταμένης πελατείας) απηχούν τις προσωπικές αντιλήψεις της εν λόγω κυρίας για τον τρόπο που απονέμεται η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα και δεν συνιστούν απειλή ή εκφοβισμό του πρώτου ενάγοντος ή περιφρόνηση προς το πρόσωπό του.
Ομοίως δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του το γεγονός ότι οι εναγόμενες, εμμένοντας στη βασιμότητα των δικών τους θέσεων, ότι δηλαδή δεν υφίσταται ελάττωμα, δεν έστερξαν στην ικανοποίηση του αιτήματος του ενάγοντος, για αντικατάσταση του πωληθέντος αυτοκινήτου". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικά ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την βάση της αγωγής που στηρίζεται στο ν.2251/1994 κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή η χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία εισήγαγε αυτή το επίδικο αυτοκίνητο, ώστε να θεμελιωθεί η ευθύνη της ως εισαγωγέα κατ' άρθρ. 6 παρ.3 ν.2251/1994.
Ωστόσο, σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη, αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο της ευθύνης του εισαγωγέα, κατά το άρθρο 6 του ν.2251/1994 περί ευθύνης του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα, είναι να εισάγει αυτός, προκειμένου να θεωρηθεί κατά πλάσμα του νόμου παραγωγός, στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, με σκοπό την πώληση, εκμίσθωση leasing, ή άλλης μορφής διάθεση, ένα προϊόν στην Κοινότητα από τρίτη χώρα, ενώ αυτός που διακινεί προϊόντα μεταξύ κρατών- μελών της Ε.Ε.
ευθύνεται ως προμηθευτής. Ως εκ τούτου για το ορισμένο της αγωγής που επιχειρεί να θεμελιώσει ευθύνη στον εισαγωγέα, κατά το άρθρο 6 του ν.2251/1994, για ελαττωματικό προϊόν, απαιτείται η ειδική αναφορά σ' αυτήν, ότι το επίδικο προϊόν, που φέρεται ελαττωματικό, εισήχθη στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτη χώρα. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο τα αντίθετα διαλαμβάνων ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι η ανωτέρω κρίση του Εφετείου περί απαραδέκτου της βάσης της αγωγής, αντιφάσκει με την αμέσως ακόλουθη κρίση του περί απόρριψης της ίδιας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμη και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς της συγκεκριμένης βάσης της αγωγής και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα περί αυτής.
Επιπλέον, με τον ως άνω πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο όφειλε να διερευνήσει, δεδομένης της δήθεν αοριστίας της αγωγής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και εφόσον δεν γινόταν επίκληση από τον ίδιο κάποιου άλλου προσώπου ως εισαγωγέα, εάν ήταν γνωστός στον ίδιο ο πραγματικός εισαγωγέας ή εάν αυτός γνωστοποιήθηκε στον ίδιο από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ώστε να κρίνει τη συνδρομή ευθύνης με βάση το ν.2251/1994, με το τρόπο δε αυτό υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.6 του ν.2251/1994, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται κατά τρόπο ορισμένο η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού μόνη η αναφορά ότι έπρεπε το Εφετείο να διερευνήσει, μετά την αοριστία της βάσης της αγωγής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, εάν ήταν γνωστός στον ίδιον ο πραγματικός εισαγωγέας ή εάν αυτός του γνωστοποιήθηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν καθιστά ορισμένο το λόγο της αίτησης για την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 6 παρ.4 του ν.2251/1994.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ήδη κριθέντων παραδεκτών και νόμιμων αιτημάτων της αγωγής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά τον ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "... Η πρώτη εναγομένη είναι αποκλειστικός εισαγωγέας και διανομέας των προϊόντων ..., αυτοκινήτων καθώς και αναταλλακτικών αυτών στη Ελλάδα.
