Supreme Court dismisses labor dispute appeal regarding wage calculation errors and set-off defenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the labor court's final judgment on wage disputes. The appellant argued the lower court ignored specific set-off defenses and failed to address a 12% health allowance claim, but the court found these arguments procedurally flawed or legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 440 et seq. of the Civil Code; Article 591 of the Code of Civil Procedure: The court must examine set-off defenses raised in the original suit, and a first-time appeal regarding a violation of the principle of equal treatment is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1420 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1420/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Αθανάσιο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Σακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2011 αγωγή και την από 9/12/2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1973/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5664/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ήδη αναιρεσείων με την από 3/2/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 3-2-2019 (γενικός αριθμός καταθέσεως 1845/20-2-2019 και ειδικός αριθμός κατάθεσης 148/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ.5664/18-12-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δίκασε την από 30-11-2015 (με αριθμό καταθέσεως 60/2016) έφεση του εκκαλούντος- ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης με αριθμό 1973/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη με αριθμό 1973/215 απόφαση, απορρίφθηκαν οι συνκεδικασθείσες από 27-7-2011 (αρ. κατ.142955/4459/2011) και από 9-12-2014 (αρ. κατ.141452/4808/2014) αγωγές του αναιρεσείοντος για εργατικές αξιώσεις. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠΟΛΔ). ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων, με την από 27-7-2011 (με αριθμό κατάθεσης 4459/2011) αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, ότι στις 24.1.1992 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Τ. Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια μετατράπηκε σε αορίστου, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου με το βαθμό του δόκιμου λογιστή και από την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στη μηχανογράφηση αυτής (εναγόμενης) στη Διεύθυνση Συστημάτων Πληροφορικής.
Ότι έκτοτε εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Λογιστή Α', τον οποίο κατέχει από 1.7.2003, ενώ παράλληλα κατέχει τον εσωτερικό βαθμό του Προϊσταμένου Αναλυτή Α' με δικαίωμα Β' υπογραφής. Ότι στις 25.10.2006 υπέβαλε στην εργοδότριά του αίτηση μετάθεσης στο υποκατάστημά της στη …για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους, πλην όμως αυτή αντί να τον μεταθέσει, τον απέσπασε αρχικά στο παραπάνω υποκατάστημα και στη συνέχεια, επικαλούμενη κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, τον απέσπασε σε άλλα υποκαταστήματά της στην …, σε διαφορετικό κλάδο από εκείνον που είχε προσληφθεί και σε θέση χαμηλότερου βαθμού από εκείνον που κατείχε, χωρίς αίτησή του και παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες του, ενώ την 1.2.2011 τον μετακίνησε με απόσπαση εκ νέου από υποκατάστημα της … σε εκείνο της … σε χαμηλότερη θέση ταμία, παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες του.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ενώ, σύμφωνα με τον κανονισμό προαγωγών της εναγόμενης, οι προαγωγές μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α' γίνονται είτε κατά αρχαιότητα είτε κατά εκλογή, η εναγόμενη, κατά τις προαγωγές του έτους 2006 προήγαγε στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη 139 ομοιόβαθμους συναδέλφους του, ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον ίδιο, αν και βρισκόταν ψηλά (7ος) στην επετηρίδα του έτους 2003, είχε ήδη από το 2002 δικαίωμα Β' υπογραφής, πολύ υψηλή βαθμολογία και ουδέποτε διώχθηκε πειθαρχικά ή βρέθηκε σε καθεστώς στασιμότητας.
Ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγόμενης, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού της, συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, αφού περιόρισε τις αποδοχές του και προκάλεσε σ' αυτόν υλική αλλά και ηθική ζημία από την κατά τα άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του.
Ότι μετά ταύτα διατηρεί σε βάρος της εναγόμενης αξιώσεις, μεταξύ άλλων, για καταβολή επιδομάτων και διαφορών επιδομάτων κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο δικόγραφο χρονικά διαστήματα αλλά και για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία, κατά τα παραπάνω υπέστη. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, επικαλούμενος την εργασιακή του σύμβαση, ζήτησε: 1) Να κριθεί παράνομη ως καταχρηστική η μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, 2) Να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2006 με ημερομηνία προαγωγής 1.1.2007 και να ασκεί τα καθήκοντα του βαθμού του σε υποκατάστημα της εναγόμενης είτε του τόπου κατοικίας του είτε της Αθήνας, άλλως αν κριθεί ότι δεν δικαιούται προαγωγής, να επανατοποθετηθεί στο βαθμό Λογιστή Α' σε θέση μηχανογράφησης και Διεύθυνσης Συστημάτων Πληροφορικής σε υποκατάστημα της εναγόμενης είτε του τόπου κατοικίας του είτε της Αθήνας, άλλως αν κριθεί ότι πρέπει να παραμείνει σε υποκατάστημα της Ναυπάκτου να τοποθετηθεί στη θέση του Διευθυντή, 3) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 96.963, 23 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και συγκεκριμένα:
α) το ποσό των 646, 78 Ευρώ για διαφορές του επιδόματος βοηθού Τμηματάρχη και Λογιστή Α' κατά το χρονικό διάσημα από 1.1.2007 μέχρι 31.7.2011, β) το ποσό των 37.697, 50 Ευρώ για επίδομα Τμηματάρχη Β', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας κατά το χρονικό διάσημα από 1.1.2008 μέχρι τον Ιούλιο 2011, γ) το ποσό των 11.644, 80 Ευρώ για διαφορές του επιδόματος Προϊσταμένου Αναλυτή Α' Προγραμματιστή, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2007 μέχρι τον Ιούλιο του 2011, δ) το ποσό των 5.103, 49 Ευρώ για διαφορές επιχειρησιακού επιδόματος μεταξύ του βαθμού του Βοηθού Τμηματάρχη και του Λογιστή Α' κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 μέχρι 31.7.2011, στ) το ποσό των 11.870, 82 Ευρώ ως οδοιπορικά έξοδα και ημερήσια διατροφή κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2009 μέχρι 28.1.2011 και ζ) το ποσό των 30.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ο ενάγων παραδεκτά στον πρώτο βαθμό μετέτρεψε σε αναγνωριστικά όλα τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής του, εκτός από το αίτημα καταβολής ποσού 11.870, 82 Ευρώ για οδοιπορικά και ημερήσια διατροφή, το οποίο ζήτησε να του επιδικασθεί καταψηφιστικά. Επίσης ο αναιρεσείων με την από 9.12.2014 (αύξ.αριθμ.κατάθ. 141452/4808/2014) αγωγή του, την οποία τιτλοφορεί ως παρεμπίπτουσα και στρέφει κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Τ. Α. Ε." ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εναγόμενης της πρώτης αγωγής "Ε. Τ. Α.Ε.", εξέθεσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την πρόσληψη, την υπηρεσιακή του εξέλιξη, την παράλειψη προαγωγής και τις αλλεπάλληλες από την εναγόμενη μετακινήσεις του και περαιτέρω ότι στις 2.9.2013 μετατέθηκε στο υποκατάστημα της εναγόμενης στο … (Αθήνα) στη Διεύθυνση Συστημάτων Πληροφορικής με το βαθμό του Λογιστή Α', όπου άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι την 1.12.2014, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, επικαλούμενος κυρίως την εργασιακή του σύμβαση και επικουρικά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 90.515, 58 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και συγκεκριμένα: α) το ποσό των 35.382, 60 Ευρώ για επίδομα Τμηματάρχη Β', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2011 μέχρι 1.12.2014, β) το ποσό των 11.620 Ευρώ για λειτουργικά έξοδα Τμηματάρχη Β', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 μέχρι 1.12.2014, γ) το ποσό των 32.495, 30 Ευρώ για διαφορές του επιδόματος Προϊσταμένου Αναλυτή Α' - Προγραμματιστή, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2011 μέχρι 1.12.2014 και δ) το ποσό των 11.017, 90 Ευρώ για ανθυγιεινό επίδομα, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 μέχρι 1.12.2014.
