Legislator Case Law & Legislation
1420/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, ordering state to pay legal costs to claimants.

Case Number 1420/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding expropriation compensation. The claimants, heirs of original property owners, successfully argued that the state failed to pay full compensation for their agricultural lands. Consequently, the court ordered the Greek State to pay the legal costs incurred by the claimants in the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100 and 101 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that when a lower court partially annuls a decision and remands the case, the appellant may be ordered to pay the costs of the claimants if the appeal is partially successful regarding the substantive issues.

Keywords

AI generated
expropriation compensation legal costs allocation partial annulment Code of Civil Procedure state liability agricultural land heirs rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 100 and 101 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1420 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1420/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (πρώην ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.), που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Πελοποννήσου και Ιονίων Νήσων, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., …55) Δ. Γ. Ι., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 152), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Γ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2002 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 4-2-2003 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις άλλων προσώπων που επίσης δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά της οποίας ασκήθηκαν η από 3-11-2003 αίτηση αναίρεσης και οι από 12-10-2006 πρόσθετοι λόγοι αυτής και η από 3-11-2003 αίτηση αναίρεσης και οι από 17-12-2004 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Επ' αυτών εκδόθηκαν αντίστοιχα οι 485/2011 και 508/2005 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε εν μέρει η 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι, όμως, μετά την έκδοση και την έναρξη ισχύος του Ν. 4022/2011, έφεραν για συζήτηση την υπόθεση, με την από 13-3-2012 κλήση τους, στο νεοϊδρυθέν Εφετείο Δυτικής Στερεάς, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 2 του νόμου αυτού.

Εκδόθηκε η 90/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την 5/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2-9-2013 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 237/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την ως εφετειακή απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της από 12-9-2002 αίτησης αναφορικά με τις ιδιοκτησίες και τα αφορώντα αυτές αιτήματα, ως προς τις οποίες η προαναφερόμενη απόφαση κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί και των οποίων εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωσή τους φέρονται οι αιτούντες και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους που προβάλλουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, οι οποίοι σημειώνονται παραπλεύρως εκάστης των ιδιοκτησιών αυτών, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά επί της ουσίας και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθούν τα εις το σκεπτικό της αναφερόμενα έγγραφα.

Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28-3-2017 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 21-8-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη του πρώτου λόγου της αναίρεσης, β) την αποδοχή του δεύτερου λόγου καθόσον αφορά την με ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησία και την απόρριψη αυτού καθόσον αφορά τις με ΑΚΠ 93Β, 97, 99, 137, 139 και 145 ιδιοκτησίες και γ) την αποδοχή του τρίτου λόγου καθόσον αφορά τις με ΑΚΠ 80, 112, 129, 131, 138, 146 και 147 ιδιοκτησίες και την απόρριψη αυτού καθόσον αφορά τις με ΑΚΠ 81, 82, 83, 85, 87, 93Β, 99, 126, 133, 134, 137, 139, 145 και 152 ιδιοκτησίες.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-3-2017 κλήση του καλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των καθών η κλήση φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση η από 12-9-2002 και με αριθμό καταθ. 64/2002 αίτηση των καθών η κλήση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 237/2015 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), με την οποία, αφ' ενός μεν αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθμ. 90/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ως προς τους παρακάτω αναφερόμενους διαδίκους και κεφάλαιά της, αφ' ετέρου δε το Δικαστήριο αυτό κράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση, κατ' άρθρο.580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης και δικάζοντας αυτήν, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά επί της ουσίας, διατάσσοντας την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως.

Η αναιρεθείσα με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, υπ' αριθμ. 90/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 12-9-2002 και με αριθμό καταθ. 64/2002 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Πατρών, στρεφόμενη κατά του καλούντος Ελληνικού Δημοσίου, οι καθών η κλήση ή οι δικαιοπάροχοι ορισμένων απ' αυτούς, στη θέση των οποίων υπεισήλθαν στη συνέχεια, οι αναφερόμενοι στην ως άνω κλήση ως κληρονόμοι αρχικά εικαζόμενων δικαιούχων, ζήτησαν:

α) να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εκτάσεις ιδιοκτησίας τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά δυνάμει της υπ' αριθμ. 1097345/9820/0010/24-11-2000 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ Α' 888) για την βελτίωση της Εθνικής Οδού Αντιρρίου - Αμφιλοχίας στο τμήμα ευρείας παράκαμψης Αγρινίου χ.θ. 13+500 έως 18+700 στο ποσό των 29,70 ευρώ ανά τ.μ. (συμπεριλαμβανομένων και των θεωρούμενων από το Δημόσιο ως αυταποζημιούμενων ιδιοκτησιών), β) να καθορισθεί αποζημίωση για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα, που καθίστανται άχρηστα στο ποσό των 21,81 ευρώ ανά τ.μ.

και γ) να καθορισθεί αποζημίωση για τα επικείμενα (μνημονευόμενα και παραληφθέντα στον κτηματολογικό πίνακα) στα αναφερόμενα στο αιτητικό τους ποσά. Επί της ως άνω αιτήσεως των καθών η κλήση που εκδικάστηκε ενώπιον του Εφετείου Πατρών στις 3-4-2003 με την από 4-2-2003 υπ' αριθμ. καταθ. 21/2003 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και άλλες τρεις αιτήσεις) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 594/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων ως αυτοτελούς αιτήσεως, εκτίμησε αυτήν ως ανταίτηση και καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους στα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά.

