Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment due to inadmissible and vague grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the companies' appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment in a defamation case involving unauthorized use of a photographer's images. The appellants argued that the lower court erred in finding them liable for the unauthorized use, but the Court found their grounds inadmissible. The Court ruled that the appeal arguments were either unsupported by facts or constituted an impermissible challenge to the appellate court's discretionary assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a1), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the appellate court's evaluation of evidence or fails to specify the factual premises of the alleged legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1420 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1420/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα , Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... FOOD AND DRINKS A.E.B.E." και ήδη "... FOOD AND DRINKS A.E.B.E." στην οποία συγχωνεύτηκε δι απορροφήσεως η αρχικά αναιρεσείουσα Εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... LIMITED", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκιβιάδη Ψαρρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία-Ευανθία Ράπτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3974/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2/5/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 139/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-12-2014 έφεση των αναιρεσειουσών εταιριών κατά της 3974/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 12-7-2013 αγωγή του ενάγοντος, πνευματικού δημιουργού (φωτογράφου), με την οποία, μεταξύ άλλων ,ζητούσε την αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση από τις εναγόμενες, οι οποίες, για τη διαφήμιση προϊόντων τους, χρησιμοποίησαν ληφθείσα από τον ίδιο φωτογραφία, χωρίς να μνημονεύεται το όνομά του ως δημιουργού αυτής και χωρίς την έγγραφη άδειά του, προσβάλλοντας από κοινού παράνομα και υπαίτια το περιουσιακό και ηθικό του δικαίωμα.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. α1 του Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε τον αριθμό 14 της ίδιας διάταξης, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 400 αριθμός 3 του Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πριν την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, και 403 παρ 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα ,που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, ήτοι αυτά που προσδοκούν ωφέλεια ή βλάβη από τη συγκεκριμένη δίκη , χωρίς να έχει σημασία αν το συμφέρον τους είναι υλικό ή ηθικό ,αλλά πάντως άμεσο και βέβαιο ,μη εξαρτημένο από μελλοντικά γεγονότα, ο λόγος δε αυτός εξαίρεσης του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως ,αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου εκείνου του διαδίκου, που προσάγει το μάρτυρα προς εξέταση, η οποία (ένσταση) προτείνεται πριν ορκισθεί ο μάρτυρας και το συμφέρον αυτό πρέπει να το καθορίζει εκείνος που επικαλείται το λόγο εξαίρεσης .
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου επί της ένστασης εξαίρεσης από την παρ. 3 του άρθρου 400 του Κ.Πολ.Δ για τη συνδρομή συμφέροντος του προτεινόμενου μάρτυρα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ1 άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πρόκειται για οντολογική κρίση. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα, ο ενιστάμενος μπορεί στην κατ1 έφεση δίκη να προτείνει νόμιμα την ίδια ένσταση, σε περίπτωση δε που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την ένσταση, δημιουργείται ο από τον αριθ. 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1078/2017, ΑΠ 992/2012,ΑΠ 847/2009) . Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης) αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8,11,14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ , για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 400 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, με την απόρριψη της ένστασής τους περί εξαίρεσης του μάρτυρα Π.
Κ., ως έχοντος συμφέρον από την έκβαση της δίκης ,με την αιτιολογία, αφενός ότι η ένσταση δεν υποβλήθηκε εγκαίρως και αφετέρου ότι δεν υπήρχε έννομο συμφέρον αυτού από την έκβαση της δίκης, καθώς και για εσφαλμένη λήψη υπόψη του της ανωτέρω κατάθεσης . Ο λόγος αυτός ως προς τις αιτιάσεις α) περί εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 400 παρ.3 ΚΠολΔ και β) περί εσφαλμένης κρίσης ως προς το ότι ο άνω μάρτυρας δεν ήταν εξαιρετέος λόγω έλλειψης συμφέροντος, είναι απαράδεκτος, γιατί κατά το πρώτο σκέλος του αφορά δικονομικού δικαίου διάταξη η εσφαλμένη εφαρμογή της οποίας δεν ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, και κατά το δεύτερο σκέλος του αφορά ισχυρισμό ,ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα από τις αναιρεσείουσες, ρητά απορρίφθηκε ως αβάσιμος από την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς, η σχετική της κρίση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή ,κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείουσες κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στις 7-5-2014, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι ο Π.
Κ. ,που είχε προτείνει ως μάρτυρα ο αναιρεσίβλητος προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του, ήταν ο αντίδικος τους στην άλλη δίκη, ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ,οι δε αναιρεσείουσες τον επανέφεραν με λόγο έφεσης ,τον οποίο το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση με τις ακόλουθες αιτιολογίες: " Οι εκκαλούσες με τον τέταρτο λόγο έφεσης παραπονούνται διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι ο μάρτυρας του ενάγοντος, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν πιθανολογείται ότι έχει συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης, παρά το ότι και αυτός διεξήγαγε παρόμοια δίκη στρεφόμενη εναντίον τους και ότι δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, ενώ, κατά την άποψή τους, ο μάρτυρας αυτός είχε πράγματι συγκεκριμένο συμφέρον από την έκβαση της εν λόγω δίκης, καθώς είναι ο αρχιτέκτονας του κτιρίου, που αποτέλεσε το αντικείμενο της επίδικης φωτογραφίας .
Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης. δεν προκύπτει ότι οι εναγόμενες πρότειναν ως ένσταση τον λόγο της μη εξέτασης του συγκεκριμένου μάρτυρα, κατά το άρθρο 403 παρ.2 ΚΠολΔ, δηλαδή πριν αυτός ορκιστεί, παρά με τις προτάσεις τους.
Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός είναι ενάγων σε άλλη συναφή δίκη κατά των ίδιων με την παρούσα δίκη εναγομένων, ερειδόμενη σε προσβολή δικών του δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν συνεπάγεται ότι αυτός αντλεί περιουσιακή ωφέλεια από την έκβαση της κρινόμενης υπόθεσης, καθόσον δεν καλύπτεται από τα όρια δεδικασμένου και εκτελεστότητας της παρούσας δίκης ".
Από τα ανωτέρω προκύπτει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη μείζονα σκέψη, ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τις αναιρεσείουσες ανωτέρω ισχυρισμό, κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 403 παρ. 2 ΚΠολΔ, τον απέρριψε με την κύρια αιτιολογία του ως απαράδεκτο, καθόσον δεν προβλήθηκε ως ένσταση μη εξέτασης του συγκεκριμένου μάρτυρα πριν την όρκισή του, περαιτέρω δε και με επάλληλη αιτιολογία ως αβάσιμο, ακολούθως δε νόμιμα για το σχηματισμό του πορίσματος τους έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το έτερο μέρος του από τους αριθμούς 8, 11, 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006).Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 971/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται jav η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006).
Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 816/2017,ΑΠ 210/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 1420/2013).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ1 επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 317/2017, ΑΠ 148/2008). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 455/2014,ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2008).Ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί για να εκτιμηθεί το περιεχόμενο του, προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης ,αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του ν. 2121/1993 "Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα" συνάγεται ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 § 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο.
Η "πρωτοτυπία", η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας, που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση, ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο "δημιουργικού ύφους" έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα, εκφράζοντας ταυτόχρονα και κάτι από την μοναδικότητα της προσωπικότητας του δημιουργού.
Περαιτέρω, στο άρθρο 2 § 1 του παραπάνω νόμου απαριθμούνται εκτενώς, ενδεικτικά, τα πνευματικά δημιουργήματα που, εφόσον είναι πρωτότυπα, θεωρούνται έργα και είναι αντικείμενα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η δε φωτογραφία αποτελεί πνευματικό έργο σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του ν. 2121/93 στο άρθρο 2. Σκόπιμα δε στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται ο όρος "φωτογραφίες" και όχι, "φωτογραφικά έργα", γιατί πρόθεση του νομοθέτη ήταν η προστασία κάθε φωτογραφίας.
Ο δικαιούχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας έχει (α) το αποκλειστικό δικαίωμα οικονομικής εκμετάλλευσης του έργου του, στο οποίο περιλαμβάνεται, κυρίως, η αναπαραγωγή του έργου και η παρουσίασή του στο κοινό (περιουσιακό δικαίωμα) και (β) το αποκλειστικό δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού με το έργο, το οποίο συνίσταται στην εξουσία του δημιουργού να αποφασίζει για τον τρόπο, χρόνο και τόπο δημοσίευσης του έργου και στην εξουσία να απαιτεί και υποχρεώνει κάθε τρίτο που χρησιμοποιεί το έργο του (ακόμα και αν έχει δώσει άδεια για τη χρήση αυτή) να αναγράφει το όνομά του ως δικαιούχου των πνευματικών δικαιωμάτων επί του έργου (ηθικό δικαίωμα).
Ειδικά, στο περιεχόμενο του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η εξουσία δημοσίευσης του έργου και η εξουσία αναγνώρισης της πατρότητας. Περαιτέρω, στο άρθρο 65 ν. 2121/1993 προβλέπεται ένα πλέγμα αστικών κυρώσεων που ισχύει ενιαία σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων, χωρίς να αποκλείεται η συμπληρωματική εφαρμογή του ΑΚ.
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 65, ο δημιουργός μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος του, αγωγή για άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον, αγωγή για απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αγωγή για απόδοση του κέρδους και αγωγή για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, η προσβολή απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος, όπως το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, συνιστά πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται υπαίτια, συνιστά αδικοπραξία, επειδή ενέχει αφ' εαυτής εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου. Δηλαδή, το γεγονός της επέμβασης δημιουργεί και την παράνομη πράξη,κατ1 άρθρο 914 ΑΚ και την ειδική διάταξη του άρθρου 65 ν. 2121/1993.
Γενικά, ως παράνομη προσβολή ισχύει κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές ή περιουσιακές) του δημιουργού και γίνεται χωρίς την άδειά του, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής. Το άρθρο 65 του ν. 2121/1993 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται, όπου η ως άνω ειδική διάταξη αφήνει κενά και στον βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις των άρθρων 63 επ.
ν. 2121/1993. Η υπαιτιότητα απαιτείται μόνο για την αξίωση αποζημίωσης, ενώ η ίδια η πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο. Προς διευκόλυνση της απόδειξης της ζημίας του δικαιούχου και προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης καθορίζεται με το άρθρο 65 παράγραφος 2 εδ. β' του ν. 2121/1993 ένα ελάχιστο όριο αποζημίωσης που είναι το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμον καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε χωρίς άδεια ο υπόχρεος (ΑΠ 509/2015, ΑΠ 1493/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο| με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα : " Ο ενάγων είναι καταξιωμένος επαγγελματίας φωτογράφος και παρουσιάζει τα φωτογραφικά έργα που δημιουργεί σε προσωπικές του εκθέσεις, αλλά και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας συνεργάστηκε με το αρχιτεκτονικό γραφείο με το διακριτικό τίτλο "...", που διατηρεί ο εξετασθείς ως μάρτυράς του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αρχιτέκτων, Π. Κ.. Συγκεκριμένα ο τελευταίος ανέλαβε, το 2009, τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του ευρισκόμενου στην ...
επί της οδού ... κτιρίου, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης, στο οποίο θα στεγαζόταν η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων. Όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα στο τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε ΦΕΚ των καταστατικών των εναγομένων εταιριών, που εδρεύουν στην Ελλάδα, οι πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων δραστηριοποιούνται στο χώρο της εμπορίας, των εισαγωγών και εξαγωγών ειδών τροφίμων, καφέ και συναφών ειδών και μηχανημάτων τροφίμων και ποτών, στην αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού και στη διανομή προϊόντων για λογαριασμό των ίδιων, αλλά και τρίτων, καθώς και την παροχή συναφών υπηρεσιών σε τρίτους σε σχέση με τα ανωτέρω προϊόντα.
Ειδικότερα η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων έχουν τον ίδιο σκοπό με την διαφορά ότι η πρώτη ασχολείται και με την παρασκευή και εμπορία καφέ espresso ..., ενώ η δεύτερη και με την εισαγωγή και διανομή την Ελλάδα καφέ espresso ..., που παρασκευάζεται στην Ιταλία. Η τέταρτη εναγομένη, εκτός των άλλων δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εκμετάλλευση μηχανημάτων και γενικά ειδών εξοπλισμού, τροφίμων, καφέ και ποτών.
Όσον αφορά το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων εταιριών η δεύτερη και η τέταρτη έχουν τον ίδιο Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τον Ι. Ι. του Ι. και ίδια όλα τα μέλη τους εκτός από ένα, ενώ η πρώτη τον παραπάνω ως αντιπρόεδρο, ο οποίος και ουσιαστικά διοικεί τις εναγόμενες εταιρίες, που εδρεύουν στην Ελλάδα.
Όπως δεν αμφισβητείται η τρίτη εναγομένη αλλοδαπή εταιρία, που εδρεύει στην … και της οποίας δεν προσκομίζεται το σχετικό ΦΕΚ, στο οποίο να εμφαίνεται το Δ.Σ αυτής, έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό την εμπορία και διάθεση ειδών διατροφής, καφέ, αφεψημάτων και συναφών ειδών, είναι δικαιούχος των κατατεθειμένων στο ελληνικό μητρώο σύνθετων αλλοδαπών σημάτων με αριθ. ... "...