Ο ενάγων παραδεκτά στον πρώτο βαθμό μετέτρεψε σε αναγνωριστικά όλα τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής, εκτός από το αίτημα καταβολής του ανθυγιεινού επιδόματος κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ποσού 7.917, 96 Ευρώ, το οποίο ζήτησε να του επιδικασθεί καταψηφιστικά.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1973/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις πιο πάνω αγωγές: 1) όσον αφορά την πρώτη (κύρια) αγωγή, απέρριψε ως αόριστο το αίτημα προαγωγής του ενάγοντος στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη και τα συνδεόμενα με το αίτημα προαγωγής κονδύλια καταβολής επιδόματος Τμηματάρχη Β', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, ύψους 37.697, 50 Ευρώ, απέρριψε σιωπηρά και χωρίς αιτιολογία το αίτημα τοποθέτησης σε θέση Διευθυντή, καταβολής της διαφοράς του επιδόματος βοηθού Τμηματάρχη και Λογιστή Α', ύψους 646, 78 Ευρώ, διαφοράς επιχειρησιακού επιδόματος ύψους 5.103, 49 Ευρώ και το αίτημα καταβολής οδοιπορικών, ύψους 11.870, 82 Ευρώ, ενώ επίσης απέρριψε ως αλυσιτελές το αίτημα επανατοποθέτησης του ενάγοντος στο Λογιστικό Κλάδο σε θέση μηχανογράφησης στη Διεύθυνση Συστημάτων Πληροφορικής, λόγω της οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του την 1-12-2014.
Κατά τα λοιπά απέρριψε την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. 2) όσον αφορά τη δεύτερη (παρεμπίπτουσα) αγωγή, απέρριψε ως αόριστο το αίτημα προαγωγής του ενάγοντος στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη και τα συνδεόμενα με την επικαλούμενη παράλειψη προαγωγής κονδύλια καταβολής επιδόματος Τμηματάρχη Β', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, ύψους 35.382, 60 Ευρώ, απέρριψε σιωπηρά και χωρίς αιτιολογία το κονδύλιο καταβολής επιδόματος Τμηματάρχη B', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας, ύψους 35.382, 60 Ευρώ, καθώς και το αίτημα καταβολής λειτουργικών εξόδων Τμηματάρχη Β', ύψους 9.940 Ευρώ, ενώ απέρριψε σιωπηρά και χωρίς αιτιολογία το αίτημα καταβολής ανθυγιεινού επιδόματος, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας, ύψους 11.017, 90 Ευρώ.
Κατά τα λοιπά απέρριψε την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 30-11-2015 έφεσή του με την οποία παραπονούμενος για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων ζητούσε να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνουν δεκτές οι αγωγές του.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 5664/2017 προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη 1973/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα της πρώτης (κύριας) αγωγής περί καταβολής των οδοιπορικών εξόδων, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την από 27-7-2011 πρώτη (κύρια) αγωγή κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 4.940 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και επέβαλε στην εναγομένη μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1, 8 και 13 του Οργανισμού Προσωπικού της Ε. Τ., ο οποίος περιέχεται στην από 11.11.1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26.11.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' -τεύχος 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27.7.1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' - τεύχος 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση αφού το αντικείμενο των υπό κρίση αγωγών ανάγεται σε χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη ισχύος στις28.6.2013 του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας "Α.
ΑΕ", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, στη θέση της Ε. Τ., προκύπτει ότι οι προαγωγές του λογιστικού κλάδου στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη από εκείνον του Λογιστή Α' και άνω γίνονται μόνο κατ' εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη παραμονή στον προηγούμενο βαθμό.
Ενεργούνται δε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας ύστερα από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσής της. Στις περιπτώσεις αυτές το παραπάνω αρμόδιο όργανο αποφαίνεται κατ' ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψήφιου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο.
Σε αυτά περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων και του κοινού. Η κρίση αυτή του οργάνου της Τράπεζας, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείπεται από τις προαγωγές υπάλληλος που έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, προάγεται δε άλλος έναντι του οποίου αυτός που παραλείφθηκε υπερέχει καταφανώς κατά τα ανωτέρω προσόντα και επομένως η απόφαση του Δ.Σ.
είναι κατάφωρα άδικη. Η καταχρηστική άσκηση του προς επιλογή των υπό προαγωγή υπαλλήλων δικαιώματος του αρμοδίου Οργάνου της Τράπεζας, κατά τις προαγωγικές ετήσιες κρίσεις, απαγορεύεται και συνιστά ως παράνομη πράξη αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 914 Α.Κ. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής (ΚΠολΔ 68, 70), οπότε με την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί (άρθρο 12 Ν. 1082/1980), και την επιδίκαση αποζημίωσης από τη σε βάρος του αδικοπραξία, ήτοι την υπέρ αυτού επιδίκαση των εκ της αιτίας αυτής προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 128/2011, ΑΠ 572/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Επομένως, για να είναι ορισμένη η θεμελιούμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της Ε.