Κατά της αποφάσεως αυτής, οι καθών η κλήση άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 3-11-2003 αίτηση αναιρέσεως και τους από 12-10-2006 προσθέτους λόγους, καθώς και την από 3-11-2003 αίτηση αναιρέσεως και τους από 17-12-2004 προσθέτους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι υπ' αριθ. 485/2011 και 508/2005 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, με τις οποίες αναιρέθηκε εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 594/2003 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το μέρος, που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών.

Οι καθών η κλήση, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4022/2011 (ΦΕΚ Α' 219/03-10-2011), με την οποία ορίζεται ότι οι πολιτικές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των Εφετείων Αθηνών, Πατρών, Αιγαίου και Κρήτης και υπάγονται εφεξής στην αρμοδιότητα των Εφετείων Ευβοίας, Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, Βορείου Αιγαίου και Ανατολικής Κρήτης, αντίστοιχα, μεταφέρονται και εκδικάζονται από τα τελευταία αυτά Εφετεία, αφού τηρηθούν οι διατάξεις του άρθρου 498 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με τις από 13-3-2012 (υπ' αριθμ. 10/2012 και 11/2012) κλήσεις τους έφεραν για συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του νεοϊδρυθέντος Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το οποίο με την υπ' αριθμ. 90/2013 οριστική απόφασή του έκανε αυτές εν μέρει δεκτές και αφ' ενός μεν προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης ακινήτων στα, εις το διατακτικό της αποφάσεως, αναφερόμενα ποσοστά της ορισθείσας με την υπ' αριθμ. 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών οριστικής τιμής μονάδας, αφ' ετέρου δε αναγνώρισε ότι οι αναφερόμενες στο ιστορικό της αποφάσεως εκτάσεις δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση και δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση, προσδιορίζοντας την οριστική τιμή τους ομοίως στα ποσά που ορίστηκαν με την υπ' αριθ. 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως ζήτησε το καλούν Ελληνικό Δημόσιο με την από 2-9-2013 και υπ' αριθ. καταθ. 21/2013 αίτησή του ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης αντιμωλία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 237/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), με την οποία τούτο, κατά τα προαναφερόμενα, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και ειδικότερα:

α) ως προς την με ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησία, με εικαζόμενους ιδιοκτήτες τους υπ' αριθμ. 15α, β, γ και δ των καθών η κλήση, αναφορικά με τον καθορισμό αποζημίωσης του εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντος τμήματος αυτής, και β) ως προς τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 80, με εικαζόμενο ιδιοκτήτη τον υπ' αριθμ. 1 των καθών η κλήση, 112, με εικαζόμενο ιδιοκτήτη τον υπ' αριθμ. 16 των καθών η κλήση, 129, με εικαζόμενο ιδιοκτήτη τον υπ' αριθμ. 20 των καθών η κλήση, 131, με εικαζόμενο ιδιοκτήτη τον υπ' αριθμ. 21 των καθών η κλήση, 138, με εικαζόμενους ιδιοκτήτες τους υπ' αριθμ. 25 έως και 34 των καθών η κλήση, 146 με εικαζόμενο ιδιοκτήτη τον υπ' αριθμ. 42 των καθών η κλήση, και 147, με εικαζόμενους ιδιοκτήτες τους υπ' αριθμ. 43 έως και 45 των καθών η κλήση, αναφορικά με το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας αυτών, ενώ απέρριψε την αναίρεση αυτή α) ως προς τις με ΑΚΠ 93Β, 97, 99, 137, 139 και 145 ιδιοκτησίες, αναφορικά με τον καθορισμό αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης απομενόντων τμημάτων αυτών, και β) ως προς τις με ΑΚΠ 81, 82, 83, 85, 87, 93Β, 99, 126, 133, 134, 137, 139, 145 και 152 ιδιοκτησίες, αναφορικά με το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας αυτών, με εικαζόμενους ιδιοκτήτες τους λοιπούς των καθών η κλήση, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την από 12-9-2002 αίτηση, αναφορικά με τις ιδιοκτησίες και τα αφορώντα αυτές αιτήματα, ως προς τις οποίες η προαναφερόμενη απόφαση κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά επί της ουσίας, και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, που θα οριζόταν με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, προκειμένου να προσκομισθούν τα κρίσιμα για την ασφαλή διάγνωση της υποθέσεως έγγραφα, τα οποία μνημονεύονται τόσο στην προσβαλλόμενη όσο και στις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων.

Επομένως, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρεται για συζήτηση η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό με την παραπάνω από 28-3-2017 κλήση του καλούντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 581 του ΚΠολΔ), μόνο ως προς τους προαναφερόμενους διαδίκους, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 90/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, και μόνο μέσα στα διαγραφόμενα από αυτή όρια, ενώ απαραδέκτως στρέφεται η ως άνω κλήση και κατά των λοιπών των καθών η κλήση διαδίκων, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση και δεν κρατήθηκε για εκδίκαση η από 12-9-2002 προαναφερόμενη αίτηση αναφορικά με αυτούς και τις ιδιοκτησίες τους.