….PREPARED" και με αριθ. ... "...", που διακρίνουν, μεταξύ άλλων, είδη καφέ και διατροφής και υπηρεσίες προσφερόμενες για εστίαση και ποτά. Όλες οι εναγόμενες εταιρίες, αποτελούν έναν όμιλο εταιριών με κοινά οικονομικά συμφέροντα και συνεργάζονται μεταξύ τους, οι μεν εδρεύουσες στην Ελλάδα προς το σκοπό εισαγωγής και διανομής των ανωτέρω σηματοδοτημένων προϊόντων καφέ που η τρίτη εναγόμενη εμπορεύεται, ως έχουσα αποκλειστικά το σήμα "..." και έχουν άδεια χρήσης του σήματος αυτού.
Όσον αφορά την αποθήκευση, συντήρηση, διακίνηση, μεταφορά και διανομή των εμπορευμάτων αυτή γίνεται στο κτίριο της τέταρτης εναγομένης, ενώ η λήψη παραγγελιών, της τιμολόγησης και είσπραξης των εμπορευμάτων της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων γίνεται και αυτή μέσω της τέταρτης εναγομένης. Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε η ίδια η μάρτυρας των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλες οι εναγόμενες εταιρίες αποτελούν έναν όμιλο και, εάν πάρει κάποιος τηλέφωνο στην δεύτερη εναγομένη "...
Εμπορική Τεχνική Α.Ε" και ζητήσει καφέ με το σήμα "...", που εμπορεύεται η πρώτη εναγομένη, θα γίνει ενδοεπικοινωνία μεταξύ του ομίλου των εταιριών και θα εξυπηρετηθεί εν τέλει (βλ. κατάθεσή της στην τελευταία σελίδα των πρακτικών).
Συνεπώς ο καφές με το σήμα "..." είναι κοινό προϊόν των εναγομένων εταιριών, που λειτουργούν με κοινή διεύθυνση, κοινό σχεδιασμό και συντονισμό ενεργειών και δράσεων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την αποπεράτωση του αρχιτεκτονικού έργου, στις αρχές του μήνα Σεπτεμβρίου του έτους 2012, ο ως άνω αρχιτέκτων Π.
Κ., κατόπιν άδειας που έλαβε από τις εναγόμενες, ανέθεσε στον ενάγοντα τη φωτογράφιση του παραπάνω κτιρίου, προκειμένου το γραφείο του να λάβει μέρος στην αρχιτεκτονική έκθεση "... …" που φιλοξενήθηκε στο … από 22-11-2012 έως 13-1-2013. Μεταξύ των φωτογραφιών που τράβηξε ο ενάγων περιλαμβάνεται μία φωτογραφία, που απεικονίζει τμήμα του διαδρόμου στον εσωτερικό χώρο του ανωτέρω κτιρίου, ο οποίος δεξιά συνορεύει με τον κήπο και αριστερά με τον υπόλοιπο εσωτερικό χώρο του κτιρίου, η δε πλευρά που συνορεύει με τον κήπο αποτελείται από μεταλλικά διάτρητα φύλλα μέσω των οποίων και σε συνδυασμό με το φυσικό φως δημιουργούνται αντανακλάσεις στον εσωτερικό χώρο.
Η ως άνω φωτογραφία, ενόψει της επιλογής και του τρόπου παρουσίασης του χώρου, με τον έντεχνο συνδυασμό των πλέον κατάλληλων φωτογραφικών φακών, της γωνίας λήψεως, του φυσικού φωτισμού, των αντανακλάσεων και της αντίθεσης των χρωμάτων, αποτελεί πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα, αφού, αφενός πλην του ενάγοντος, ουδείς άλλος φωτογράφος, δεν θα δημιουργούσε ακριβώς όμοιο θέμα, ακόμη και αν χρησιμοποιούσε τα ίδια μέσα και τρόπο προβολής της, και αφετέρου εξειδικεύει την ιδιαίτερη προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για τη δημιουργία της.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η προπεριγραφόμενη φωτογραφία του ενάγοντος βραβεύτηκε και έλαβε τη δεύτερη θέση στο πλαίσιο του διαγωνισμού που διεξήχθη στην ανωτέρω αρχιτεκτονική έκθεση και έχει δημοσιευθεί σε περιοδικά του κατασκευαστικού κλάδου.
Συνεπώς προκύπτει ότι η επίδικη φωτογραφία του ενάγοντος τραβήχτηκε από αυτόν, για να χρησιμοποιηθεί από το παραπάνω αρχιτεκτονικό γραφείο και δη από τον Π. Κ., ο οποίος και του ανέθεσε την φωτογράφηση, προκειμένου να συμμετάσχει στην αρχιτεκτονική έκθεση κτιρίων ..., κατά τα προαναφερθέντα. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ως άνω αρχιτέκτονας απέστειλε ταχυδρομικώς τον ψηφιακό δίσκο (cd) με όλες τις φωτογραφίες και τις πληροφορίες του έργου, μεταξύ των οποίων και την επίδικη, στις εναγόμενες, ενημερώνοντας περί τούτου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) στις 18-9-2012 την εργαζόμενη στη δεύτερη εξ αυτών υπάλληλο Μ.
Κ.. Συγκεκριμένα στο (e- mail) αυτό ανέφερε: "Μ., σου αποστέλλω με το ταχυδρομείο CD με τις φωτογραφίες και τις πληροφορίες του έργου για οποιαδήποτε δημοσίευση τις χρειαστείτε. Προσκλήσεις για τα εγκαίνια της έκθεσης θα σας αποστείλω επίσης ταχυδρομικώς. Επίσης στο CD θα δείτε και ένα άλλο έργο μας, που προβλήθηκε ιδιαίτερα και θα εκτεθεί στην έκθεση, την επέκταση ενός ξενοδοχείου στην Πάρο.
Το τεύχος των ελληνικών κατασκευών θα είναι διαθέσιμο για λίγες ημέρες, τον επόμενο δε μήνα το έργο θα δημοσιευθεί στο περιοδικό …" και ότι βρίσκομαι σε διαπραγματεύσεις για την δημοσίευσή του σε διεθνή περιοδικά καθώς και ότι θα προταθεί για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα σε διεθνή διαγωνισμό υλοποιημένου αρχιτεκτονικού έργου στο ...
της Σλοβενίας". Λαμβάνοντας οι εναγόμενες το CD με τις φωτογραφίες του κτιρίου της τέταρτης εναγομένης, που σχεδίασε ο Π. Κ. και φωτογράφισε ο ενάγων, στις οποίες περιλαμβανόταν και η επίδικη ως άνω φωτογραφία, την χρησιμοποίησαν ως φόντο σε τοίχους στο εκθεσιακό περίπτερο κατά τη διάρκεια της έκθεσης "..." που έλαβε χώρα από τις 8 έως τις 11 Φεβρουάριου του 2013 στο εκθεσιακό κέντρο ...