Τ. και του άρθρου 281 ΑΚ (από παράλειψη προαγωγής) αγωγή, πρέπει στο δικόγραφο αυτής να περιέχει κατά τρόπο σαφή, επαρκή και συγκεκριμένο όχι μόνο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του μη προαχθέντος ενάγοντος αλλά και εκείνα των ομοιόβαθμων συναδέλφων του, που έχουν προαχθεί και με τους οποίους ο ενάγων επιθυμεί τη σύγκριση, ώστε με βάση αυτά, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται η κατάδηλη υπεροχή του παραλειφθέντος ενάγοντος έναντι αυτών και η εντεύθεν καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ κατάφωρη αδικία.
Η αοριστία δε της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ( ΑΠ 94/2018, ΑΠ 1022/2000 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠΟΛΔ, εάν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠΟΛΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠΟΛΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής ( ΑΠ736/2020, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1120/2015, ΑΠ 167/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αγωγών, ο ενάγων για να θεμελιώσει το αίτημα του ότι η εναγομένη κατά τις κατά αρχαιότητα ή κατ` εκλογή προαγωγικές κρίσεις, όπως ισχυρίζεται, του έτους 2006 από το βαθμό του λογιστή Α, που αυτός κατείχε από το 2003, στο βαθμό του βοηθού τμηματάρχη με ημερομηνία προαγωγής 1.1.2007, παρέλειψε δια του αρμοδίου προαγωγικού της οργάνου, κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της, να τον προαγάγει στο βαθμό αυτό, αν και διέθετε τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, επικαλείται δε ότι αυτή προήγαγε 139 συναδέλφους του, μολονότι αυτός βρισκόταν στην επετηρίδα του έτους 2003 στην 7η θέση, μεταχειριζόμενη αυτόν άνισα στο θέμα της προαγωγής του σε σχέση με τους λοιπούς συναδέλφους του.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε όσον αφορά την απόρριψη ως αόριστου το αιτήματος προαγωγής του ενάγοντος από το βαθμό του λογιστή Α στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη και τα συνδεόμενα με το αίτημα προαγωγής κονδύλια καταβολής επιδόματος Τμηματάρχη Β', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2006, τα ακόλουθα:
Στην προκείμενη περίπτωση, η κύρια αγωγή, όσον αφορά το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2006 με ημερομηνία προαγωγής 1.1.2007 και να ασκεί τα καθήκοντα του βοηθού αυτού, είναι αόριστη, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και ως εκ τούτου απορριπτέα, αφού δεν περιέχει τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση (νομική) του ως άνω αιτήματος στοιχεία.
Ειδικότερα, δεν αναφέρει τα ονόματα των 139 ομοιόβαθμων συναδέλφων του, οι οποίοι αντί αυτού προήχθησαν, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τόσο του ίδιου (πλην ορισμένων στοιχείων), όσο και των άνω συναδέλφων του, από τη σύγκριση των οποίων, αληθών υποτιθέμενων, με εκείνα του ενάγοντος θα προέκυπτε η καταφανής έναντι αυτών υπεροχή του.
Συνακόλουθα, αόριστα και ως εκ τούτου απορριπτέα είναι και τα αμέσως συνεχόμενα με το πιο πάνω ως αόριστο απορριφθέν αίτημα, αιτήματα καταβολής του επιδόματος Τμηματάρχη B', συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας του στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας, ύψους 37.697, 50 Ευρώ (κύρια αγωγή) και 35.382, 60 Ευρώ (παρεμπίπτουσα αγωγή), καταβολής της διαφοράς του επιχειρησιακού επιδόματος μεταξύ του καταβλητέου του βοηθού Τμηματάρχη και του καταβληθέντος Λογιστή Α', ύψους 5.103, 49 Ευρώ (κύρια αγωγή) και καταβολής των λειτουργικών εξόδων Τμηματάρχη B', ύψους 11.620 Ευρώ (παρεμπίπτουσα αγωγή).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως αόριστα τα πιο πάνω αιτήματα (με εξαίρεση τη διαφορά επιχειρησιακού επιδόματος που απορρίφθηκε χωρίς ειδική αιτιολογία), έστω και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, δεν έσφαλε αλλά αντίθετα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα, όσον αφορά το αίτημα προαγωγής, ότι ήταν περιττή η αναφορά των ονομάτων των προαχθέντων συναδέλφων του ενάγοντος, καθώς και των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους, αφού πρόκειται για προαγωγή κατ' αρχαιότητα και όχι κατ' εκλογή, οπότε και απαιτούνται τα παραπάνω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, ασφαλώς σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρόκειται για προαγωγή κατ' εκλογήν και όχι κατ' αρχαιότητα.
Το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο απορρίπτοντας ως αόριστο το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2006 με ημερομηνία προαγωγής 1.1.2007 και τα συνεχόμενα με το αίτημα προαγωγής αιτήματα καταβολής των προαναφερομένων επιδομάτων.
Τούτο διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη οι προαγωγικές κρίσεις από το βαθμό του λογιστή Α στο βαθμό του βοηθού τμηματάρχη γίνονται, σύμφωνα με τον έχοντα ισχύ νόμου Οργανισμό Προσωπικού της Ε. Τ., που εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ` εκλογή και όχι κατά αρχαιότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, και συνακόλουθα έπρεπε ο αναιρεσείων ενάγων για το ορισμένο της αγωγής του να αναφέρει τα ονόματα των 139 συναδέλφων του, οι οποίοι αντί αυτού προήχθησαν, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τόσο του ίδιου (αναφέρει ορισμένα), όσο και των προαχθέντων συναδέλφων του, από τη σύγκριση των οποίων, αληθών υποτιθεμένων, με εκείνα του ενάγοντος θα προέκυπτε η καταφανής έναντι αυτών υπεροχή του.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης αληθώς από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ (όχι από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος, που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης για την επίτευξη των σκοπών της, ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματός του. Στο πλαίσιο της ρύθμισης των θεμάτων αυτών, δικαιούται να προσδιορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και, γενικά, τους όρους παροχής αυτής, εφόσον αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση, πάντοτε, όμως, με το βασικό περιορισμό που τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281ΑΚ, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα καταχρηστικά (ΑΠ 1134/2015).