Εφαρμόζει δε ένα σύστημα ποσοτικής και ποιοτικής επιλεκτικής διανομής προϊόντων, διανέμοντας αυτά μέσω ανεξάρτητων, οι οποίοι αγοράζουν τα προϊόντα ... στο όνομά τους και για λογαριασμό τους και εν συνεχεία τα μεταπωλούν σε τρίτους και παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής. Ως εκ τούτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που δημιουργούνται από τις πωλήσεις σε τρίτους, γεννώνται στο πρόσωπό τους και επ' ουδενί θεωρούνται αντιπρόσωποι της πρώτης εναγομένης.
Τέτοιος συνεργάτης είναι και η δεύτερη εναγομένη, η οποία υπό την προηγούμενη επωνυμία της ("........") έχει συνάψει με την πρώτη εναγομένη το από …. ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ορίστηκε εξουσιοδοτημένος έμπορος ... με σκοπό την αγορά, μεταπώληση και παροχή υπηρεσιών σε σχέση με τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης.
Βάσει ρητού συμβατικού όρου του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η σχέση μεταξύ των εναγομένων είναι σχέση ανεξάρτητων συμβαλλομένων, η δε δεύτερη εναγομένη (Έμπορος) και οι υπάλληλοι, πράκτορες ή αντιπρόσωποι αυτής δεν αποτελούν ούτε θα εμφανίζονται υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, πράκτορα ή αντιπροσώπου της πρώτης εναγομένης ή του Κατασκευαστή για οποιονδήποτε λόγο...........
Η δεύτερη εναγομένη, στο πλαίσιο της δικής της επιχειρηματικής δραστηριότητας και δυνάμει της από 18.07.2006 σύμβασης πωλήσεως, πώλησε και παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα, το με αριθμό κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας ..., τύπου ........ αντί τιμήματος 11.625 ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου πιστώθηκε, με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας από την πωλήτρια και ούτως ο πρώτος ενάγων τυγχάνει κάτοχος αυτού.........
Το επίδικο αυτοκίνητο διέθετε εκ κατασκευής εμπρόσθιους και πλευρικούς αερόσακους, καθώς και προεντατήρες ζωνών ασφαλείας. Σύμφωνα με το βιβλίο οδηγιών χρήσης του οχήματος, οι μπροστινοί αερόσακοι ασφαλείας SRS (Πρόσθετο σύστημα συγκράτησης) είναι σχεδιασμένοι να παρέχουν στον οδηγό και στον συνοδηγό πρόσθετη ασφάλεια, πέρα από εκείνη της ζώνης ασφαλείας, σε περίπτωση δε μίας σφοδρής μετωπικής σύγκρουσης, λειτουργούν μαζί με τις ζώνες ασφαλείας για να εμποδίσουν ή να ελαχιστοποιήσουν τον τραυματισμό και να μειώσουν την πιθανότητα άμεσης πρόσπτωσης του κεφαλιού ή του στέρνου στο εσωτερικό του αυτοκινήτου.
Ο μπροστινός αερόσακος είναι σχεδιασμένος να ενεργοποιείται σε μία μπροστινή μετωπική σύγκρουση και μάλιστα εντός συγκεκριμένης γραμμοσκιασμένης επιφάνειας, που απεικονίζεται στο εν λόγω βιβλίο, αν η σφοδρότητα της σύγκρουσης είναι πάνω από τα προκαθορισμένα όρια, συγκρινόμενη με μία σύγκρουση περίπου 25 Km/h, όταν γίνεται ευθεία με μία σταθερή μπαριέρα, η οποία δεν μετακινείται ή δεν παραμορφώνεται.
Αν η σφοδρότητα της σύγκρουσης είναι κάτω από το προαναφερθέν όριο, οι μπροστινοί αερόσακοι μπορεί να μην λειτουργήσουν. Αντίθετα, το σύστημα των μπροστινών αερόσακων δεν είναι σχεδιασμένο για να παρέχει προστασία σε πλάγιες ή οπίσθιες συγκρούσεις ή σε ανατροπή του οχήματος ή σε μετωπικές συγκρούσεις με πολύ χαμηλή ταχύτητα (σ. 46- 48 του βιβλίου οδηγιών χρήσης).