Expo αλλά και για διαφημιστικούς σκοπούς των προϊόντων τους και δη για τη διακόσμηση των συσκευασιών-σακουλών κάτω από την αναγραφόμενη σε αυτές λέξη "...", χωρίς να έλθουν σε καμία επικοινωνία με τον ενάγοντα, λαμβάνοντας την άδειά του για τις χρήσεις αυτές και την αναγραφή του ονόματος του κάτω από την επίδικη φωτογραφία, όπως άλλωστε και οι ίδιες συνομολογούν.
Άλλωστε μόλις ο ενάγων πληροφορήθηκε τις προπεριγραφείσες χρήσεις του φωτογραφικού του έργου, διαμαρτυρήθηκε με την από 24-4-2013 εξώδικο πρόσκλησή του που απηύθυνε στην δεύτερη εναγομένη (βλ. την με αριθμ. .../29- 4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Τ.), καλώντας την να παύσει άμεσα την χρήση του φωτογραφικού του έργου, άλλως να έλθει σε επικοινωνία μαζί του, προς τον σκοπό να του καταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση για την μέχρι τότε παράνομη χρήση του, χωρίς όμως οι εναγόμενες να απαντήσουν επιδεικνύοντας αδιαφορία.
Επομένως, αφού οι εναγόμενες προέβησαν στη χρήση της επίδικης φωτογραφίας χωρίς την συναίνεση του δημιουργού της προσέβαλαν παράνομα το περιουσιακό αλλά και το ηθικό δικαίωμα του ενάγοντος, που απορρέει από την πνευματική ιδιοκτησία.
Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι γνώριζαν μεν ότι ο ενάγων είναι ο πνευματικός δημιουργός της επίμαχης φωτογραφίας με τα αντίστοιχα δικαιώματα, όμως εύλογα θεώρησαν ότι με το παραπάνω (e-mail) ο Π. Κ. τους μεταβίβασε το περιουσιακό δικαίωμα του ενάγοντος, το οποίο απέκτησε δευτερογενώς από τον ενάγοντα και για τον λόγο αυτόν χρησιμοποίησαν την επίδικη φωτογραφία, που αποτελεί πρωτότυπο δημιούργημα του καλλιτέχνη-ενάγοντος.
Όπως όμως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του (e-mail) και με δεδομένο ότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του ενάγοντος ως φωτογράφου διακρίνονται σαφώς από τα αντίστοιχα του ανωτέρω Π. Κ. ως αρχιτέκτονα, σ' αυτό γίνεται ρητή μνεία μόνο για τα δικαιώματα του αρχιτέκτονα, ο οποίος επιδίωκε να διαφημιστεί ο ίδιος και το γραφείο του προς ίδιον όφελος, καθώς γίνεται αναφορά της συμβολής του στην αρχιτεκτονική διαμόρφωση του ως άνω ακινήτου σε μία ενδεχόμενη παρουσίαση που θα σχετιζόταν με την επιχειρηματική δράση των εναγομένων, λαμβανομένου υπόψη ότι αναφέρθηκε μόνο σε δυνατότητα δημοσίευσης του επίδικου έργου (αρχιτεκτονικού) είτε από τον ίδιο είτε από τις εναγόμενες και όχι σε άλλες μορφές χρήσης αυτού, όπως στη χρήση για διαφημιστικούς λόγους, που οι εναγόμενες προέβησαν.
Άλλωστε, εφόσον οι εναγόμενες εταιρίες, όπως κατέθεσε η παραπάνω μάρτυράς τους διαθέτουν περί τις 300.000 ευρώ για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους, γνώριζαν ότι απαιτείται να καταβληθεί αμοιβή στον πνευματικό δημιουργό, για κάθε χρήση ξεχωριστά του δημιουργήματος του και εν προκειμένω της φωτογραφίας του, όταν μάλιστα από αυτήν αποσκοπούν στην προσέλκυση πελατών και κατ1 ακολουθίαν στο κέρδος.
Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός, τον οποίον ορθά απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που αποτελεί τον έβδομο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Αλλά και ο ισχυρισμός τους, που αποτελεί τον έκτο λόγο της έφεσης, ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που έκρινε ότι το περιουσιακό δικαίωμα επί της φωτογραφίας το είχε ο ενάγων, αφού δεν αποδείχθηκε εάν ο ενάγων το διατήρησε ή το μεταβίβασε στον Κ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι από την εκκαλουμένη σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων είχε το περιουσιακό δικαίωμα επί της φωτογραφίας και ότι παραχώρησε στον Κ. μόνο την άδεια χρήσης της για συγκεκριμένο σκοπό και δη για την προώθηση του αρχιτεκτονικού έργου του και μόνον καθώς και ότι απέστειλε το CD των φωτογραφιών για αρχειακούς σκοπούς όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο Π. Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και ο μάρτυρας Π. Κ. συνεργάτης του- πολιτικός μηχανικός στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του.
Με τον ένατο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες επαναλαμβάνουν ως σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης το ότι δέχθηκε την υπαιτιότητα τόσο της πρώτης εξ αυτών, που έλαβε τυπικά μέρος στην ως άνω έκθεση "...", όσο και των λοιπών εναγομένων, αφού δεν προέκυψε δόλος ούτε αμέλειά τους, καθώς εύλογα πίστευαν ότι ο Κ. είχε μεριμνήσει για την μεταβίβαση στον ίδιο των περιουσιακών δικαιωμάτων του ενάγοντος από την επίδικη φωτογραφία. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους ίδιους ως άνω λόγους, που απορρίφθηκε και ο έβδομος λόγος έφεσης, καθώς δεν αποδείχθηκε από τις εναγόμενες-εκκαλούσες, που είχαν και το σχετικό βάρος απόδειξης της καταλυτικής της αγωγής ένστασής τους, πηγάζουσας από το άρθρο 17 του ν. 2121/1993 , ότι ο Κ. μεταβίβασε στις εναγόμενες την άδεια για διαφορετική από την ως άνω συμφωνηθείσα χρήση, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η μεταβίβαση (λόγω πώλησης ή δωρεάς) της κυριότητας του υλικού φορέα ενσωμάτωσης του έργου CD (πρωτοτύπου ή αντιτύπων), δεν επιφέρει μεταβίβαση καμίας από τις εξουσίες του περιουσιακού δικαιώματος ούτε παρέχει στον νέο κτήτορα εξουσίες εκμετάλλευσης του έργου (άρθρο 17 του ν. 2121/1993), εκτός αν έχει συμφωνηθεί εγγράφως το αντίθετο, κάτι τέτοιο όμως ούτε οι εναγόμενες επικαλούνται ότι υπήρχε.