Ο εργοδότης, στην περίπτωση που η επιχείρησή του διατηρεί περισσότερα γραφεία, καταστήματα ή εργοστάσια στον ίδιο τόπο ή σε διαφορετικούς τόπους, δικαιούται να τοποθετεί, να μεταθέτει ή και να αποσπά σε ένα από αυτά οποιονδήποτε υπάλληλό του, ειδικότερα αν τούτο επιβάλλεται για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών ανάγκων της επιχείρησης, για οικονομικοτεχνικούς λόγους ή από τη συρρίκνωση της δραστηριότητας της επιχείρησης, που έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση του γραφείου, καταστήματος ή εργοστασίου του τόπου στον οποίο υπηρετούσε ο μετατιθέμενος υπάλληλος, χωρίς αυτό να συνιστά μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής σύμβασης με την έννοια του άρθρου 7 εδ.
α` του ν. 2112/1920.Τούτο ισχύει εφόσον για την μετακίνηση λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, οι ατομικές και οι οικογενειακές του ανάγκες, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, καθώς και η δυνατότητα μετακίνησης νεότερου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προηγείται για τη μετάθεση, εκτός αν το δικαίωμα αυτό αποκλείσθηκε ή περιορίσθηκε από τη σύμβαση ή η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρο 281ΑΚ αντικειμενικά όρια (ΑΠ 1182/1999).
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του.
Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο ( ΑΠ729/2020, ΑΠ 216/2017). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ1325/2020, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 195/2015, ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 251/2008).
Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 648, 652 και 361 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του, για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν μπορεί, όμως, να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη.
Έτσι δεν μπορεί μονομερώς να υποβιβάζει τον μισθωτό με την ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων κατώτερης φύσης σε σχέση με τα προβλεπόμενα στους όρους της σύμβασης ή να προβαίνει σε δυσμενή μεταχείρισή του ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, που συνεπάγονται δυσμενείς ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του μισθωτού, συνέπειες (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015).
Επομένως, εάν ο εργοδότης προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού και στη συνέχεια καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009). .
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1, 2α του Οργανισμού Προσωπικού της Ε. Τ.: "1. Η Τράπεζα, προς κάλυψιν προσωρινών αναγκών, αποσπά υπαλλήλους εκ των Διευθύνσεων και Υπηρεσιών της Γενικής Διευθύνσεως και του Κεντρικού Καταστήματος εις τα έτερα καταστήματα και αντιστρόφως, ως επίσης από Καταστήματος εις Κατάστημα και από Υπηρεσίας εις Υπηρεσίαν εις την αυτήν ή εις άλλην πόλιν". "2α.
Αι αποσπάσεις ενεργούνται υπό της Γενικής Διευθύνσεως και δεν δύνανται να είναι χρονικής διάρκειας μεγαλυτέρας του διμήνου, δυνάμενης να παραταθεί επί ένα εισέτι μήνα εις εξαιρετικάς περιπτώσεις", ενώ σύμφωνα με το νέο σύστημα Τοποθετήσεων Μετακινήσεων - Αντικαταστάσεων της ως άνω Τράπεζας, που ισχύει από 17.11.2008 και κοινοποιήθηκε στο προσωπικό της με την 45053/2424/14.11.2008 Εγκύκλιο, παράγ.
IV.6 Προσωρινή κάλυψη θέσης έως έξι (6) μήνες: "Προκειμένου να καλυφθούν λειτουργικές ανάγκες της Τράπεζας, μπορεί να υφίσταται τοποθέτηση για διάστημα μεγαλύτερο του ενός και έως 6 μήνες". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΟΛΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετικά από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 771/2017). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ( ΑΠ958/2020, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.1 εδάφιο α ΚΠολΔ, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται, εκτός άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ336/2020, ΑΠ514/2020) Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ958/2020, ΑΠ771/2017).
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 5664/2017 προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω: "Ο εκκαλών (ενάγων) προσλήφθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εφεσίβλητη (εναγομένη) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Τ. Α. Ε." με την Κ24580/28.6.2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (ΦΕΚ 3931/1.7.2013 - τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), η οποία (απορροφώσα) υποκαταστάθηκε, ως καθολική διάδοχος, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης, ως μόνιμος υπάλληλος, εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο αυτής και τοποθετήθηκε στη μηχανογράφηση της Τράπεζας στη Διεύθυνση Συστημάτων Πληροφορικής.
Εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Λογιστή Α', τον οποίο κατέχει από 1.7.2003, ενώ από 28.11.2002 τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Α' στο Τμήμα Διαχείρισης Ροής Εφαρμογών Η/Υ στον Τομέα Λειτουργιών Ηλεκτρονικού Κέντρου στη Διεύθυνση Συστημάτων Πληροφορικής, με δικαίωμα Β' υπογραφής. Στις 25.10.2006 απέστειλε προς τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού την με ίδια ημερομηνία αίτησή του με την οποία ζητούσε τη μετάθεσή του στο κατάστημα …, επικαλούμενος σοβαρούς οικογενειακούς λόγους.
Η Τράπεζα, ανταποκρινόμενη στο αίτημα αυτό στις 6.11.2006 τον απέσπασε στο παραπάνω κατάστημα, όπου και εργάσθηκε μέχρι 7.3.2007 ως υπάλληλος και από 8.3.2007 μέχρι 24.3.2008 ως υπάλληλος εργασιών γενικών συναλλαγών, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία για το ότι η μετακίνησή του έγινε με τη μορφή της απόσπασης και όχι της μετάθεσης ή για το είδος των καθηκόντων (υπαλλήλου) που ασκούσε.
Ήδη, όμως, από τις αρχές του έτους 2008 οι υπάλληλοι του παραπάνω καταστήματος, όπως δεν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα (ενάγοντα), είχαν ζητήσει την διακοπή της απόσπασής του, λόγω ανεπαρκούς προσφοράς. Μετά ταύτα και ενόψει του ότι προέκυψαν έκτακτες υπηρεσιακές ανάγκες στο κατάστημα …, ο εκκαλών (ενάγων) αποσπάσθηκε, προκειμένου αυτές να καλυφθούν, στον εν λόγω κατάστημα για ένα τρίμηνο, ήτοι από 25.3.2008 μέχρι 29.6.2008.
Ενόσω υπηρετούσε στο παραπάνω κατάστημα απέστειλε προς τον Περιφερειακό Διευθυντή …Γ., την από 14.5.2008 αίτησή του με την οποία, διαμαρτυρόμενος για τη μη καταβολή των οδοιπορικών του εξόδων και επικαλούμενος προβλήματα υγείας (καρδιολογικά), ζήτησε τη μετακίνησή του στο κατάστημα …, όπου ήταν ο τόπος κατοικίας του (…) και είχε οργανώσει την οικογενειακή του ζωή.
