Supreme Court dismisses appeal against lower court's property valuation decision due to lack of specific grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the valuation of public property. The State argued the lower court failed to consider specific expert opinions and reports submitted by the appellants. The court rejected this claim because the lower court explicitly stated it had taken all legally submitted documents into account, including the disputed expert opinions, making the appeal's specific allegations baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible unless it specifically identifies the evidence, its content, and the reasons why its omission would have decisively altered the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1420 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1420/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Διονύσιο Χειμώνα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Β. Μ., κατοίκου ..., 2) Χ. Μ. του Β., 3) Λ. Μ. του Β. και 4) Ι. Μ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1293/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 876/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 20/6/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000).
Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, α και β Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.
Προκειμένου ειδικότερα περί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, τόσον λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του. 'Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση εκτός από την έκταση του επιδίκου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε να είναι δυνατόν ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, το δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ως διαδικαστικό έγγραφο, οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν ότι η πρώτη τούτων είναι επικαρπώτρια κατά 36/100 εξ αδιαιρέτου και οι λοιποί ψιλοί συγκύριοι των 2/6 των 36/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας αντίστοιχα και συγκύριοι των 2/6 των 64/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του ακινήτου που περιγράφεται σ' αυτήν και ζήτησαν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους, τα οποία αμφισβητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, του κτήματος Εύμορφη Εκκλησιά ή Αγίου Γεωργίου ή Βεϊκου, στο οποίο (μείζον ακίνητο) περιλαμβάνονται και τα εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Γαλατσίου οικόπεδα, προσδιορίζεται ακριβώς κατά θέση, όρια, εμβαδόν και ιδιότητα, ως αστικό ακίνητο, εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του παραπάνω Δήμου, καθώς επίσης περιγράφεται λεπτομερώς κατά θέση, όρια, εμβαδόν και ιδιότητα και το μείζον ακίνητο, στο οποίο το επίδικο εμπίπτει.
Από την περιγραφή αυτή δε δημιουργείται αμφιβολία ως προς την πραγματική ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου και έτσι δεν είναι για το λόγο αυτό αόριστη η ένδικη αγωγή.
Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος λόγω ανεπαρκούς περιγραφής του επιδίκου και ειδικότερα λόγω μη προσδιορισμού της θέσης του μέσα στο μείζον ακίνητο, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούν, με σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω η διαλαμβανόμενη αιτίαση στον ίδιο λόγο από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τον οποίο διατυπώθηκε παράπονο για τη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης κατά τα προαναφερόμενα, είναι αβάσιμη, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο και τον απέρριψε.
Περαιτέρω είναι απαράδεκτος ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που πρόβαλε ενώπιόν του, περί ελλείψεως της καλής πίστης των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, ως στοιχείο της επικαλούμενης κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από αυτούς για το χρόνο πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, καθ' όσον ο σχετικός ισχυρισμός, ως άρνηση της αγωγής, δε συνιστά πράγμα κατά των παραπάνω έννοια.
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του εφ' όσον έχει γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του.
Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφ' όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του Ν.
ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας από δε την 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλου κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη ενάγουσα είναι επικαρπώτρια σε ποσοστό 36/100 εξ αδιαιρέτου και οι λοιποί ενάγοντες είναι ψιλοί κύριοι, κατά ποσοστό 2/6 ο καθένας, σε ποσοστό 36/100 εξ αδιαιρέτου, καθώς και συγκύριοι, κατά ποσοστό 2/6 ο καθένας, σε ποσοστό 64/100 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, επιφανείας 930,39 τ.
μ., το οποίο αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησιά" και βρίσκεται στη συνοικία "Λαμπρινή" ... Το εν λόγω ακίνητο προήλθε από τη συνένωση τριών αυτοτελών, άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων ..., δυνάμει της υπ' αριθ. .../2009 πράξης ανταλλαγής - συνένωσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Γ. Ματσανιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα ... . Το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα τους κατ' αρχήν με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα: (α) το οικόπεδο επιφανείας 310,13 τ. μ., που βρίσκεται στην οδό ... αρ. 25, περιήλθε στον δεύτερο ενάγοντα κατά την ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 36/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, λόγω γονικής παροχής από την πρώτη ενάγουσα, η οποία παρακράτησε το δικαίωμα της επικαρπίας δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ν. Λυκοπανάγου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ... κατά την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 54/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, λόγω γονικής παροχής από την πρώτη ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, και κατά την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 10/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου λόγω δωρεάς από την Ι.