Κατά συνέπεια η από 28-3-2017 κλήση προς συζήτηση του καλούντος Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των υπ' αριθ. 2 έως και 14, 17 έως και 19, 22 έως και 24, 35 έως και 41, 46 έως και 55.

Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 17 του ισχύοντος Συντάγματος "κανένας δεν στερείται της ιδιοκτησίας αυτού, παρά μόνον για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, πάντοτε αφού προηγηθεί "πλήρης" αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριωθέν κατά τον χρόνο της συζητήσεως στο Δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκτός αν παρέλθει έτος από την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου", ενώ το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 128 του ν. 4070/2012 (Α' 82/10.4.2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), προβλέπει ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνδέεται με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του θα είναι πια αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη (ΑΠ 427/2016, ΑΠ 565/ 2014).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 29 παρ. 2 εδάφ. α' του Ν. 2882/ 2001, που άρχισε να ισχύει από την 6-5-2001, απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουάριου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς την οποία εφαρμόζονται μόνον οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος.

Από τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με το άρθρο 117 παρ. 5 του Συντάγματος, προκύπτει ότι επί απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε μετά την 1-2-1971, ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του διέπεται από τις σχετικές διατάξεις του Ν. 2882/2001, εφόσον δεν έχει ασκηθεί ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου σχετική αίτηση μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου τούτου, δηλαδή μέχρι την 6-5-2001 ή προκειμένου για τον κρίσιμο χρόνο της αξίας των εν λόγω ακινήτων μέχρι την 1-1-2002, οπότε άρχισε να ισχύει το άρθρο 13 παρ. 1 περ.

β' του ίδιου νόμου (ΑΠ 1552/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 653/ 1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", "προκειμένου περί διανοίξεως εκτός Σχεδίου πόλεων Εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς, υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων, διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων..", κατά δε την §3 του ιδίου άρθρου "ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται διά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών" και κατά την §4 του εν λόγω άρθρου "οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι διά την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 62 του Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", ορίστηκε ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, "εφαρμόζονται και διά τας προς βελτίωσιν υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένας νέας χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων αυτών" (§9) και ότι "εφαρμόζονται και επί επαρχιακών και Δημοτικών ή Κοινοτικών οδών διά το μέχρι δεκαπέντε μέτρων πλάτος της οδού, εξαιρούμενων των περιπτώσεων διαπλατύνσεως των οδών τούτων" (§10), ενώ με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 1349/1983 το πλάτος της ζώνης των 30 μέτρων του άρθρου 1 § 1 του ως άνω Ν. 653/1977 αυξήθηκε σε πενήντα (50) μέτρα.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους" και που μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977.

Το τεκμήριο αυτό, το οποίο αρχικά είχε κριθεί νομολογιακώς ότι ίσχυε ως αμάχητο (Ολ.ΑΠ 14/1991), υπό την έννοια ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού, ήδη ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Ειδικότερα, με το άρθρο 33 §§ 1 έως 4, 6 και 7 του Ν. 2971/2001 ορίσθηκαν τα ακόλουθα: 1.- Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου" (§1), 2.- "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης" (§2), 3.- "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανικό του αρμόδιου από το σκοπό της απαλλοτρίωσης φορέα, ως Πρόεδρο..." (§3), 4.- "Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του (§4), 5.- "Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.

Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο... Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης..." (§6) και 6.- "Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας.

Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση" (§7).

Περαιτέρω, με το εδάφιο α' του άρθρου 37 του προαναφερόμενου νόμου ορίσθηκε ότι η ισχύς των διατάξεων του πιο άνω άρθρου 33 του εν λόγω νόμου αρχίζει "..μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Η τήρηση της ειδικής διαδικασίας και της προδικασίας που προβλέπονται από το νόμο 271/2001 απαιτείται μόνο αν υποβληθεί χωριστό αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ στην περίπτωση που το αίτημα αυτό υποβληθεί σωρευτικά με εκείνο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης δεν εφαρμόζονται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε και η προδικασία που προβλέπονται από το ν. 2971/2001 και κατά συνέπεια δεν απαιτείται και η τήρηση της προθεσμίας των δύο μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα και ειδικότερα ότι: α) με το άρθρο 33 § 1 του Ν. 2971/ 2001 το τεκμήριο του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, β) οι διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 33 αφορούν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, ήτοι εκείνες που κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, και επεκτείνονται και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, των οποίων όμως δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής (Β' Τακτική ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 955/2012, ΑΠ 1056/2008), και γ) οι προϋποθέσεις άρσης του τεκμηρίου αυτοαποζημίωσης καθορίζονται ενδεικτικά, τούτου συναγομένου από τη χρήση του επιρρήματος "ιδία", στο ως άνω άρθρο 33 § 4 του εν λόγω Ν. 2971/2001 και ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των αιτούντων - καθών η κλήση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας Π. Τ., πολιτικού μηχανικού, που εξέδωσε την αναιρεθείσα εν μέρει υπ' αριθμ. 90/2013 απόφαση, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εν λόγω απόφαση πρακτικά, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση, μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. 1097345/9820/0010/24-11-2000 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

με το ΦΕΚ δημοσιεύσεως 888/18-12-2000 τ. Δ', τέσσερα πιστοποιητικά των τότε Υποθηκοφυλακείων Αιτωλικού και Παραχελωίτιδος περί μεταγραφής της ως άνω αποφάσεως και περί αδυναμίας εκδόσεως πιστοποιητικών ιδιοκτησίας, βαρών και διεκδικήσεων, ο κτηματολογικός πίνακας της ένδικης απαλλοτριώσεως, εννέα κτηματολογικά διαγράμματα, η από 12-4-2001 έκθεση εκτιμήσεως, τα υπ' αριθ.