Περαιτέρω και αναφορικά με τον όγδοο και δωδέκατο λόγους της έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη με το να θεωρήσει, ακόμη και αν δεν είχε αποκτήσει περιουσιακό δικαίωμα ο Κ. επί της επίμαχης φωτογραφίας, οι ίδιες το απέκτησαν με καλόπιστη κτήση, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1036 ΑΚ, πρέπει να λεχθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να προβληθεί νόμιμα η ένσταση καλόπιστης κτήσης δικαιώματος, διότι εκτός του ότι λείπει το στοιχείο της δημοσιότητας και της εμφάνισης προς τα έξω (κατοχής), που χαρακτηρίζει την καλόπιστη κτήση κινητών πραγμάτων (άρθρο 1036 ΑΚ), η προστασία των συναλλαγών, η οποία δικαιολογεί τη ρύθμιση του άρθρου 1036 και 1041 ΑΚ, αναμφίβολα δεν ανήκει στο σκοπό του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ε. Βαγενά σε "Νόμο για τη πνευματική ιδιοκτησία", κατ' άρθρο ερμηνεία Κοτσίρη-Σταματούδη έκδ 2012 σελ 1091- 1094, Μελέτη Μιχ. Μαρίνου "η προσβολή του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων ΕλλΔνη 35.1441").
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με τον δέκατο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες διατείνονται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τις βαρύνει ελαφρά αμέλεια, δεν είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν αποζημίωση, ερειδόμενη στο άρθρο 65 Ν.2121/1993, καθώς το άρθρο αυτό εισήχθη πριν την Οδηγία 2004/48/ΕΚ, η οποία ρυθμίζει δεσμευτικά για τα κράτη μέλη, στο άρθρο 13, το δικαίωμα αποζημίωσης από παράβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και προϋποθέτει δόλο ή βαριά αμέλεια, που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Πρωτίστως πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 65 παρ.2 Ν.2121/1993, που απαιτεί υπαιτιότητα (δόλο ή βαριά αμέλεια) ισχύει και εφαρμόζεται, μετά την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις Οδηγίες 2001/84/ΕΚ και 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 και 29ης Απριλίου 2004 σχετικά με το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτοτύπου έργου τέχνης και την επιβολή των δικαιωμάτων της διανοητικής ιδιοκτησίας αντίστοιχα και άλλες διατάξεις, εναρμόνιση, που έγινε με τον Ν.3524 /2007 (ΦΕΚ Α' 15/26.1.2007), ο οποίος τροποποίησε κάποιες διατάξεις του ισχύοντος Ν.2121/1993.
Σε κάθε περίπτωση το άρθρο 13 της ως άνω Οδηγίας προβλέπει ότι : "Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του ζημιωθέντος, να καταδικάζουν τον παραβάτη ο οποίος προέβη σε προσβολή του δικαιώματος από δόλο ή βαριά αμέλεια να καταβάλει στον δικαιούχο του δικαιώματος αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ο δικαιούχος εξαιτίας της προσβολή του δικαιώματος του διανοητικής ιδιοκτησίας " και όχι ελαφρά αμέλεια, όπως υποστηρίζουν οι εκκαλούσες.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Αναφορικά με την υπαιτιότητα των εκκαλουσών, την οποίαν αυτές αρνούνται με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, αποδείχθηκε ότι όλες οι εναγόμενες γνώριζαν και υπαιτίως προέβησαν στην χρήση της επίδικης φωτογραφίας, χωρίς την άδεια του δημιουργού της. Ειδικότερα, με βάση τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη, που συμμετείχε στην ως άνω έκθεση "...", χρησιμοποίησε για δικούς της διαφημιστικούς σκοπούς την επίδικη φωτογραφία, χωρίς να λάβει την άδεια του ενάγοντος, για να αποφύγει την καταβολή της αμοιβής του, καθώς γνώριζε ότι απαιτείται ξεχωριστή άδεια από τον δημιουργό για κάθε χρήση πνευματικού έργου.
Συνεπώς, υφίσταται στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης δόλια συμπεριφορά. Αλλά ίδια συμπεριφορά υπάρχει και στα πρόσωπα των νομίμων εκπροσώπων και των λοιπών εναγομένων, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού τους, που αποτελεί τον πέμπτο λόγο της έφεσης, καθώς η γνώση και η υπαίτια συμπεριφορά τους αποδεικνύεται από τα παρακάτω:
α) ενώ η τέταρτη εναγομένη έδωσε εντολή στον ως άνω αρχιτέκτονα για την διαφήμιση του κτιρίου ιδιοκτησίας της, που ο τελευταίος σχεδίασε, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε στεγάζονται η δεύτερη και η τέταρτη των εναγομένων, ο ενάγων έστειλε εξώδικο στην δεύτερη εναγομένη για την παράνομη χρήση της φωτογραφίας του στην έκθεση "...", η οποία όμως δεν απάντησε, για να διαμαρτυρηθεί ότι λ.χ δεν έχει καμία σχέση με τα καταγγελλόμενα σε βάρος της.
β) Παρά το γεγονός ότι στην έκθεση αυτή συμμετείχε μόνο η πρώτη ο εναγομένη, στο εκθεσιακό περίπτερο αυτής και δη στους τοίχους του, απεικονιζόταν το κτίριο με την επίδικη φωτογραφία, όπου στεγάζονται η δεύτερη και η τέταρτη εναγομένη, οι οποίες όμως δεν συμμετείχαν στην έκθεση. Στο σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι δεν γνώριζαν για την επίμαχη φωτογραφία, αφού δεν συμμετείχαν στην έκθεση αυτή, δεδομένου ότι η συμμετοχή της πρώτης μόνο εναγομένης οφείλεται καθαρά σε οικονομικούς λόγους, αφού το τίμημα για την συμμετοχή μετά του ΦΠΑ ήταν 41.106,60 ευρώ (βλ.
το προσκομιζόμενο από τις εναγόμενες με αριθμ .../4-2-2013 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρίας ... Α.Ε-Εκθέσεις- Εκδόσεις), γ) Ενώ η τέταρτη εναγομένη ήταν εντολέας του Π. Κ. για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του κτιρίου της και ως εκ τούτου ο τελευταίος έπρεπε να αποστείλει την φωτογραφία σε αναπαραγωγή (CD) σ' αυτήν, εκείνος την αποστέλλει στην υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης και τελικά χρησιμοποιείται από την πρώτη εναγομένη.
Κατά συνέπεια δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι όλες οι εταιρίες ήταν συνδεδεμένες μεταξύ τους και γνώριζαν για την παράνομη προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος, τόσο του περιουσιακού όσο και του ηθικού, αφού δεν ανέγραψαν το όνομά του κάτω από την φωτογραφία, που χρησιμοποίησαν, μη εξαιρουμένης ούτε της τρίτης εναγομένης, καθώς αυτή είναι η δικαιούχος του σήματος "..." χωρίς τη συναίνεση και γνώση της οποίας δεν υπήρχε περίπτωση να χρησιμοποιηθεί η φωτογραφία του ενάγοντος, που απεικόνιζε την εργοστασιακή μονάδα της συμμετέχουσας στην έκθεση εταιρίας με το σήμα αυτό, αφού τα προϊόντα και οι παρεχόμενες υπηρεσίες με το σήμα του καφέ "..." ταυτιζόταν με την επίδικη φωτογραφία αλλά ούτε και στις διαφημιστικές σακούλες με το ίδιο σήμα .