Το ίδιο ως άνω αίτημα μετακίνησης στο κατάστημα … και με την επίκληση των ίδιων λόγων (οδοιπορικά έξοδα, προβλήματα υγείας, οργάνωση οικογενειακής ζωής) υπέβαλε στις 29.5.2008 και στο Διευθυντή της Διεύθυνσης Εργασιακών Σχέσεων κ. Σ.. Η Τράπεζα, ανταποκρινόμενη και πάλι στο αίτημα του εκκαλούντος την I .7.2008 τον επανέφερε στο κατάστημα …και του ανέθεσε καθήκοντα ταμία (teller), μετά και από ρητή έγγραφη συναίνεσή του (βλ.
την από 4.7.2008 επιστολή του προς την Περιφερειακή Διεύθυνση …, στην οποία αναφέρει ότι . . .σας δηλώνω ότι αποδέχομαι την επαναφορά μου στο κατάστημα …με την προϋπόθεση να εργασθώ ως teller). Ένα χρόνο περίπου αργότερα και ενώ κατά τα παραπάνω υπηρετούσε με τη συναίνεσή του ως ταμίας στο κατάστημα …, απέστειλε προς τον προαναφερθέντα Περιφερειακό Διευθυντή …την από 27.5.2009 επιστολή του με την οποία αφενός μεν ανακαλούσε την προγενέστερη από 4.7.2008 όμοια, με την οποία συναινούσε να εργασθεί ως ταμίας στο κατάστημα …, και αφετέρου, επικαλούμενος το βαθμό του και τα τυπικά του προσόντα, για πρώτη φορά ζητούσε απαντήσεις για τη μη αξιοποίησή του από τις 6.11.2006, καθώς επίσης για πρώτη φορά και ενώ αυτές είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, για τις συνεχείς αποσπάσεις του ως ταμία στα καταστήματα της …, χωρίς να έχει ολοκληρώσει το σχετικό για ταμίες σεμινάριο.
Σημειώνεται εδώ ότι μέχρι τότε μία φορά είχε αποσπασθεί σε κατάστημα της …κατά το χρονικό διάστημα από 25.3.2008 μέχρι 29.6.2008. Την επομένη, ήτοι στις 28.5.2009, του ζητήθηκε να μεταβεί στο κατάστημα …, όπου παρουσιάσθηκε έκτακτη ανάγκη υπηρεσιών ταμία, εξαιτίας ασθένειας δύο συναδέλφων του, με συνέπεια τη διασάλευση της εύρυθμης λειτουργίας του καταστήματος.
Αυτός (εκκαλών), ενώ εμφανίσθηκε στο παραπάνω κατάστημα, αρνήθηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα ταμία που του ανατέθηκαν (βλ. το από 28.5.2009 Φύλλο Αναγγελίας Συμβάντων της Διευθύντριας του καταστήματος … Σ. Σ.) και μετά ταύτα η διήμερη απόσπασή του στο κατάστημα αυτό ανακλήθηκε. Την ίδια ημέρα (28.5.2009) ο εκκαλών (ενάγων) απέστειλε προς τη Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου, με κοινοποίηση προς την Περιφερειακή Διεύθυνση …και … και το Σύλλογο Εργαζομένων Ε.
Τ. επιστολή με την οποία, επικαλούμενος το βαθμό και τα τυπικά του προσόντα και ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι ουδέποτε αρνήθηκε τις εντολές των άμεσων Διευθυντών του να εργασθεί σε πολλά καταστήματα της … ως πελατειακός και ταμίας, χωρίς μάλιστα να έχει ολοκληρώσει αντίστοιχα σεμινάρια, ζητούσε έγγραφες απαντήσεις για τη μη τοποθέτησή του στο κατάστημα … σε θέση ανάλογη του βαθμού και των προσόντων του.
Την επομένη (29.5.2008) ο εκκαλών επέστρεψε στο κατάστημα …, πλην όμως αρνήθηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα του ταμία και ζήτησε να του ανατεθούν εγγράφως, όπως αυτό προκύπτει από το με ημερομηνία 29.5.2009 Φύλλο Αναγγελίας Συμβάντων του Διευθυντή του καταστήματος … Α Φ.. Ο τελευταίος με το ίδιο αυτό έγγραφο (ΦΑΣ) ενημέρωσε τις αρμόδιες Διευθύνσεις της Τράπεζας ότι ο εκκαλών(ενάγων) κατά την τρίχρονη παραμονή του στο κατάστημα είχε παρουσιάσει και άλλο κρούσμα άρνησης εκτέλεσης εργασίας που δεν είχε καταγραφεί και περαιτέρω ότι δεν γνωρίζει οποιαδήποτε εργασία που να αφορά θέση ευθύνης και ούτε έχει διάθεση να μάθει, αφού το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι πόσους λιγότερους πελάτες θα έχει το κατάστημα, ότι έχουν γίνει πολλές προσπάθειες αξιοποίησής του, ανεπιτυχώς όμως, λόγω του αρνητισμού που τον διακατέχει και τέλος (ενημέρωσε) ότι λόγω εκ μέρους του άγνοιας του Οργανισμού Προσωπικού, έχει υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα .
Μετά τα παραπάνω κρίθηκε απολύτως απαραίτητη η μετακίνηση του εκκαλούντος (ενάγοντος) από το ως άνω κατάστημα. Έτσι, αποσπάσθηκε στην Περιφέρεια … και ... με έδρα την …, για την προσωρινή κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, το κατάστημα δε της … ήταν το πιο κοντινό στον τόπο μόνιμης κατοικίας του. Ταυτόχρονα, στις 28.5.2009 ο προαναφερθείς Διευθυντής Περιφέρειας ...
και ... απέστειλε στον εκκαλούντα (ενάγοντα) ερωτηματολόγιο, ζητώντας, μεταξύ άλλων, απαντήσεις για την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του (άρνηση εκτέλεσης καθηκόντων ταμία κ.λ.π.) με την υπενθύμιση σ' αυτόν των υποχρεώσεων των υπαλλήλων της Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Οργανισμού της (υποχρέωση συμμόρφωσης σε υπηρεσιακές εντολές και οδηγίες του Προϊσταμένου τους και εκτέλεση της ανατιθέμενης εργασίας).