πρωτ. 1131/12-4-2012 και 1456/8-6-2012 έγγραφα της ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, η από 16-2-2006 έκθεση της επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, μερικά των οποίων μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται η εξέταση κανενός από αυτά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 1097345/9820/000/24.11.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 888 τ.

Δ'/18.12.2000) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και με δαπάνες αυτού, καθώς και των παρόδιων ιδιοκτητών και συγκεκριμένα για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού Αντιρρίου - Αμφιλοχίας στο τμήμα ευρείας παράκαμψης Αγρίνιου, στη χιλιομετρική θέση 13 + 500 έως 18 + 700, συνολικής έκτασης 424.638,8 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Αιτωλοακαρνανίας και απεικονίζεται στα από μηνός Μαρτίου 2000 και με αριθμούς σχεδίων ΚΔ1, ΚΔ2, ΚΔ3 έως ΚΔ9 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συνταχθεί από τον τοπογράφο μηχανικό Δ.

Τ. και έχουν θεωρηθεί από το Δ/ντή της Δ/νσης Δ12 Απαλλοτριώσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ.. Στην έκταση που απαλλοτριώνεται περιλαμβάνονται και οι φερόμενες ως ανήκουσες στους καθών η κλήση ιδιοκτησίες, οι οποίες εικονίζονται στα με αριθμούς ΚΔ7, ΚΔ8 και ΚΔ9 κτηματολογικά διαγράμματα και στον κτηματολογικό πίνακα με τους αριθμ. 80 -152 που βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες των δ.δ. ...

του Δήμου Αστακού και ... του Δήμου Στράτου και συγκεκριμένα: Α) Η ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στους υπ' αριθμ. 15α, β, γ, δ των καθών η κλήση: α. Ε. χα Ν. Π., το γένος Ι. Κ., Κ. Π. του Ν., Γ. Π. του Ν. και Δ. Π. του Ν., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Ν. Π. του Κ., Β) Η ΑΚΠ 80 ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στον υπ' αριθμ. 1 των καθών η κλήση Ε.

Π. Ι., Γ) Η ΑΚΠ 112 ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στον υπ' αριθμ. 16 των καθών η κλήση Ν. Γ. του Ν., ως κληρονόμο του Ν. Γ. του Γ., Δ) Η ΑΚΠ 129 ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στον υπ' αριθμ. 20 των καθών η κλήση Γ. Χ. του Γ., Ε) Η ΑΚΠ 131 ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στον υπ' αριθμ. 21 των καθών η κλήση Κ.

Μ. του Π., ΣΤ) Η ΑΚΠ 138 ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στους υπ' αριθμ. 25 έως και 34 των καθών η κλήση, Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Ά. Γ. του Θ., Σ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ. (ως κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου Κ. Γ. του Θ.), Χ. Γ. του Θ., Ά. συζ. Θ. Γ. και Σ. θυγ.

Θ. Γ., αντίστοιχα, Ζ) Η ΑΚΠ 146 ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στον υπ' αριθμ. 42 των καθών η κλήση Κ. Γ. του Χ. και Η) Η ΑΚΠ 147 ιδιοκτησία, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στις υπ' αριθμ. 43 έως 45 των καθών η κλήση: Γ. χα Θ. Κ., θυγ. Ν. Β. (43η), Θ. Κ. του Θ. (44η), Α. Κ. του Θ. (45η), ως κληρονόμων του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Θ.

Κ. του Π.. Οι παραπάνω απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες είναι όλες καλλιεργούμενοι αγροί και ποτίζονται από τα αρδευτικά έργα του Αχελώου ποταμού και από γεωτρήσεις που υπάρχουν στις περιοχές των παραπάνω δημοτικών διαμερισμάτων ... και .... Με την 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε, εκτός άλλων, επί της προαναφερόμενης από 12-9-2002 και με αριθμό καταθ. 64/2002 κρινόμενης αίτησης των καθών η κλήση, μεταξύ του καλούντος - καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου και των ως άνω καθών η κλήση αιτούντων ή των αρχικά αιτούντων -δικαιοπαρόχων τους, στη δικονομική θέση των οποίων υπεισήλθαν οι κληρονόμοι τους, που αναφέρονται παραπάνω, καθορίστηκε αμετακλήτως η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενά του, στα αναφερόμενα στο διατακτικό της ως άνω απόφασης ποσά, και συγκεκριμένα, καθόσον αφορά στις εδαφικές εκτάσεις:

α) για τους κείμενους στην περιοχή της Παλιομάνινας αρδευόμενους αγρούς σε 4 ευρώ ανά τ.μ. και β) για τους κείμενους στη περιοχή της ... αρδευόμενους αγρούς σε 5 ευρώ ανά τ.μ.