Πρέπει, συνεπώς να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος της έφεσης.
Περαιτέρω με τον ενδέκατο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες παραπονούνται για σφάλμα της εκκαλουμένης με το να δεχτεί ότι υπάρχει προσβολή του δικαιώματος πατρότητας στο έργο του ενάγοντος και συγκεκριμένα ότι η μη αναφορά του ονόματος του δημιουργού είναι προσβολή του ηθικού του δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι η μη αναγραφή του ονόματος του δημιουργού της φωτογραφίας, προσβάλλει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το ηθικό δικαίωμα αναγνώρισης της πατρότητας του έργου του ενάγοντος, ως πνευματικό πρωτότυπο δημιούργημα.
Βέβαια οι εναγόμενες διατείνονται προς αντίκρουση της προσβολής αυτής ότι επιτρέπεται ο περιορισμός της αξίωσης αναγραφής του ονόματος του δημιουργού πάνω στο έργο, όταν η μη αναγραφή είναι σύμφωνη με τις συναλλακτικές συνήθειες, κατά το άρθρο 38παρ.4του Ν.2121/1993, όπως συμβαίνει εν προκειμένω στις φωτογραφίες, που προορίζονται για διαφημιστική χρήση.
Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς από την προσκομιζόμενη φωτογραφία, που πλαισίωνε τους τοίχους του περιπτέρου των εναγομένων στην ως άνω έκθεση υπήρχε αναγραφή των λέξεων "εξωτερική άποψη εργοστασιακής μονάδας "...", που υποδηλώνει ότι υπήρχε δυνατότητα να αναγραφεί από κάτω με μικρότερα γράμματα το όνομα του δημιουργού της φωτογραφίας αυτής, ενώ όσον αφορά τις σακούλες, δεν είθισται να αναγράφεται το όνομα του δημιουργού, γιατί οι απεικονίσεις σ' αυτές συνήθως δεν αποτελούν καλλιτεχνικά δημιουργήματα, προστατευόμενα από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως εν προκειμένω.
Πέραν αυτών από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες, που ο ίδιος ως επαγγελματίας δημιούργησε και που έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα των συντακτών της 4ης-10-2014 και στο διαδίκτυο προκύπτει ότι αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του με μικρά γράμματα και στην άκρη αυτών (βλ. έντυπη έκθεση της έκθεσης φωτογραφίας του ενάγοντος για το …).
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες υπαίτια και παράνομα προσέβαλαν τα δικαιώματα του ενάγοντος, που απορρέουν από την πνευματική ιδιοκτησία, είναι υπόχρεοι προς αποζημίωσή του. Το ύψος της αποζημίωσης καθορίζεται, κατ' ελάχιστο όριο, από το διπλάσιο της αμοιβής, που συνήθως ή κατά νόμον, καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης, στην οποία προέβησαν οι εναγόμενες χωρίς την άδεια του ενάγοντος.
Από τα προσκομιζόμενα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και δη : α) από τις ένορκες καταθέσεις, του μόνιμου συνεργάτη της γκαλερί Κ., Μ. Κ., ότι η επίδικη φωτογραφία είναι υψηλής καλλιτεχνικής αξίας και η αμοιβή του φωτογράφου θα ήταν τουλάχιστον 5.000 ευρώ και της μάρτυρος Ε. Π., που κατέθεσε ότι η αμοιβή θα ήταν 5.000 ευρώ, β) από την από 12-10-2016 έκθεση εκτίμησης αξίας χρήσης φωτογραφίας του επαγγελματία ατζέντη φωτογράφων Κ.
Κ., που εκτιμά την αξία για κάθε μία από τις ως άνω χρήσεις στο ποσό των 5.000 ευρώ και για τις δύο επίδικες χρήσεις στο ποσό των 8.000 ευρώ συνολικά, γ) από τα με αριθμ ...-2-2009 και ...-7- 2009 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του φωτογράφου Β. Γ., στα οποία έλαβε αμοιβή 6.500 ευρώ για διαφημιστική χρήση των προϊόντων της εταιρίας … για το φθινόπωρο 2009- χειμώνα 2010 και το ποσό των 10.416 ευρώ για διαφημιστική χρήση φωτογραφίας του στο εμπορικό κέντρο ….
Αθηνών, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αξία της επίμαχης φωτογραφίας ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 3.500 ευρώ, την οποία οι εναγόμενες θα κατέβαλαν στον αντίδικο τους για την προπεριγραφείσα χρήση της, αλλά το ίδιο ποσό θα κατέβαλαν και σε οποιονδήποτε άλλο φωτογράφο για να τους παραχωρήσει την άδεια εκμετάλλευσης παρόμοιας φωτογραφίας.
Συνεπώς η εκκαλουμένη, που προσδιόρισε το ίδιο ποσό, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δέκατος τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι εσφαλμένα και αυθαίρετα η εκκαλουμένη καθόρισε το ύψος της αποζημίωσης, διότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία, που να αφορούν αντίστοιχες περιπτώσεις αμοιβής από την άδεια για την συγκεκριμένη χρήση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, οι εναγόμενες ενέχονται από κοινού να του καταβάλουν, σε ολόκληρο η κάθε μία, λόγω της κοινής τους υπαιτιότητας (926 ΑΚ), ως αποζημίωση το διπλάσιο της αξίας της φωτογραφίας και συγκεκριμένα το ποσό των 7.000 (3.500 Χ 2), εντόκως από την επόμενη ημέρα επίδοσης της αγωγής.
Περαιτέρω, λόγω της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, εφόσον το ως άνω πνευματικό του δημιούργημα χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συναίνεση του και προσβλήθηκε το ηθικό του δικαίωμα επ' αυτού. Για την αποκατάσταση της εν λόγω ηθικής βλάβης δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, η οποία κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσό των 3.000C, λαμβάνοντας υπόφη τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αδικοπραξία των εναγόμενων, το είδος και το βαθμό της υπαιτιότητάς τους, το μέγεθος της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος ως πνευματικού δημιουργού, που ήταν μεγάλη, αφού, όπως κατέθεσε ο Μ. Κ. η γνωστή γκαλερί Κ., που έχει φιλοξενήσει έργα διάσημων καλλιτεχνών, όπως του Γ. Τ., Γ. Χ. κλπ., εκπροσωπεί τα έργα του ενάγοντος, αλλά και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων.
