1420/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004, "Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειάς του με αποδοχές, κατ’ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση.
Legislator headnote
AI generated1420/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
Full text
Απόφαση 1420 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1420/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατάθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1040/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3879/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/5/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 7/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004, "Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειάς του με αποδοχές, κατ’ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση.
Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια είκοσι τεσσάρων (24) εργασίμων ημερών ή, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ’ αυτές η ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί, λόγω του εφαρμοζομένου συστήματος εργασίας" (Παρ. 1α).
Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγεί σ’ αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας" (παρ. 1β). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Α.Ν. 53/1945 και άρθρο 1 παρ. 2 ΝΔ 454/1966, κατά τη διάρκεια της άδειας, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη τις συνήθεις αποδοχές, που θα ελάμβανε εάν πραγματικά απασχολείτο κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του.
Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη άδεια που δικαιούται, υποχρεούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος μέσα στο οποίο όφειλε να χορηγήσει την άδεια, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας του, αυξημένες κατά 100%, δηλαδή στο διπλάσιο (άρθρο 3 Ν.Δ. 3755/1957) (ΑΠ 1189/2013, ΑΠ 192/2011, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 437/2010).
Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (ΑΠ 192/2011, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 437/2010).
Τέλος κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 718/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως προς το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για καταβολή αποδοχών και επιδόματος αδείας κατά το έτος 2006, για την προσφερόμενη εργασία του προς την αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο ενάγων- αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη εταιρεία την 10-4-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στο εργοτάξιό της στην ...
Χίου, ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τις 17-10-2008, οπότε η τελευταία προέβη σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του και του κατέβαλε αποζημίωση απολύσεως ποσού 3.022 ευρώ, ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος διέπονταν και καθορίζονταν από τις διαδοχικά ισχύουσες κάθε φορά εθνικές κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.) και διαιτητικές αποφάσεις (Δ.Α.) "των εργαζομένων στις τεχνικές, μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις όλης της Χώρας", ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη απασχολούμενος με την οδήγηση φορτηγών αυτοκινήτων, ότι ο ενάγων, ως υπαγόμενος στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δικαιούται μετά τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου των 10 μηνών στον ίδιο εργοδότη, ήτοι στις 10-2-2007, 20 ημέρες αδείας για το έτος 2007 και 21 ημέρες αδείας για το έτος 2008, τις οποίες σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν έλαβε, ενώ για αποδοχές αδείας δικαιούται τα 24/25 των τακτικών αποδοχών του για το έτος 2007 και ένα μηνιαίο μισθό για το έτος 2008, για δε το επίδομα αδείας δικαιούται το 1/2 των τακτικών αποδοχών του για καθένα των ετών 2ϋ07 και 2008, ότι επομένως ο ενάγων δικαιούται για αποδοχές και επιδόματα αδείας για τα έτη 2007 και 2008 συνολικά το ποσό των 3.311 ευρώ, ότι για το έτος 2006 ο ενάγων δεν δικαιούται αποδοχών και επιδόματος αδείας, αφού δεν είχε συμπληρώσει το βασικό χρόνο απασχόλησης των 10 μηνών στον ίδιο εργοδότη κατά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομένης με τον οποίο πλήττεται, η εκκαλούμενη απόφαση για την επιδίκαση αποδοχών αδείας για όλα τα ανωτέρω έτη εργασίας του ενάγοντος και συνεπώς και για το έτος αυτό (2006).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων-αναιρεσείων δεν δικαιούται αποδοχές και επίδομα αδείας του έτους 2006, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω, περί αδείας και αποδοχών και επιδόματος αδείας διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι αυτός εργάστηκε και από 10-4-2006 έως 31-12-2006 και συνεπώς δικαιούται τις αναλογούσες αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας του έτους 2006.
Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
2. Η εργασία του μισθωτού εντός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερεργασίας, ο δε μισθωτός ως απασχοληθείς ακύρως σε ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως δικαιούται να αξιώσει κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή της εργασίας αυτής, ήτοι το ποσό, που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 1208/2013. ΑΠ 175/2013, ΑΠ 192/2011, ΑΠ 1519/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, ως προς το θέμα εργασίας του αναιρεσείοντος τα Σάββατα, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, δέχθηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσείων εργαζόταν τρία (3) Σάββατα το μήνα, που ήταν ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δεδομένου ότι υπαγόταν στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, χωρίς να λαμβάνει άλλη ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως, ότι, συνεπώς δικαιούται αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και συγκεκριμένα την ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη από την εν λόγω εργασία του και η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλε αυτή σε άλλο μισθωτό, ο οποίος θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες, για την ίδια εργασία και με τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με αυτά του ακύρως εργασθέντα κατά τον ίδιο χρόνο , χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα προσωπικά επιδόματα του γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας και ότι, συνεπώς, για την αιτία αυτή ο αναιρεσείων δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 10-4-2006 έως 17-10-2008 συνολικά το ποσό 3.723,46 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί και να υπολογίσει την αποζημίωση του αναιρεσείοντος για την οκτάωρη εργασία του τα Σάββατα με βάση το νόμιμο μισθό που θα κατέβαλε η εναγομένη σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του ενάγοντος χωρίς όμως τα προσωπικά επιδόματα (λόγω γάμου και προϋπηρεσίας και λοιπές περιστάσεις που συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, δεδομένου ότι από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν τα Σάββατα για οκτώ ώρες, με συνέπεια να δικαιούται αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο δε νόμιμος μισθός, που θα κατέβαλε η εναγομένη σε άλλο μισθωτό, ο οποίος θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, χωρίς τα άνω προσωπικά επιδόματα, αλλά με τα επιδόματα ειδικών συνθηκών φορτηγού άνω των 13 τόνων, ανθυγιεινής εργασίας, επικίνδυνης εργασίας και εργοταξίου (10% του βασικού μισθού), με βάση τον οποίο έγινε ο υπολογισμός της αποζημίωσης του αναιρεσείοντος. Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ’ όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, κατά τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται σαφώς ότι αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη πλήρους της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή αναφορικά με το ακριβές ποσό της αποζημίωσης, δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά υφίσταται μόνο υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημιώσεως.
Τα περιστατικά αυτά, εισφερόμενα στη διαδικασία από τον εναγόμενο εργοδότη με αίτημα τη διάσωση του κύρους της καταγγελίας, συνιστούν ένσταση (ΑΠ 918/2013, ΑΠ 585/2011, ΑΠ 311/2010). Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 666 παρ.1, 115 παρ. 3 και 256 παρ.1 δ’ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.
Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1414/2012).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το ότι δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, θα πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός αν συντρέχει μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43 /1990) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 341/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ «Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο (...) εναγόμενο (...) ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής (...), 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος, που υπήρξε στην πρωτοβάθμια δίκη εναγόμενος, παραδεκτά προβάλλει στην κατ’ έφεση δίκη ενστάσεις που τείνουν σε κατάλυση της αγωγής και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσης, έστω και αν δεν έχει προβάλει τις ενστάσεις αυτές στην πρωτοβάθμια δίκη ή τις είχε προβάλει απαραδέκτως, αρκεί αυτές να συντελούν σε απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 342/2009, ΑΠ 1534/2004).
Στο πλαίσιο δε εφαρμογής της ίδιας διάταξης (του άρθρου 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων εκ μέρους του εφεσίβλητου εναγομένου το πρώτο ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται επί πλέον στη διάταξη αυτή, θεωρούνται οι αυτοτελείς καταλυτικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ένστασης και όχι και εκείνοι που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ’ ουσία βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 342/2009).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ για την (παραδεκτή) επαναφορά ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμών (και δη ενστάσεων) που προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η επίκληση με τις ενώπιον του Εφετείου υποβαλλόμενες προτάσεις κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλομένη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλ’ απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν.
Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση (που καθιστά μη παραδεκτή την επαναφορά των ισχυρισμών), όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγουμένης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις προς το Εφετείο, διότι με τον τρόπο αυτόν οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλ.
της δευτεροβάθμιας δίκης) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 145/2014). Ακόμη, ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.
εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 12/2000, ΑΠ 145/2014, ΑΠ 204/2014, ΑΠ 712/2013). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 324/2012, ΑΠ221/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το θέμα της καταβολής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της οφειλόμενης αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την αναιρεσίβλητη έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση απολύσεως, με βάση τις τακτικές αποδοχές του κατά τον τελευταίο μήνα πριν την απόλυσή του υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, το ποσό των 3.972,15 ευρώ (δηλ.