Εξάλλου, αναφορικά με το στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ αίτημα της από 12-9-2002 και υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτησης ενώπιον του Εφετείου Πατρών, για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για την εναπομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση της υπ' αριθμ. Κ.Π. 100Α ιδιοκτησίας στους φερόμενους ιδιοκτήτες της α. Ε. χα Ν. Π., το γένος Ι. Κ., Κ. Π. του Ν., Γ. Π. του Ν. και Δ. Π. του Ν., κληρονόμους του αποβιώσαντος Ν. Π. του Κ., και ειδικότερα αναφορικά με την κατάσταση της εν λόγω ιδιοκτησίας πριν από την απαλλοτρίωση, και την κατάσταση του εναπομένοντος τμήματος μετά απ' αυτήν, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τον ως άνω κτηματολογικό πίνακα και τα διαγράμματα, καθώς και τη συνταχθείσα από 16-2-2006 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αποδείχτηκαν τα εξής: Σύμφωνα με την από 16-2-2006 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/ 2001 η κατάσταση της εν λόγω ιδιοκτησίας πριν από την απαλλοτρίωση, καθώς και η κατάσταση του εναπομένοντος μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος αυτής, όπως αναγράφεται αυτολεξεί στην εν λόγω έκθεση, έχουν ως εξής: "ΑΚΠ: 100Α I. Κατάσταση ακινήτου πριν την απαλλοτρίωση 1. Πολεοδομική θέση: Εκτός σχεδίου. 2. Οικοπεδική αξία: Ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία του κτημ. διαγράμματος το εμβαδόν του ήταν μεγαλύτερο των 4.000 m2. 3. Σύνδεση

με οδικό δίκτυο: Είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5,00 μ. 4. Χρήση ακίνητου: Αγρός ποτιστικός. II. Κατάσταση απομένοντος ακίνητου 1. Σύνδεση με οδικό δίκτυο -δυνατότητα πρόσβασης στο έργο. Αποκτά πρόσωπο και δυνατότητα πρόσβασης στη δεξιά παράπλευρη οδό "...", η οποία περιλαμβάνεται στο σχεδίασμα της μελέτης της αρτηρίας. 2.

Επιπτώσεις στη χρήση του ακινήτου: Η γεωργική χρήση του ακινήτου επηρεάζεται εν μέρει λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του. 3. Αρτιότητα - Οικοδομησιμότητα: Παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο. 4. Τεκμήριο ωφελείας: Υπάρχει ωφέλεια του ακινήτου από την απόκτηση προσώπου στη δεξιά παράπλευρη οδό "...", τις νέες δυνατότητες κυκλοφοριακής σύνδεσης και τη γενικότερη ανάπτυξη λόγω των έργων υποδομής στην περιοχή".

Από την παραπάνω έκθεση, σε συνδυασμό με την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχτηκε ότι η αξία του απομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος της ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησίας, η οποία ήταν αγρός ποτιστικός, εμβαδού 11.413 τ.μ, άρτια και οικοδομήσιμη, δεν υπέστη σημαντική μείωση, αφού, ανεξάρτητα από την έκτασή του, συνέχισε να έχει την ίδια χρήση την οποία είχε μέχρι την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, που ήταν αποκλειστικά η αγροτική, σύμφωνα με τον κύριο προορισμό του, ως ποτιστικού αγρού, προοριζόμενου για αγροτική εκμετάλλευση, ενώ ακόμη αυτό παρέμεινε άρτιο και οικοδομήσιμο, όπως ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και γενικά δεν αποδείχτηκε ότι από τη μείωση της επιφάνειας του ακινήτου του λόγω της απαλλοτρίωσης αλλά και από το είδος του έργου για την εκτέλεση του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση, επηρεάστηκε δυσμενώς, για συγκεκριμένους λόγους, τόσο η γεωργική του εκμετάλλευση, που αποτελεί τον κύριο προορισμό του, όσο και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, τις οποίες διατήρησε και μετά την απαλλοτρίωση.

Με τα δεδομένα αυτά, η από 12-9-2002 και υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ως προς το αίτημά της για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για την εναπομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση της υπ' αριθμ. Κ.Π. 100Α ιδιοκτησίας στους φερόμενους ιδιοκτήτες της α. Ε. χα Ν. Π., το γένος Ι. Κ., Κ. Π. του Ν., Γ.

Π. του Ν. και Δ. Π. του Ν., κληρονόμους του αποβιώσαντος Ν. Π. του Κ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστούν οι εν λόγω αιτούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του καθού η αίτηση - καλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένων κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957. Περαιτέρω, σχετικά με το αίτημα της από 12-9-2002 και υπ' αριθμ.