Συνεπώς η εκκαλουμένη, που προσδιόρισε το ίδιο ποσό, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δέκατος τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τα παραπάνω απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο και μέρος του πέμπτου λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι εσφαλμένα ανέγνωσε και ερμήνευσε το περιεχόμενο του από 18-9-2012 ηλεκτρονικού μηνύματος (e mail), με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο αποδεικτικό αυτό έγγραφο, υποπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ακολούθως δε, λόγω της εσφαλμένης ανάγνωσης και ερμηνείας, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 65 του ν.2121/1993 ,αφού δεν υπάρχει προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος για το οποίο ζητήθηκε έννομη προστασία και όλως επικουρικά δεν υπάρχει υπαιτιότητά τους και όλως επικουρικότερα κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ ζητείται αποζημίωση και η απόφαση είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός ,κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,είναι αβάσιμος, πρωτίστως, ως αναπόδεικτος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν προσκομίζουν το πιο πάνω έγγραφο. Σε κάθε, όμως, περίπτωση , σύμφωνα και με όσα προβάλλουν οι αναιρεσείουσες, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, επειδή, δήθεν, περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο .Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα .
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί κατά το άνω μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ,είναι αβάσιμοι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 65 του ν.2121/1993,ενόψει του ότι τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι οι αναιρεσείουσες με τη χρήση της επίδικης φωτογραφίας στην έκθεση " ..." για δικούς τους διαφημιστικούς σκοπούς ,χωρίς να λάβουν άδεια του αναιρεσίβλητου για να αποφύγουν την καταβολή αμοιβής σ' αυτόν και χωρίς να αναγράψουν κάτω από τη φωτογραφία το όνομά του, από κοινού παράνομα και υπαίτια (από δόλο) προσέβαλαν α) το αποκλειστικό περιουσιακό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, που απορρέει από την πνευματική του ιδιοκτησία επί της επίδικης φωτογραφίας, με συνέπεια να είναι υποχρεωμένες να τον αποζημιώσουν και β) το ηθικό δικαίωμά του επ'αυτής, με συνέπεια να είναι υποχρεωμένες να του καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, πληρούν την έννοια της προσβολής του απόλυτου και αποκλειστικού περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος του πνευματικού δημιουργού, κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος, κατά το άνω μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας προσβολής από τις αναιρεσείουσες των δικαιωμάτων του αναιρεσίβλητου ως πνευματικού δημιουργού της επίδικης φωτογραφίας, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 65 του ν. 2121/1993.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, περαιτέρω δε περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις χωρίς να περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στο δεύτερο λόγο, κατ' εκτίμηση αυτών, ότι όλως επικουρικά υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το ζήτημα της απαίτησης αποζημίωσης από τον αναιρεσίβλητο, καθ' υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέες ως αόριστες, καθόσον οι αναιρεσείουσες δεν εκθέτουν ότι προέβαλαν ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, την επαναφορά της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τις παραδοχές και τα σφάλματα του τελευταίου δικαστηρίου επ' αυτής.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι ο ενάγων είχε το περιουσιακό δικαίωμα επί της φωτογραφίας και ότι παραχώρησε στον Π. Κ. την άδεια χρήσης αυτής μόνο για την προώθηση του αρχιτεκτονικού του έργου, ο τελευταίος δε την απέστειλε στις εναγόμενες για δημοσίευση του αρχιτεκτονικού του έργου και όχι για άλλες μορφές χρήσης ,όπως στη χρήση για διαφημιστικούς λόγους, στην οποία οι εναγόμενες προέβησαν, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα α) ότι ο ενάγων, ως πνευματικός δημιουργός είχε το περιουσιακό δικαίωμα της επίδικης φωτογραφίας και β) ότι οι εναγόμενες προέβησαν στην παράνομη χρήση αυτής, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 65 του ν. 2121/1993.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, περαιτέρω δε περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις χωρίς να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, περί ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με πληρότητα OL παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ,δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά ,που έγιναν δεκτά υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνο επιλεκτικά και κατά την εκδοχή των αναιρεσειουσών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σημειουμένου ότι η αναφορά σε ένα σημείο της απόφασης ότι η αποστολή των φωτογραφιών στις εναγόμενες έγινε από τον Π.Κ.
για δημοσιεύσεις του αρχιτεκτονικού του έργου και σε άλλο για αρχειακούς σκοπούς, δεν συνδέεται με το διατακτικό της απόφασης, αφού, κατά τις παραδοχές αυτής, η παράνομη ενέργεια των εναγόμενων λόγω της οποίας έγιναν εν μέρει δεκτά τα αγωγικά αιτήματα , είναι η χρήση της φωτογραφίας για διαφημιστικούς σκοπούς,χωρίς την άδεια του ενάγοντος και χωρίς να αναγράφεται το όνομά του ως δημιουργού, δηλαδή, χρήση που είναι διαφορετική και δεν καλύπτεται από οποιοδήποτε από τους δύο ανωτέρω σκοπούς αποστολής.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ,από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση της πρώτης εξ αυτών ότι δεν υπήρξε δόλος ή έστω ελαφρά αμέλεια ,επειδή θεωρούσαν ότι ο Κ. τις προέτρεψε να προβούν σε οποιαδήποτε δημοσίευση των φωτογραφιών θεωρούν χρήσιμη, με την αιτιολογία ότι η μεταβίβαση λόγω πώλησης ή δωρεάς του υλικού φορέα όπου ήταν αποθηκευμένα τα αντίγραφα των φωτογραφιών δεν συνιστά μεταβίβαση των δικαιωμάτων επί των φωτογραφιών, ενώ δεν ισχυρίστηκαν αυτό και επομένως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 17 του ν.2121/1993,καθόσον θεώρησαν ότι ο Κ.
τους παραχώρησε την άδεια χρήσης εν γνώσει και με τη συναίνεση του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και δεν μπορεί να θεμελιώσει τις επικαλούμενες παραβιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ,δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά ,που έγιναν δεκτά υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνο επιλεκτικά και κατά την εκδοχή του αναιρεσειουσών.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση των ανωτέρω όλως αορίστως προβαλλόμενων πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, στην ουσία πλήττει την υπό του Εφετείου ανέλεγκτη εκτίμηση περί του ότι οι εναγόμενες παράνομα και υπαίτια προέβησαν στη χρήση της επίδικης φωτογραφίας, δηλαδή πλήττει την εκτίμηση πραγμάτων από τις αποδείξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, Ολ ΑΠ 11/1996).
Ο λόγος αυτός απορίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, προκύπτει από την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 25/2003) είτε ρητά ,είτε " εκ του πράγματος" ,με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009).Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το έτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι δεν ενέργησαν παράνομα διότι, καλόπιστα πίστευαν, ότι ο Κ.