Ο εκκαλών απάντησε στο πιο πάνω ερωτηματολόγιο με την από 1.6.2009 επιστολή του, με την οποία ισχυρίζεται ότι δεν αρνήθηκε να εκτελέσει τα πιο πάνω καθήκοντα (ταμία) αλλά ζήτησε μόνο την έγγραφη ανάθεσή τους και περαιτέρω εξέθετε και πάλι ότι πρέπει να αξιοποιηθεί σε θέση ανάλογη των προσόντων του. Ακολούθως, ο εκκαλών (ενάγων), ενώ υπηρετούσε σε κατάστημα της …, με την από 19.11.2009 επιστολή του προς τη Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, ζήτησε και πάλι την τοποθέτησή του στο κατάστημα …, επικαλούμενος λόγους υγείας και ότι έχει οργανώσει την οικογενειακή του ζωή στην περιοχή ...., όπου η εργασία της γυναίκας του, καθώς και άλλες οικογενειακές του υποχρεώσεις.
Στις 25.1.2010 ο εκκαλών μετακινήθηκε σε άλλο κατάστημα της … για προσωρινή κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ως υπάλληλος. Στις 2.3.2010 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε στο Διευθυντή του καταστήματος …, όπου εργαζόταν, επανέλαβε την επιθυμία του να εργασθεί στο κατάστημα της …, επικαλούμενος και πάλι σοβαρά οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα (επιβάρυνση με τα έξοδα μετακίνησης) αλλά και εργασιακά (δεν του ήταν αρεστό το περιβάλλον του καταστήματος).
Την 1.7.2010 και ενώ προηγουμένως στις 12.1.2010 είχε δηλώσει ως κατοικία (νέα) στο Δ.Δ. ..., αποσπάσθηκε στο κατάστημα ... ως υπάλληλος για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών. Στη συνέχεια o εκκαλών (ενάγων) απέστειλε στην Τράπεζα την από 28.12.2010 απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού της Ε.
Τ. της Ελλάδος, με την οποία κρίθηκε ότι αυτός χρήζει διοικητικής μέριμνας. Μετά ταύτα, η Τράπεζα, προκειμένου να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα του (μετακίνηση στο κατάστημα …), λάμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της υγείας του και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες αιτήσεις του, είχε οργανώσει την οικογενειακή του ζωή στη ..., κοντά στη …, στις 3.2.2011 τον μετακίνησε στο κατάστημα αυτό και του ανέθεσε καθήκοντα ταμία.
Παρά ταύτα όμως, ο εκκαλών με το από 16.2.2011 ηλεκτρονικό μήνυμά του προς το Διευθυντή του παραπάνω καταστήματος Α. Φ., δήλωσε ότι δεν αποδέχεται τη θέση του ταμία που του ανατέθηκε. Προσέφυγε μάλιστα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και με την από 23.5.2011 αίτησή του, επικαλούμενος μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, ζήτησε (κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) να τοποθετηθεί προσωρινά σε θέση μηχανογράφησης και Διεύθυνσης Συστημάτων Πληροφορικής βαθμού Λογιστή Α' στο πιο κοντινό στην κατοικία του υποκατάστημα ακόμα και στην οργανική του θέση στην ….
Το παραπάνω Δικαστήριο με την 441/288/22.7.2Ο11 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η ανάθεση στον εκκαλούντα καθηκόντων ταμία και οι αποσπάσεις του σε διάφορα καταστήματα της Τράπεζας έγιναν λόγω υπηρεσιακών αναγκών, στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της και δεν συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Μετά και την παραπάνω εξέλιξη, η Τράπεζα στις 5.12.2011 μετακίνησε τον εκκαλούντα στην …, στη Διεύθυνση Καρτών και Πληρωμών, προς κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών της, ικανοποιώντας εν μέρει το αίτημά του (όσον αφορά τη μετακίνηση στην …), όπως είχε διατυπωθεί στην προαναφερθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και στην από 2.11.2011 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση, με την οποία διαμαρτυρόταν για την επί πάρα πολύ καιρό απόσπασή του στο κατάστημα … και αναρωτιόταν για το ποιες υπηρεσιακές ανάγκες μπορούσε να εξυπηρετεί η παραμονή του στην πόλη της ….
Στη συνέχεια ο εκκαλών (ενάγων) και συγκεκριμένα στις 16.4.2013 με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε προς τη Διεύθυνση Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων, επικαλούμενος και πάλι προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, ζήτησε την άμεση και κατ' εξαίρεση μετακίνησή του στη Διεύθυνση Δικτύου στην ….
Μετά και την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ε. Τ., κατά τα προαναφερθέντα, ο εκκαλών στις 2.7.2013 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Λειτουργικής Υποστήριξης Επενδυτικά Προϊόντα, στις 12.8.2013 μετακινήθηκε στη Διεύθυνση Λειτουργικής Υποστήριξης Πληρωμών και στις 2.9.2013 στη Διεύθυνση Συστημάτων Πληροφορικής, όπου και παρέμεινε μέχρι 1.12.2014, οπότε και αποχώρησε στα πλαίσια εφαρμογής προγράμματος εθελουσίας εξόδου, λαμβάνοντας ως οικονομικό κίνητρο το ποσό των 95.220, 74 Ευρώ.
Με βάση τα προεκτεθέντα, η αρχική από 6.11.2006 μετακίνηση του εκκαλούντος στο κατάστημα της …, υπό το καθεστώς της απόσπασης έγινε μετά από δική του αίτηση και ενώ γνώριζε ότι θα απομακρυνθεί από τη Διεύθυνση Πληροφορικής της Τράπεζας, αφού στο ανωτέρω κατάστημα δεν υπήρχε αντίστοιχη θέση προς εκείνη που μέχρι τότε κατείχε.
Οι επακολουθήσασες αποσπάσεις του σε διάφορα καταστήματα της Τράπεζας στην …, όπου απασχολήθηκε άλλοτε ως υπάλληλος και άλλοτε ως ταμίας, με τελευταία την από 3.2.2011 στο κατάστημα … με καθήκοντα ταμία (οι μεταγενέστερες δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης) έγιναν προς κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών της Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2α του Οργανισμού Προσωπικού της, αλλά και το προαναφερθέν νέο Σύστημα Τοποθετήσεων-Μετακινήσεων Αντικαταστάσεων αυτής (Εγκύκλιος 45053/2424/14.11.2008, παραγ.