Οι δε πλαϊνοί αερόσακοι ασφαλείας ενεργοποιούνται σε περίπτωση σφοδρής πλευρικής σύγκρουσης, ενώ μπορεί να μην ενεργοποιηθούν αν το αυτοκίνητο εμπλακεί σε μία σύγκρουση υπό γωνία από το πλάι ή μία σύγκρουση σε μία πλευρά του αμαξώματος του, εκτός της καμπίνας των επιβατών. Το εν λόγω σύστημα δεν είναι σχεδιασμένο για να παρέχει προστασία σε πλάγιες ή οπίσθιες συγκρούσεις ή σε ανατροπή του οχήματος ή σε μετωπικές συγκρούσεις με πολύ χαμηλή ταχύτητα (σ. 56- 58 του βιβλίου οδηγιών χρήσης, με σχετικές απεικονίσεις).
Ομοίως, οι προεντατήρες των ζωνών ασφαλείας είναι σχεδιασμένοι να ενεργοποιηθούν κατά τη διάρκεια μίας σφοδρής μετωπικής σύγκρουσης (σ. 42 του βιβλίου οδηγιών χρήσης). Εξάλλου, προειδοποιητικές λυχνίες ενημερώνουν τον οδηγό για τη μη ορθή λειτουργία του ανωτέρω συστήματος, ενόψει του ότι υπό κανονικές συνθήκες η λυχνία σβήνει μετά την πάροδο 6 δευτερολέπτων, αφότου ανάψει.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 29.11.2006, το ανωτέρω αυτοκίνητο, με οδηγό τον Μ. Σ. (μη διάδικο στην κατ' έφεση δίκη), ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα. Πλέον ειδικότερα, ο Μ. Σ., παραβιάζοντας υφιστάμενη, στην πορεία του, πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ), εξήλθε από την ..., με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του κινούμενου, επί της οδού…., με κατεύθυνση προς Λεωφ.
…., με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, που οδηγούσε η Β. Μ., η οποία επέπεσε με το εμπρόσθιο, δεξιό μέρος του οχήματος της στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του πρώτου ενάγοντος... Συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, αμφότερα τα εμπλεκόμενα οχήματα υπέστησαν υλικές ζημίες, ο δε Μ. Σ. υπέστη κάκωση αυχένα, χωρίς οστική ή νευρολογική βλάβη, και του συνεστήθη αυχενικό κολλάρο...
Ο ενάγων παραπονείται ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι αερόσακοι κατά τη σύγκρουση, εν αντιθέσει μάλιστα, -σύμφωνα πάντα με τις επισημάνσεις του ενάγοντος, με το όχημα της Β. Μ., του οποίου οι αερόσακοι λειτούργησαν. Η σύγκριση με το έτερο, εμπλεκόμενο στο ατύχημα, όχημα είναι τουλάχιστον απρόσφορη, αφενός, διότι πρόκειται για άλλου τύπου όχημα (…), και αφετέρου, διότι το έτερο όχημα ήταν εν κινήσει και προσέκρουσε στο ευρισκόμενο εν στάση όχημα, που οδηγούσε ο Μ.
Σ., το οποίο, ως εκ τούτου, είχε μηδενική ταχύτητα... Μετά το ατύχημα, το αυτοκίνητο του ενάγοντος μεταφέρθηκε σε χώρο φύλαξης της δεύτερης εναγομένης, όπου έγινε εκτίμηση των ζημιών. Συγκεκριμένα, τα βλαβέντα μέρη είναι: εμπρόσθιος προφυλακτήρας, βάση εμπρόσθιου προφυλακτήρα, μάσκα διακοσμητική, κάθετη κολώνα και κλειδαριά καπό, εμπρόσθιο καπό, άνω τραβέρσα, κάτω τραβέρσα προφυλακτήρα, εμπρόσθια φτερά, εμπρόσθιο σασί, εμπρόσθιος μεταλλικός θόλος, φανοί.