καταθ. 64/2002 αίτησης ενώπιον του Εφετείου Πατρών, για άρση της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης των αιτούντων - καθών η κλήση, που φέρονται ως ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων υπ' αριθμ. ΚΠ 80, 112, 129, 131, 138, 146, 147 ιδιοκτησιών, το οποίο παραδεκτώς σωρεύεται στην ως άνω αίτηση με το αίτημα καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης και επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις ίδιες ιδιοκτησίες, αποδείχτηκαν από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, τα εξής: 1) Η απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία υπ' αριθμ.

ΚΠ 80 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, δεν ήταν άρτια ούτε οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μικρότερο των 4.000 τ.μ. (3.542 τ.μ.) και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5,50 μ.. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου αυτού, εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση σε αγροτική οδό και δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε γέφυρα ύψους 10 μ.

περίπου, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού, της παράπλευρης οδού ... και της κάθετης οδού Κ22. Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της ... 1.100 μ. περίπου, παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ολόκληρο δε βρίσκεται μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου σύμφωνα με το ΠΔ της 24-6/15-7-98 δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία και η επιφάνεια του καταστρώματος αυτής βρίσκεται σε γέφυρα ύψους 10 μ. από το ακίνητο αυτό. 2) Η ιδιοκτησία 112 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, δεν ήταν άρτια ούτε οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 1.269 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό, πλάτους 5.00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην αριστερή παράπλευρη οδό SR9L και μέσω αυτής αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο, ενώ απέχει από τον κόμβο της ... 200 μ. περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην παράπλευρη οδό, και μέσω αυτής πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο, η οποία προσφέρει νέες δυνατότητες ανάπτυξης, ενώ ακόμη η γεωργική της χρήση, που αποτελεί τον αποκλειστικό προορισμό της, δεν επηρεάζεται. 3) Η ιδιοκτησία 129 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο στο νέο αυτοκινητόδρομο και πρόσβαση σ' αυτόν μέσω αγροτικής οδού, αφού η άμεση πρόσβαση δεν είναι δυνατή, διότι πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ενώ απέχει από τον κόμβο της ... 2.000 μ. περίπου.

Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται, ενώ η Ιονία οδός έχει κατασκευαστεί στη θέση του ακινήτου σε όρυγμα. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στη διανοιγόμενη οδό, η οποία στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα, ούτε αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση σε παράπλευρη οδό. 4) Η ιδιοκτησία 131 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5.00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στον κλάδο KL-A, αποκτά πρόσωπο στον νέο αυτοκινητόδρομο, αλλά όχι άμεση πρόσβαση σ' αυτόν, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, αλλά αποκτά πρόσβαση σ' αυτόν μέσω αγροτικής οδού και της δεξιάς παράπλευρης οδού ..., ενώ απέχει από τον κόμβο της ... 100 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο, διότι ολόκληρο βρίσκεται μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στη διανοιγόμενη οδό, ούτε πρόσωπο σε παράπλευρη οδό, και επί πλέον επηρεάζεται αρνητικά η οικοδομησιμότητά της. 5) Η ιδιοκτησία 138 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού και της οδού ... - ....

Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της ... 4.000 μ. περίπου, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στη διανοιγόμενη οδό, η επιφάνεια του καταστρώματος της οποίας βρίσκεται χαμηλότερα από το ακίνητο κατά 4 μ.

περίπου, ούτε αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση σε παράπλευρη οδό, και επί πλέον επηρεάζεται αρνητικά η οικοδομησιμότητά της. 6) Η ιδιοκτησία 146 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού και της οδού ... - ....

Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της ... 4.000 μ. περίπου, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στη διανοιγόμενη οδό, η επιφάνεια του καταστρώματος της οποίας βρίσκεται χαμηλότερα από το ακίνητο κατά 2 μ.

περίπου, ούτε αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση σε παράπλευρη οδό. 7) Η ιδιοκτησία 147 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου αυτού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού και της οδού ... - ....

Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της ... 4.000 μ. περίπου, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στη διανοιγόμενη οδό, η επιφάνεια του καταστρώματος της οποίας βρίσκεται χαμηλότερα από το ακίνητο κατά 2 μ.

περίπου, ούτε αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση σε παράπλευρη οδό. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, πρέπει: Α) Καθόσον μεν αφορά στον καθού η κλήση Ν. Γ. του Ν., ως κληρονόμο του Ν. Γ. του Γ., φερόμενο ως ιδιοκτήτη της υπ' αριθμ. ΚΠ 112 ιδιοκτησίας, η οποία αποδείχτηκε ότι ωφελείται από την απαλλοτρίωση, να απορριφθεί η από 12-9-2002 και υπ' αριθμ.

καταθ. 64/2002 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ως προς το αίτημά της για άρση της υποχρέωσης για αυτοαποζημίωση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο εν λόγω αιτών - καθού η κλήση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του καθού η αίτηση - καλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένων κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.