VI.6), δυνάμει των οποίων, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, προβλέπεται η μετακίνηση των υπαλλήλων της για προσωρινή κάλυψη θέσεων μέχρι και έξι (6) μήνες. Και ναι μεν σε ορισμένες περιπτώσεις οι αποσπάσεις του εκκαλούντος διήρκεσαν ακόμα και πέραν των έξι (6) μηνών και ο ίδιος ενώ μέχρι 27.5.2009 δεν διαμαρτυρόταν, αλλά σιωπηρά τις αποδεχόταν, στη συνέχεια ζητούσε να επιστρέψει στο κατάστημα της …, ήταν όμως δικαιολογημένες αφού γίνονταν για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών της Τράπεζας και ο ίδιος δεν επικαλείται ούτε και αποδείχθηκε ότι υπήρχε δυνατότητα μετακίνησης νεότερου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ώστε να προτιμηθεί και να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες της (Τράπεζας), λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι αποσπάσεις αυτές, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν αναγκαίες για την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας των καταστημάτων της, λόγω των προβλημάτων που ο ίδιος δημιουργούσε.
Το γεγονός ότι η προαναφερθείσα αρχική μετακίνηση του εκκαλούντος έγινε υπό το καθεστώς της απόσπασης και όχι της μετάθεσης, όπως αυτός είχε ζητήσει, δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί, ανεξάρτητα από το ότι επί μακρό χρονικό διάστημα (1, 5 περίπου έτος) την αποδέχθηκε, χωρίς αντίρρηση ή διαμαρτυρία, δεν αποδείχθηκε ότι τούτο του επέφερε οποιαδήποτε ζημία, όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται, λαμβανομένου υπόψη και ότι το καθεστώς των αποσπάσεων αποτελούσε συνήθη διαδικασία στην Τράπεζα, η οποία ουδόλως εμπόδιζε την εξέλιξη των υπαλλήλων της.
Εξάλλου, όπως η εφεσίβλητη (εναγομένη) ισχυρίζεται, χωρίς αμφισβήτηση εκ μέρους του εκκαλούντος (ενάγοντος), αυτός κατά τη διάρκεια όλων των αποσπάσεων ελάμβανε τα επιδόματα των υπηρετούντων στο δίκτυο καταστημάτων, σαν να είχε λάβει μετάθεση (επιδόματα δικτύου και ταμία) και η απ'αυτόν επικαλούμενη ζημία λόγω μη καταβολής των με τις αγωγές αιτούμενων επιδομάτων ουδόλως συνδέονται με το γεγονός των αποσπάσεων και όχι της αιτηθείσας μετάθεσης.
Περαιτέρω, η ανάθεση στον εκκαλούντα καθηκόντων ταμία, μετά μάλιστα τη συμμετοχή του σε σχετικό σεμινάριο με πρωτοβουλία της Τράπεζας, το οποίο ο ίδιος για δικούς του λόγους δεν ολοκλήρωσε, ήταν σύννομη, στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος και έγινε όχι μόνον με τη συναίνεση, αλλά με την "απαίτησή" του να εργασθεί ως ταμίας αφού το έθεσε ως προϋπόθεση, προκειμένου να μετακινηθεί από το κατάστημα ...
που εργαζόταν ως υπάλληλος εργασιών, στο κατάστημα της … (βλ. την από 4.7.2008 επιστολή του). Επομένως, η ανάθεση αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 36 του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας, το οποίο ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση υπαλλήλων του λογιστικού κλάδου στον Ταμειακό παρά μόνον προσωρινά και μέχρι δύο ή τρεις για μικρά καταστήματα μήνες, εκτός βέβαια της περίπτωσης που, όπως εν προκειμένω, συναινεί ο ενδιαφερόμενος.
Επίσης, η ανάθεση καθηκόντων ταμία δεν είναι υποδεέστερη εκείνης που κατά το χρόνο της ανάθεσης κατείχε (υπαλλήλου εργασιών) ούτε ο ίδιος ο εκκαλών θα την ζητούσε, αν τη θεωρούσε υποδεέστερη. Ούτε βέβαια το αντικείμενο εργασιών του ταμία προκαλεί τέτοια ψυχολογική καταπόνηση, που να επιβαρύνει τη στεφανιαία νόσο, από την οποία αυτός έπασχε, λαμβανομένου υπόψη και ότι o ίδιος ζητούσε την ανάθεση των καθηκόντων αυτών (ταμία) ενώ ήδη, κατά τους ισχυρισμούς του, έπασχε ήδη από την εν λόγω νόσο.
Επομένως, η Τράπεζα στα πλαίσια ικανοποίησης των λειτουργικών της αναγκών προσπάθησε να ικανοποιήσει τα αιτήματα του εκκαλούντος (ενάγοντος), λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα υγείας αλλά και τις συνθήκες της οικογενειακής του ζωής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αρχική μετακίνηση (απόσπαση) του εκκαλούντος (ενάγοντος) στη …, οι μεταγενέστερες αποσπάσεις του στα καταστήματα της … και η ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων ταμία δεν συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, αφού προβλέπονται και επιτρέπονται από τον ισχύοντα Οργανισμό Προσωπικού της εφεσίβλητης (εναγομένης) και το νέο Σύστημα Τοποθετήσεων - Μετακινήσεων - Αντικαταστάσεων αυτής και έγιναν στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της ως άνω εργοδότριας, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την ενάσκηση του δικαιώματος αυτού, ουδόλως υπερέβη και μάλιστα προφανώς τα όρια του άρθρου 281 Α.Κ., ήτοι εκείνα που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος.
Συνεπώς, αφού οι προαναφερθείσες ενέργειες της Τράπεζας δεν συνιστούν παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά, δεν θεμελιώνεται αξίωση του εκκαλούντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και η αγωγή, κατά το σχετικό αίτημά της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Έτσι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω με ελλιπή και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την παρούσα, δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ.1ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι κακώς η προσβαλλόμενη δεν δέχθηκε την αδικαιολόγητα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του από την εφεσίβλητη- εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και κακώς δεν του επιδίκασε το αγωγικό κονδύλιο για την ηθική του βλάβη παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Πέραν αυτού υπό την αόριστη επίκληση της διάταξης του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ προσβάλλεται απαράδεκτα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης: Α) ότι ο αναιρεσείων ενάγων είχε αποδεχθεί σιωπηρά και δεν είχε διατυπώσει καμμία επιφύλαξη ως προς την παράταση από την εναγομένη των αποσπάσεων του πέραν του τριμήνου, καθώς και ότι ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη υλοποίηση της μετάθεσής του, Β)ότι ο αναιρεσείων συναίνεσε στην χρησιμοποίησή του σε άλλον κλάδο από τον λογιστικό, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης εναγομένης και συγκεκριμένα στην θέση του ταμία (teller).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αληθώς η εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια(όχι η εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ) με την ειδικότερη αιτίαση ότι κακώς η προσβαλλόμενη έκρινε ότι ο αναιρεσείων ενάγων δεν δικαιούται το επίδομα Προϊσταμένου Αναλυτή Α` - προγραμματισθεί καθώς και τις διαφορές του επιχειρησιακού επιδόματος συμψηφίζοντας τα επιδόματα αυτά με άλλα επιδόματα που έλαβε λόγω της πολυετούς υπηρεσίας του, της αλλαγής της οικογενειακής του κατάστασης και της θητείας του στο δίκτυο, χωρίς να προβληθεί από την εναγομένη αναιρεσίβλητη στο δικαστήριο της ουσίας η εκ του άρθρου 440 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού, λαμβάνοντας έτσι υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ως προς τον τρίτο λόγο αναίρεσης τα εξής:
Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού Λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Κέντρου της Τράπεζας "Εις το Ειδικευόμενον Προσωπικόν καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα αναλόγως της κλίμακος διαβαθμίσεως εις ην έχει ενταχθεί τούτο. Το ύψος του επιδόματος διαβαθμίσεως καθορίζεται εκάστοτε δια πράξεως της Γενικής Διευθύνσεως και δεν συμψηφίζεται προς έτερα καταβαλλόμενα επιδόματα (π.χ.