Σύμφωνα με τον εκτιμητή της δεύτερης εναγομένης, το κόστος επισκευής του αυτοκινήτου ανέρχεται σε 3.457,57 ευρώ (ανωτέρω αναφερόμενα ανταλλακτικά και εργασίες, πλην σασί και εμπρόσθιου θόλου), πλέον ποσού 476,58 ευρώ, που αφορούσε το σασί και τον εμπρόσθιο θόλο..... Ακολούθως, ο ενάγων απευθύνθηκε στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών της πρώτης εναγομένης, παραπονούμενος για το γεγονός ότι δεν άνοιξαν οι αερόσακοι, ζήτησε δε τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου...
Πράγματι, την 19.12.2006 διενεργήθηκε τεχνικός έλεγχος από τον Γ. Κ., τεχνικό σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, ο οποίος δεν διαπίστωσε βλάβη στο σύστημα λειτουργίας των αερόσακων ή των προεντατήρων των ζωνών ασφαλείας, δεδομένου ότι και η ενδεικτική λυχνία στο καντράν οργάνων έσβηνε έξι δευτερόλεπτα μετά το άνοιγμα του διακόπτη ανάφλεξης, που σημαίνει ότι το σύστημα είναι σε λειτουργία.
Ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος αποδίδει τη μη ενεργοποίηση του συστήματος στο γεγονός ότι δεν υπήρξε σφοδρή μετωπική σύγκρουση... Η πρώτη εναγομένη ενημέρωσε σχετικώς τον ενάγοντα, με την από 21.12.2006 επιστολή, στην οποία αναφέρεται επί λέξει ότι "κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης, δεν υπήρχαν οι συνθήκες ενεργοποίησης του συστήματος (ούτε των προεντατήρων των ζωνών αλλά ούτε και των αερόσακων) εφόσον δεν υπάρχει διαμήκης παραμόρφωση των δομικών μερών του οχήματος" (βλ.
επιστολή της προϊσταμένης επικοινωνίας πελατών της πρώτης εναγομένης). Η σχετική αναφορά αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης από τον ενάγοντα, ο οποίος υποστηρίζει ότι έρχεται σε ευθεία αντίφαση με το γεγονός ότι τα μέρη, που έπρεπε να αντικατασταθούν, αφορούσαν δομικά μέρη του αυτοκινήτου και μέρος των εργασιών αφορούσε σε ζυγοστάθμιση και ευθυγράμμιση, η αντίφαση δε αυτή του προκαλεί ανησυχία για την αξιοπιστία και την ασφάλεια του αυτοκινήτου.
Γι' αυτόν τον λόγο, ο ενάγων ζήτησε την αντικατάσταση του ζημιωθέντος αυτοκινήτου με ένα άλλο μοντέλο, αίτημα το οποίο δεν ικανοποιήθηκε. Στη συνέχεια, απευθύνθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, αιτούμενος τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, η σύγκρουση δεν ήταν μετωπική, το άκρο του αριστερού ράμφους του σασί, το οποίο είναι έτσι κατασκευασμένο εργοστασιακά, ώστε να παραμορφώνεται πρώτο κατά την μετωπική σύγκρουση δεν έχει παραμορφωθεί, ενώ έχει παραμορφωθεί το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος στο ύψος της τραβέρσας και μέχρι την αρχή της πόρτας του οδηγού, η παραμόρφωση δε αυτή είναι κυρίως από αριστερά προς δεξιά, κατά τον εγκάρσιο άξονα του οχήματος, αφού διαπιστώνεται μετατόπιση του εμπρόσθιου τμήματος κατά 13 εκατοστά, ενώ υφίσταται και μικρή μετατόπιση του εμπρόσθιου αριστερού μέρους της τραβέρσας κατά τον διαμήκη άξονα του οχήματος...
Εξ όσων αναφέρθηκαν προκύπτει ότι η σύγκρουση, αφενός, δεν ήταν σφοδρή σε καμία περίπτωση, και αφετέρου, δεν ήταν μετωπική ούτε πλευρική..., αλλά υπό γωνία, και, άρα, δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης των αερόσακων, είτε των εμπρόσθιων είτε των πλευρικών, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο βιβλίο του κατασκευαστή.