μην. μισθ. 1.340,7 + επιδ. ενοικ. 139,65 + αμοιβ. υπερεργ. 222 = 1.702,35 ευρώ Χ 2 μην. = 3.404,7 ευρώ + 1/6 = 3.972,15 ευρώ), ότι η εναγομένη του κατέβαλε το μικρότερο ποσό των 3.022 ευρώ, ότι ο αναιρεσείων δικαιούται τη διαφορά, ανερχόμενη στο ποσό των (3.972,15 - 3.022 =) 950,15 ευρώ, ότι, συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως του αναιρεσείοντος, ότι η μη καταβολή του ως άνω ποσού πλήρους αποζημιώσεως δεν συνεπάγεται στην ένδικη περίπτωση την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, «καθόσον κρίνεται κατά την καλή πίστη δικαιολογημένη και τούτο διότι δεν οφείλεται σε κακοβουλία της εναγομένης, αλλά σε συγγνωστή πλάνη της ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του, με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογιστεί αυτή, γενομένου δεκτού ως και κατ’ ουσίαν βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, όπως ορθά εκτιμάται, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά παραδεκτά, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, από την εναγομένη-εφεσίβλητη προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος, με τις από 27-3-2012 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στο κείμενο των οποίων περιέλαβε και αυτό των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπου περιέχεται ο ανωτέρω ισχυρισμός, και οι οποίες καλύπτονται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της εφεσίβλητης στις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Εφετείου και συνεπώς αυτές κατέστησαν ενιαίες, έτσι ώστε να είναι παραδεκτή η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού», ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν έσφαλε και ότι, συνεπώς, ο σχετικός λόγος εφέσεως και ο πρόσθετος λόγος εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τους οποίους αυτός υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται κατ’ ουσία αβάσιμοι και απορριπτέοι.
O αναιρεσείων, με τους τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν υποβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη ένσταση συγγνωστής πλάνης, άλλως δεν υποβλήθηκε νόμιμα και κατά τρόπο ορισμένο και, επομένως, το εφετείο δεν έπρεπε να τη λάβει υπόψη και παρέλειψε παρά το νόμο, να την απορρίψει ως απαράδεκτη.
Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος, από τα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της (και χωρίς προφορική αναφορά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και χωρίς καταχώρηση στα πρακτικά συνεδριάσεως), η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να αντικρούσει την αγωγή και ειδικότερα κατά τον ισχυρισμό ότι η επίδικη καταγγελία ήταν άκυρη, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι «Επικουρικά για την απίθανη περίπτωση που θεωρηθεί ότι όσα αναφέρει ο αντίδικος στην υπό κρίση αγωγή του έπρεπε να συνυπολογιστούν στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές του για τον υπολογισμό της αποζημίωσής του αναφέρουμε τα εξής: ...
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσής του αντιδίκου, η εταιρεία μας δεν ενήργησε από κακοβουλία, αλλά τυχόν σφάλμα της, (το οποίο αρνούμαστε), οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκταση των υπολογιστέων για αποζημίωση αποδοχών, δηλαδή των τακτικών αποδοχών». Με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, η αναιρεσίβλητη, στο κείμενο των οποίων περιέλαβε και αυτό των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και συνεπώς κατέστησαν ενιαίες, επανέφερε τον ανωτέρω ισχυρισμό, που περιέχεται σ’ αυτές.
Ο άνω ισχυρισμός περιέχει σαφώς και κατά τρόπο ορισμένο, ένσταση της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία ήταν κατ’ αυτήν δικαιολογημένη, κατά την καλή πίστη, η μη καταβολή εκ μέρους της νόμιμης αποζημίωσης, δηλαδή πίστευε ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, ήτοι πλανήθηκε, υποβλήθηκε δε νόμιμα, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1, περ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι, προς αντίκρουση, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότιδας, της εφέσεως του αναιρεσείοντος (ενάγοντος).
Επομένως, παραδεκτά ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός αυτός από το Εφετείο, το οποίο δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος , κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Τέλος με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των άρθρων 5 παρ. 3, 7 παρ. 1 Ν.3198/1955, 5 παρ.1 Ν. 2112/1920, 288 ΑΚ, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και με σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων άρθρων το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τον ως άνω πρώτο λόγο ( από τον αριθμό 19 αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατ’ άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την από 12-6-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3879/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά τον ως άνω πρώτο λόγο (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ).
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