θέσεως κ.λ.π.)". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ίδιου ως άνω Κανονισμού "Μετάθεσις ειδικευμένου υπαλλήλου μετά έξι έτη τουλάχιστον, εις το Η.Κ. υπηρεσίαν υπό τας προϋποθέσεις του άρθρου 11 δεν συνεπάγεται διακοπή του δια σχετικής πράξεως της Γενικής Διευθύνσεως εκάστοτε καθοριζομένου επιδόματος το οποίο ελάμβανε ούτος ως ειδικευμένος.
Το επίδομα τούτο θα συνεχίσει καταβαλλόμενον ουχί πλέον ως τεχνικόν επιμίσθιον, αλλά ως χρηματικόν ποσόν, το οποίο θα συμψηφίζεται προς έτερα επιδόματα, τα οποία ενδεχομένως θα δικαιούται ως εκ της νέας του θέσεως και προς μελλοντικάς αυξήσεις (π.χ. προαγωγής - οικογενειακών επιδομάτων, πολυετίας κ.λ.π.) πλην των γενικών τοιούτων".
Από τις πιο πάνω διατάξεις με σαφήνεια προκύπτει ότι αυτές προσδιορίζουν τον τρόπο υπολογισμού του ως άνω ειδικού επιδόματος του υπαλλήλου του Ηλεκτρονικού Κέντρου της Τράπεζας, σε περίπτωση μετάθεσής του, υπό τις στο άρθρο 11 αναφερόμενες προϋποθέσεις, και δεν θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 440 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού, ώστε να απαιτείται η προβολή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 591 παρ. 1γ' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση ολόκληρου του βιβλίου τέταρτου (άρθρα 591 έως 681Δ του ΚΠΟΛΔ), στο οποίο περιέχεται με το Ν. 4335/2015, ήτοι προφορικά ενώπιον του ακροατηρίου και καταχώριση στα πρακτικά.
Μετά ταύτα ο τρίτος λόγος της έφεσης, για τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης ότι το αιτούμενο επίδομα Προϊσταμένου αναλυτή -προγραμματιστή έχει συμψηφισθεί με μεταγενέστερες αυξήσεις του βασικού του μισθού αλλά και με άλλα επιδόματα (πολυετίας, οικογενειακό κ.λ.π.) και απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα (και των δύο αγωγών) ενώ η εφεσίβλητη (εναγομένη) δεν είχε προβάλει παραδεκτά την εκ του άρθρου 440 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού (χωρίς να αμφισβητεί τη νομιμότητα του συμψηφισμού και την εξαιτίας αυτού επελθούσα απόσβεση της σχετικής αξίωσής του) είναι, σύμφωνα με όσα αμέσως πιο πάνω αναφέρονται, αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Με την πιο πάνω κρίση του το εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα την εκ του άρθρου 440 επ. ένσταση συμψηφισμού, εφόσον από τα άρθρα 11 και 12 του κανονισμού της αναιρεσίβλητης εναγομένης προκύπτει ότι αυτά προσδιορίζουν τον τρόπο υπολογισμού του ως άνω ειδικού επιδόματος του υπαλλήλου του Ηλεκτρονικού Κέντρου της Τράπεζας, σε περίπτωση μετάθεσής του, υπό τις στο άρθρο 11 αναφερόμενες προϋποθέσεις, και δεν θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 440 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού, με την έννοια της ύπαρξης αμοιβαίας και ομοειδούς ληξιπρόθεσμης ανταπαίτησης από τη αναιρεσίβλητη εναγομένη Τράπεζα κατά του αναιρεσείοντος ενάγοντος ώστε να απαιτείται η προβολή της σύμφωνα με τα οριζόμενα σύμφωνα στο άρθρο 591 παρ. 1γ'Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν το ν.4335/2015.
Πρέπει να σημειωθεί ότι την έννοια του τρόπου υπολογισμού του ως άνω ειδικού επιδόματος του υπαλλήλου του Ηλεκτρονικού Κέντρου της Τράπεζας, σε περίπτωση μετάθεσής του, έχει η αναφορά της προσβαλλόμενης ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του συμψηφισμού και την εξαιτίας αυτού επελθούσα απόσβεση της σχετικής αξίωσής του.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι στην περίπτωση του αναιρεσείοντος ενάγοντος η μετακίνησή του έγινε με απόσπαση και όχι με μετάθεση, όπως ορίζει το άρθρο 12 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης εναγομένης, εφόσον κατά το χρονικό διάστημα των αποσπάσεων ο αναιρεσείων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ελάμβανε τα επιδόματα των υπηρετούντων στο δίκτυο καταστημάτων, σαν να είχε λάβει μετάθεση.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ.1ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη κατά παράβαση του νόμου απέρριψε το αιτούμενο με τη δεύτερη αγωγή κονδύλιο του ανθυγιεινού επιδόματος, το οποίο αντιστοιχεί στο 12% επί του βασικού μισθού και προβλέπεται από την επιχειρησιακή σύμβαση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στο αναιρετήριο γίνεται η επίκληση μόνο της εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ πλημμέλειας χωρίς να αναφέρεται ενάριθμα η φερόμενη ως παραβιασθείσα ουσιαστική διάταξη .Σημειώνεται ότι απαράδεκτα γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση για πρώτη φορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρησης.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-2-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 5664/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