Β) Καθόσον δε αφορά στους λοιπούς των καθών η κλήση -αιτούντες, φερόμενους ως ιδιοκτήτες των προαναφερόμενων υπ' αριθμ. ΚΠ 80, 129, 131, 138, 146, 147 ιδιοκτησιών, που δεν αποδείχτηκε ότι ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, 1) Ε. Π. Ι., 2) Γ. Χ. του Γ., 3) Κ. Μ. του Π., 4) Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Ά. Γ. του Θ., Σ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ. (ως κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου Κ. Γ. του Θ.), Χ. Γ. του Θ., Ά. συζ. Θ. Γ. και Σ. θυγ. Θ. Γ., 5) Κ. Γ. του Χ. και 6) α) Γ. χα Θ. Κ., θυγ. Ν. Β. (43η), β) Θ. Κ. του Θ., γ) Α. Κ. του Θ., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Θ. Κ. του Π., αντίστοιχα, να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή, ως προς το ίδιο, επίσης, αίτημά της για άρση της υποχρέωσης για αυτοαποζημίωση και να αναγνωριστεί ότι οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες τους εν λόγω αιτούντες δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και ότι έχουν δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση και για τη φερόμενη ως αυτοαποζημιούμενη έκταση των ιδιοκτησιών τους, με βάση την τιμή μονάδας αποζημίωσης που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών για το έδαφος των απαλλοτριούμενων ακινήτων και συγκεκριμένα: α) για τους κείμενους στην περιοχή της ... αρδευόμενους αγρούς σε 4 ευρώ ανά τ.μ. και β) για τους κείμενους στη περιοχή της ... αρδευόμενους αγρούς σε 5 ευρώ ανά τ.μ..

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρ. 18 § 4 ν. 2882/ 2001, με την οποία ορίζεται ότι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1α, 68 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" συνάγεται ως προς την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης για απαλλοτρίωση ακινήτου (καθού η απαλλοτρίωση), που περιλαμβάνεται στη δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται με την σχετική απόφαση στη δίκη της απαλλοτρίωσης, ότι οι διαδικασίες για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης αφορούν στη διερεύνηση μίας και της αυτής διαφοράς, γι' αυτό ο δικαιούχος της αποζημίωσης και σε περίπτωση διπλού, προσωρινού και οριστικού, προσδιορισμού της αποζημίωσης μία φορά θα πληρώσει, στα πλαίσια της μεταξύ τους σχέσης, αμοιβή στο δικηγόρο του που παραστάθηκε και στις δύο διαδικασίες, διότι ουσιαστικά αυτός μία φορά παρέσχε την εργασία του καθώς και ότι η αμοιβή αυτή που καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στον δικηγόρο του αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος αυτού και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην φαλκιδεύεται αυτή και να είναι πλήρης (άρθρ. 17 §§ 1 και 4 του Συντάγματος), ανέρχεται δε, εφόσον δεν υπάρχει ειδική περί αυτής συμφωνία, κατά τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων σε ποσοστό επί της οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα α) σε 2% για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της ανταίτησης και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο.

Το καθού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, που είναι υπόχρεο προς αποζημίωση, πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των αμέσως παραπάνω αιτούντων - δικαιούχων της αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει:

α) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων και την αμοιβή του για τη σύνταξη της αίτησης και των προτάσεών τους. Η αμοιβή αυτή ανέρχεται, σύμφωνα με τα άρθρα 63 παρ. 1 και 68 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 σε ποσοστό 3% επί της επιδικασθησόμενης αποζημιώσεως (2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως) θα επιδικασθεί όμως, μειωμένη κατά το ήμισυ, δηλ.

σε ποσοστό 1,5% σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 (εδάφιο τρίτο) του ν. 2882/ 2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, με την οποία ορίζεται ότι "Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων" και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ' των μεταβατικών διατάξεων του νόμου αυτού, και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α'/82/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την απευθυνόμενη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου από 28.3-2017 κλήση του καλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των υπ' αριθ. 2 έως και 14, 17 έως και 19, 22 έως και 24, 35 έως και 41, 46 έως και 55 των καθών η κλήση. Δικάζει αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από 12-9-2002 και υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών: Α) ως προς το αίτημά της για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματος της ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησίας, με φερόμενους ιδιοκτήτες αυτής τους υπ' αριθμ. 15α, β, γ, δ των καθών η κλήση: α. Ε. χα Ν. Π., το γένος Ι. Κ., Κ. Π. του Ν., Γ. Π. του Ν. και Δ. Π. του Ν., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος Ν. Π. του Κ., και Β) ως προς το αίτημά της για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των με ΑΚΠ 80, 112, 129, 131, 138, 146 και 147 ιδιοκτησιών, με φερόμενους ιδιοκτήτες, αντίστοιχα, τους: 1) Ε. Π. του Ι. (ΑΚΠ 80), 2) Ν. Γ. του Ν., ως κληρονόμο του Ν. Γ. του Γ. (ΑΚΠ 112), 3) Γ. Χ. του Γ. (ΑΚΠ 129), 4) Κ. Μ. του Π. (ΑΚΠ 131), 5) Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Ά. Γ. του Θ., Σ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., ως κληρονόμoυς του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου Κ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., Ά. συζ. Θ. Γ. και Σ. θυγ. Θ. Γ. (ΑΚΠ 138), 6) Κ. Γ. του Χ. (ΑΚΠ 146) και 7) α) Γ. χα Θ. Κ., θυγ. Ν. Β., β) Θ. Κ. του Θ., γ) Α. Κ. του Θ., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Θ. Κ. του Π. (ΑΚΠ 147).