Εξάλλου, τα δομικά μέρη (ράμφη) δεν έχουν υποστεί παραμόρφωση κατά τον διαμήκη άξονα, αλλά κατά τον εγκάρσιο, ήτοι πλάγια μετατόπιση από αριστερά προς τα δεξιά... Ενόψει των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω, δεν συνέτρεξαν οι συνθήκες ενεργοποίησης του συστήματος των αερόσακων και για τούτο δεν ενεργοποιήθηκαν και όχι εξαιτίας ελαττωματικότητας αυτών.
Ολίγον δε χρειάζεται να τονιστεί ότι, όσα αναφέρει ο εκκαλών, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, περί ανάκλησης των οχημάτων, τύπου …., δεν αφορούν το επικαλούμενο απ' αυτόν ελάττωμα, αλλά το γυαλί της οπίσθιας πόρτας, που δεν έχει κολληθεί σωστά......... Ομοίως, η διενέργεια προληπτικού ελέγχου οχημάτων του ιδίου τύπου δεν αφορά το σύστημα αερόσακων, αλλά δυσλειτουργία του πεντάλ του γκαζιού......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας, κατά το μέρος αυτό, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη την αγωγή του, κατά τη βάση της πώλησης, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 534, 535, 537, 297, 298 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 6 και 7 του ν.2251/1994, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν συντρέχουν, στην προκείμενη περίπτωση, οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή δεν συνέτρεξαν οι συνθήκες ενεργοποίησης του συστήματος των αερόσακων και ότι αυτός ήταν ο λόγος, που αυτοί δεν ενεργοποιήθηκαν και όχι εξ αιτίας ελαττωματικότητας αυτών, αναφέροντας συγκεκριμένα τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή κατωτέρω παραδοχές, ήτοι:
α) τις τεχνικές προδιαγραφές του επίδικου πωληθέντος στον αναιρεσείοντα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου και ειδικά ότι κατά το βιβλίο χρήσης του οχήματος, οι μπροστινοί αερόσακοι είναι σχεδιασμένοι να παρέχουν πρόσθετη ασφάλεια πέρα εκείνης της ζώνης ασφάλειας, ενώ ο μπροστινός αερόσακος είναι σχεδιασμένος να ενεργοποιείται σε μια μπροστινή μετωπική σύγκρουση και μάλιστα εντός γραμματοσκιασμένης επιφάνειας, που απεικονίζεται στο βιβλίο, αν η σφοδρότητα της σύγκρουσης είναι πάνω από τα προκαθοριζόμενα όρια, συγκρινόμενη με μία σύγκρουση περίπου 25 Km/h, όταν γίνεται ευθεία σε μία σταθερή μπαριέρα, η οποία δεν μετακινείται ή δεν παραμορφώνεται, ενώ αν η σφοδρότητα της σύγκρουσης είναι κάτω από το προαναφερθέν όριο, οι αερόσακοι μπορεί να μην ενεργοποιηθούν και δεν είναι σχεδιασμένοι να παρέχουν προστασία σε πλάγιες ή οπίσθιες συγκρούσεις ή σε ανατροπή του οχήματος ή σε μετωπικές συγκρούσεις με πολύ χαμηλή ταχύτητα, καθώς, επίσης, ότι οι πλευρικοί αερόσακοι ενεργοποιούνται σε περίπτωση σφοδρής πλευρικής σύγκρουσης, ενώ μπορεί να μην ενεργοποιηθούν αν εμπλακεί σε μία σύγκρουση υπό γωνία από το πλάι ή σε μία σύγκρουση σε μια πλευρά του αμαξώματος του εκτός της καμπίνας του οδηγού, β) τις συνθήκες της σύγκρουσης των οχημάτων, σύμφωνα με τις οποίες το εν λόγω αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο υιός του αναιρεσείοντος Μ.