αποστέλλοντάς τους το CD των φωτογραφιών, τους χορήγησε μια περιορισμένη και μη αποκλειστική άδεια χρήσης για να προβούν σε οποιαδήποτε δημοσίευση χρειαστούν, κατά τις διατάξεις της μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος και όχι κατ'αυτές του άρθρου 1036 ΑΚ που ερεύνησε το Εφετείο. Από την επισκόπηση της από 15-12-2014 έφεσης των αναιρεσειουσών προκύπτει ότι αυτές με τον όγδοο λόγο και δωδέκατο λόγο αυτής παραπονούντο για σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, με την απόρριψη του ισχυρισμού τους , ότι ,ακόμη και αν ο Κ.
δεν είχε αποκτήσει περιουσιακό δικαίωμα επί της επίμαχης φωτογραφίας, οι ίδιες το απέκτησαν με καλόπιστη κτήση, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1036 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση ότι δεν ενέργησαν παράνομα διότι πίστευαν ότι η παραχώρηση άδειας χρήσης της φωτογραφίας από τον Κ. για σκοπούς δημοσιότητας αποτελεί μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί καλόπιστης κτήσης, με τις ανωτέρω αναφερόμενες αιτιολογίες ,κατά δε το επικουρικό μέρος του περί μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος ,τον έλαβε υπόψη εκ του πράγματος και τον απέρριψε σιωπηρά ,αφού δέχτηκε ότι οι αναιρεσείουσες χωρίς δικαίωμα και υπαίτια (με δόλο) χρησιμοποίησαν την επίδικη φωτογραφία για διαφημιστικούς σκοπούς.
Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ,κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι αβάσιμος.
Τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. (ΑΠ 289/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης OL αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η μη αναγραφή του ονόματος του δημιουργού της φωτογραφίας στην έκθεση "..." παραβιάζει τα συναλλακτικά ήθη , υπέπεσε στην από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποια τα παραβιασθέντα συναλλακτικά ήθη, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη μείζονα σκέψη, διότι έτσι όπως προβάλλεται η παραβίαση των συναλλακτικών ηθών, χωρίς δηλαδή να συναρτάται η εφαρμογή τους υποχρεωτικά από κανόνα δικαίου, δεν ιδρύει τον έκτου άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προαναφέρθηκε ότι" Η μη αναγραφή του ονόματος του δημιουργού της φωτογραφίας, προσβάλλει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το ηθικό δικαίωμα αναγνώρισης της πατρότητας του έργου του ενάγοντος, ως πνευματικό πρωτότυπο δημιούργημα.
Βέβαια οι εναγόμενες διατείνονται προς αντίκρουση της προσβολής αυτής ότι επιτρέπεται ο περιορισμός της αξίωσης αναγραφής του ονόματος του δημιουργού πάνω στο έργο, όταν η μη αναγραφή είναι σύμφωνη με τις συναλλακτικές συνήθειες, κατά το άρθρο 38 παρ.4 του Ν.2121/1993, όπως συμβαίνει εν προκειμένω στις φωτογραφίες, που προορίζονται για διαφημιστική χρήση.
Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς από την προσκομιζόμενη φωτογραφία, που πλαισίωνε τους τοίχους του περιπτέρου των εναγομένων στην ως άνω έκθεση υπήρχε αναγραφή των λέξεων "εξωτερική άποψη εργοστασιακής μονάδας "...", που υποδηλώνει ότι υπήρχε δυνατότητα να αναγραφεί από κάτω με μικρότερα γράμματα το όνομα του δημιουργού της φωτογραφίας αυτής, ενώ όσον αφορά τις σακούλες, δεν είθισται να αναγράφεται το όνομα του δημιουργού, γιατί οι απεικονίσεις σ' αυτές συνήθως δεν αποτελούν καλλιτεχνικά δημιουργήματα, προστατευόμενα από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως εν προκειμένω.
Πέραν αυτών από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες, που ο ίδιος ως επαγγελματίας δημιούργησε και που έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα των συντακτών της 4ης-10-2014 και στο διαδίκτυο προκύπτει ότι αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του με μικρά γράμματα και στην άκρη αυτών (βλ. έντυπη έκθεση της έκθεσης φωτογραφίας του ενάγοντος για το ….) ".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της προσβολής του ηθικού δικαιώματος αναγνώρισης της πατρότητας του έργου του αναιρεσίβλητου, με τη μη αναγραφή του ονόματος του στην επίδικη φωτογραφία του χρησιμοποίησαν οι αναιρεσείουσες για διαφημιστικούς λόγους, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 και 38 παρ. 4 του ν.2121/1993 , και ο περί του αντιθέτου ανωτέρω λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ.8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιώδεις, παραδεκτώς προταθέντες και νόμιμοι ισχυρισμοί τους οποίους το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στην έκβαση της δίκης.
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το ένα μέρος του, από τους αριθμούς 8 και 10 του ΚΠολΔ , οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στο συμπέρασμα για " τη γνώση και υπαίτια συμπεριφορά " των νομίμων εκπροσώπων τους, έλαβε υπόψη ισχυρισμό ότι η τέταρτη από αυτές έδωσε εντολή στον αρχιτέκτονα για τη διαφήμιση του κτιρίου της ιδιοκτησίας της, ισχυρισμό, τον οποίο αφενός δεν προέβαλαν και αφετέρου δεν αποδείχθηκε.
Ο λόγος αυτός, και κατά τα δύο μέρη του είναι απαράδεκτος ,καθόσον, ο αναφερόμενος ως ληφθείς υπόψη και μη αποδειχθείς ισχυρισμός, δεν αποτελεί "πράγμα ", κατά την ταυτόσημη έννοια των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που ανωτέρω αναφέρεται ,αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου, συναγόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του περί της ευθύνης όλων των αναιρεσειουσών.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλονται αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ανεπάρκεια αποδείξεων της πληττόμενης απόφασης ως προς παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειουσών.Ο λόγος αυτός είναι αόριστος ,καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ,δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα δικαίου, ο οποίος ουδόλως αναφέρεται, παρά μόνο επιλεκτικά και κατά την εκδοχή των αναιρεσειουσών.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση των ανωτέρω όλως αορίστως προβαλλόμενων πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, στην ουσία πλήττεται η υπό του Εφετείου ανέλεγκτη εκτίμηση περί του ότι οι εναγόμενες παράνομα και υπαίτια προέβησαν στη χρήση της επίδικης φωτογραφίας, δηλαδή η εκτίμηση πραγμάτων από τις αποδείξεις.
Ενόψει όλων αυτών, ,αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183,189, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ
την από 27 Μαΐου 2017 αίτηση των εταιριών με τις επωνυμίες 1) ... FOOD AND DRINKS A.E.B.E και ήδη ... FOD AND DRINKS A.E.B.E ,στην οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως η αρχικά αναιρεσείουσα ... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ, 2) ..., 3) Ι.Ν ΑΝΑΠΤΥΞΕΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ για αναίρεση της 139/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