Απορρίπτει την από 12-9-2002 και υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ως προς το αίτημά της για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματος της ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησίας, η οποία φέρεται ως ανήκουσα στους υπ' αριθμ. 15α, β, γ, δ των καθών η κλήση: α. Ε. χα Ν. Π., το γένος Ι. Κ., Κ. Π. του Ν., Γ. Π. του Ν. και Δ. Π. του Ν., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος Ν. Π. του Κ..

Απορρίπτει την από 12-9-2002 και υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ως προς το αίτημά της για άρση της υποχρέωσης για αυτοαποζημίωση, ως προς τον καθού η κλήση Ν. Γ. του Ν., ως κληρονόμο του Ν. Γ. του Γ., φερόμενο ως ιδιοκτήτη της υπ' αριθμ. ΚΠ 112 ιδιοκτησίας.

Καταδικάζει τους ως άνω αιτούντες - καθών η κλήση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του καλούντος - καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Δέχεται την από 12-9-2002 και υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ως προς το αίτημά της για άρση της υποχρέωσης για αυτοαποζημίωση, ως προς τους αιτούντες: 1) Ε.

Π. του Ι. (ΑΚΠ 80), 2) Γ. Χ. του Γ. (ΑΚΠ 129), 3) Κ. Μ. του Π. (ΑΚΠ 131), 4) Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Ά. Γ. του Θ., Σ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., ως κληρονόμoυς του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου Κ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., Ά. συζ. Θ. Γ. και Σ. θυγ. Θ. Γ. (ΑΚΠ 138), 5) Κ. Γ. του Χ. (ΑΚΠ 146) και 6) α) Γ. χα Θ. Κ., θυγ.

Ν. Β., β) Θ. Κ. του Θ., γ) Α. Κ. του Θ., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Θ. Κ. του Π. (ΑΚΠ 147). Αναγνωρίζει ότι δεν ωφελούνται από την ανωτέρω απαλλοτρίωση και δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση, οι αναφερόμενες στο σκεπτικό ιδιοκτησίες α) ΑΚΠ 80, β) ΑΚΠ 129, γ) ΑΚΠ 131, δ) ΑΚΠ 138, ε) ΑΚΠ 146 και στ) ΑΚΠ 147, φερόμενες ως ανήκουσες στους αμέσως παραπάνω καθών η κλήση -αιτούντες 1) Ε.

Π. του Ι. (ΑΚΠ 80), 2) Γ. Χ. του Γ. (ΑΚΠ 129), 3) Κ. Μ. του Π. (ΑΚΠ 131), 4) Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Μ. χα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Ά. Γ. του Θ., Σ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., ως κληρονόμoυς του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου Κ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., Ά. συζ. Θ. Γ. και Σ. θυγ. Θ. Γ. (ΑΚΠ 138), 5) Κ. Γ. του Χ. (ΑΚΠ 146) και 6) α) Γ. χα Θ. Κ., θυγ.

Ν. Β., β) Θ. Κ. του Θ., γ) Α. Κ. του Θ., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Θ. Κ. του Π. (ΑΚΠ 147) και ότι οι εν λόγω διάδικοι έχουν δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση και για τη φερόμενη ως αυτοαποζημιούμενη έκταση των ιδιοκτησιών τους, με βάση την τιμή μονάδας αποζημίωσης που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών για το έδαφος των απαλλοτριούμενων ακινήτων και συγκεκριμένα:

α) για τους κείμενους στην περιοχή της ... αρδευόμενους αγρούς σε 4 ευρώ ανά τ.μ. και β) για τους κείμενους στη περιοχή της ... αρδευόμενους αγρούς σε 5 ευρώ ανά τ.μ.

Καταδικάζει το καλούν - καθού η από 12-9-2002 και υπ' αριθμ. καταθ. 64/2002 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, Ελληνικό Δημόσιο, στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των καθών η κλήση - αιτούντων: 1) Ε. Π. του Ι. (ΑΚΠ 80), 2) Γ. Χ. του Γ. (ΑΚΠ 129), 3) Κ. Μ. του Π. (ΑΚΠ 131), 4) Μ. χας Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Μ. χας Θ. Γ., το γένος Π. Γ., Ι. Γ. του Θ., Ά.ς Γ. του Θ., Σ.ς Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου Κ. Γ. του Θ., Χ. Γ. του Θ., Ά.ς συζ. Θ. Γ. και Σ.ς θυγ. Θ. Γ. (ΑΚΠ 138), 5) Κ. Γ. του Χ. (ΑΚΠ 146) και 6) α) Γ. χας Θ. Κ., θυγ. Ν. Β., β) Θ. Κ. του Θ., γ) Α. Κ. του Θ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Θ. Κ. του Π. (ΑΚΠ 147), την οποία ορίζει α) σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης που ορίστηκε με την απόφαση αυτή, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους για τη σύνταξη της αίτησης και των προτάσεων επ' αυτής και β) σε πεντακόσια (500) ευρώ, για κάθε φερόμενο ιδιοκτήτη ή ομάδα ιδιοκτητών των ως άνω ιδιοκτησιών, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους για την παράστασή του στις δίκες για τον προσωρινό και οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως και για τα λοιπά απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