Σ., εξήλθε της οδού, όπου εκινείτο, και παρεμβλήθηκε στην πορεία του ετέρου αυτοκίνητου, το οποίο επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του εν στάση ευρισκομένου αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, χωρίς να ενεργοποιηθούν οι αερόσακοι, γ) ότι η σύγκρουση αφενός δεν ήταν σφοδρή και αφετέρου δεν ήταν μετωπική ούτε πλευρική, αλλά υπό γωνία, επί πλέον δε, τα δομικά μέρη (ράμφη) δεν έχουν υποστεί παραμόρφωση κατά τον διαμήκη άξονα, αλλά κατά τον εγκάρσιο, ήτοι πλάγια μετατόπιση από αριστερά προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να μη συντρέξουν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης των αερόσακων, είτε των εμπρόσθιων είτε των πλευρικών, κατά εκτιθέμενα στο βιβλίο του κατασκευαστή, και δ) ότι δεν διαπιστώθηκε βλάβη στο σύστημα λειτουργίας των αερόσακων και προεντατήρων των ζωνών ασφαλείας, δεδομένου ότι και η ενδεικτική λυχνία το καντράν οργάνων του αυτοκινήτου έσβηνε έξι δευτερόλεπτα μετά το άνοιγμα του διακόπτη ανάφλεξης, που δηλώνει ότι το σύστημα είναι σε λειτουργία.
Επομένως, ο τέταρτος, κατά το οικείο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι "τα δομικά μέρη (ράμφη) δεν έχουν υποστεί παραμόρφωση κατά τον διαμήκη άξονα, αλλά κατά τον εγκάρσιο, ήτοι πλάγια μετατόπιση από αριστερά προς τα δεξιά", δέχεται, επίσης, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι "υφίσταται και μικρή μετατόπιση του εμπρόσθιου αριστερού μέρους της τραβέρσας κατά τον διαμήκη άξονα του οχήματος", είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενης επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον μόνον η πρώτη από τις ανωτέρω παραδοχές αποτελεί παραδοχή του δικαστηρίου, που υποστηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα, ενώ η τελευταία φράση αποτελεί μεταφορά του περιεχομένου της διενεργηθείσας από το Τεχνικό Επιμελητήριο πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς η προβαλλόμενη αντίφαση δεν αναφέρεται στις αιτιολογίες της απόφασης, αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και του εξ αυτών συμπεράσματος του δικαστηρίου.
Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία.
Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (Ολ ΑΠ 969/1973).Επομένως, η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος δεν ιδρύει, καθεαυτή, ευθύνη από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση δεν αποτελεί πράξη παράνομη.
Όταν όμως συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που μαζί με τη συμβατική παράβαση συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό κατά το άρθρο 914 ΑΚ για την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, τότε πρόκειται για σώρευση αξιώσεων, για παράβαση της σύμβασης και από αδικοπραξία, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν παράλληλα, όχι όμως να ικανοποιηθούν και οι δύο, γιατί η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη χωρίς αντικείμενο.
Έτσι, σε περίπτωση πώλησης, εφόσον συντρέχουν, κατά τα ως άνω, πρόσθετα στοιχεία, μπορεί να ασκηθεί μόνο η από αδικοπρακτική ευθύνη αξίωση, δεδομένου ότι αυτή έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, έναντι της συμβατικής, χωρίς να έχει ως προϋπόθεση τη σύμβαση. Με τα δεδομένα αυτά, η εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται όταν το ελαττωματικό κλπ πράγμα προκάλεσε ζημία σε άλλα πράγματα και προστατευόμενα έννομα αγαθά (υλικά ή ηθικά) του αγοραστή.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται : α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη.
Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου.
Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση του παραγωγού-εισαγωγέα, καθώς και του πωλητή αυτοκινήτων, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα προϊόντα αυτά, στα οποία (μέτρα) περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητας αυτών και η υποχρέωση πληροφορήσεως των χρηστών.
Η υπαίτια δε παράλειψη των υποχρεώσεων αυτών γεννά, εφόσον επήλθε ζημία αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτήν, υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ (ΑΠ 983/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον βασικό αγωγικό ισχυρισμό και βάση της αγωγής του περί αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσίβλητων, λόγω παράβασης των κανόνων καλής πίστης και της υποχρέωσής τους να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του από εγγενείς κινδύνους πρόκλησης βλάβης, που τυχόν περιέχονταν στο πωλούμενο αυτοκίνητο, στα οποία περιλαμβάνεται ο έλεγχος ελαττωματικότητάς του και η υποχρέωση πληροφόρησής του, αλλά εσφαλμένα θεώρησε ότι περιόριζε την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων μόνο στην απόπειρα εξαπάτησής του, με αποτέλεσμα την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, ο αναιρεσείων δεν θεμελίωσε την αδικοπρακτική βάση της αγωγής του στην παράβαση της καλής πίστης, με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, αλλά επικαλέστηκε μόνον περιστατικά απάτης και απειλής, ενώ ούτε και με την έφεσή του προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό, καίτοι η ως άνω βάση της αγωγής, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά (απάτης και απειλής) είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., είναι προεχόντως απαράδεκτος (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ανεξαρτήτως αυτού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή του αναιρεσείοντος περιστατικά, που επιχειρούν να στηρίξουν ευθύνη των αναιρεσίβλητων στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και ουδόλως θεώρησε ότι περιόρισε ο αναιρεσείων την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων μόνο στην απόπειρα εξαπάτησης, έκρινε δε ότι τα επιπρόσθετα, πέραν της ενδοσυμβατικής ευθύνης για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος αυτοκινήτου, επικαλούμενα περιστατικά, δεν θεμελιώνουν ευθύνη από αδικοπραξία, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπαιτιότητας και του παράνομου της επικαλούμενης συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα παραδεκτώς προταθέντα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 322/2011).
Με τους δεύτερο και τέταρτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα: α) την νομίμως μεταφρασμένη εκτύπωση από την ιστοσελίδα "….", που αφορούσε το επίδικο αυτοκίνητο και το νομίμως μεταφρασμένο κείμενο του Συστήματος Ταχείας Ειδοποίησης (….) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αποδείκνυαν ότι το επίδικο αυτοκίνητο εισήχθη από την ….
και β) την από …. έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ε. Κ., από την οποία προκύπτει ότι πράγματι το αυτοκίνητο υπέστη παραμόρφωση κατά το διαμήκη άξονά του. Τα έγγραφα δε αυτά ο αναιρεσείων, νόμιμα, είχε προσκομίσει και επικαλεστεί. Ωστόσο, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που αφορά την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικά της νομίμως μεταφρασμένης εκτύπωσης από την ιστοσελίδα "….", που αφορούσε το επίδικο αυτοκίνητο και του νομίμως μεταφρασμένου κειμένου του Συστήματος Ταχείας Ειδοποίησης (….) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αποδείκνυαν ότι το επίδικο αυτοκίνητο εισήχθη από την …., είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο δεν έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της βάσης της αγωγής, που αφορά τη θεμελίωση ευθύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης ως εισαγωγέα του επίδικου αυτοκινήτου, αλλά την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και δεν προέβη στην έρευνα των πραγματικών περιστατικών.
Ακολούθως, ως προς τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, που αφορά την από 10.8.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση: "Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, την υπ' αρθ.
…ένορκη βεβαίωση του Μ. Σ., ενώπιον το Ειρηνοδίκη …. και τις υπ' αριθ. …. ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Φ. και Ε. Β., αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ........ καθώς και από όλα τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και φωτογραφίες, που δεν αμφισβητείται η γνησιότητά τους, για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται ουδέν για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως....", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), στην οποία γίνεται ειδική μνεία της εν λόγω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και δεν την αγνόησε.
Επομένως, ο κατά το οικείο σκέλος του, τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν.3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος" δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 424/2021, ΑΠ 399/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.6.2020 αίτηση του Π. Σ. για αναίρεση της 5670/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