σύζ. Χ. Α., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ... (β) το οικόπεδο επιφανείας 310,13 τ. μ., που βρίσκεται στην οδό ... αρ.27 και ..., περιήλθε στον τρίτο ενάγοντα κατά ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 36/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, λόγω γονικής παροχής από την πρώτη ενάγουσα, η οποία παρακράτησε το δικαίωμα της επικαρπίας δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ...
κατά την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 54/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου λόγω γονικής παροχής από την πρώτη, ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ... και κατά την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 10/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου λόγω δωρεάς από την Ι.
σύζ. Χ. Α., δυνάμει του υπ' αρ. .../1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ... και (γ) το οικόπεδο επιφανείας 310,13 τ. μ., που βρίσκεται στην οδό ... αρ. 8, περιήλθε στην τέταρτη ενάγουσα κατά την ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 36/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, λόγω γονικής παροχής από την πρώτη ενάγουσα, η οποία παρακράτησε το δικαίωμα της επικαρπίας δυνάμει του υπ' αρ. .../1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ...
κατά την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 54/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, λόγω γονικής παροχής από την πρώτη ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθ. 112/1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ... και κατά την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 10/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου λόγω δωρεάς από την Ι.
σύζ. Χ. Α., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ... ότι στις άμεσες δικαιοπαρόχους τους περιήλθε το εν λόγω ακίνητο λόγω διανομής ευρύτερης έκτασης μεταξύ των συγκυρίων αυτής Ε. συζ. Γ. Π., Ι. συζ. Χ. Α., Γ. Β. του Π., Λ. Β. του Π.
και Ε. συζ. Β. Μ. και του επικαρπωτή προικολήπτη Β. Μ. του Θ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1981 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Θ. Σταμπουλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ... με την οποία (διανομή) δημιουργήθηκαν δύο κοινωνίες ακινήτων, μεταξύ των οποίων η "Κοινωνία Α", στην οποία συμπεριλήφθηκαν και τα ανωτέρω τρία οικόπεδα, επιφανείας 310,13 τ.μ.
το καθένα και η οποία περιήλθε σε ποσοστό 90/100 εξ αδιαιρέτου στους Ε. σύζ. Β. Μ. κατά ψιλή κυριότητα και στον προικολήπτη Β. Μ. του Θ. κατά διοίκηση και επικαρπία και σε ποσοστό 10/100 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα στην Ι. σύζ. Χ. Α.. Η ευρύτερη έκταση, που περιλαμβάνεται στο βόρειο τμήμα της έκτασης του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία" και καταλαμβάνει το ποσοστό των 3/4 αυτής, είχε περιέλθει στην Ε.
σύζ. Γ. Π. και στην Ι. σύζ. Χ. Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, από κληρονομιά του θετού πατέρα τους Λ. Β. του Γ., ο οποίος απεβίωσε την 14.2.1934 και κατέλιπε τις από 16.11.1932 - 3.12.1932 και 22.7.1933 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν ... και κηρύχθηκαν κυρίες ... Η Ι. σύζ. Χ. Α., από το ως άνω ποσοστό της του 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ευρύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω τρία οικόπεδα, επιφανείας 310,13 τ.
μ. το καθένα, μεταβίβασε στους Γ. Β. του Π. και Λ. Β. του Π. ποσοστό 1/100 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων στον καθένα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1981 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Θ. Σταμπουλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα ... ...., επιπλέον δε σύστησε προίκα υπέρ της θυγατέρας της Ε. συζ. Β. Μ. και του προικολήπτη Β.
Μ. του Θ., σε ποσοστό 39/100 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων, δυνάμει του υπ' αρ. .../1981 προικοσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Θ. Σταμπουλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η ευρύτερη έκταση περιλαμβάνεται στο βόρειο τμήμα της έκτασης του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία" και καταλαμβάνει το ποσοστό των 3/4 αυτής, είχε περιέλθει στον Λ.
Β. του Γ. κατόπιν διανομής μεταξύ αυτού και της αδελφής του Α. συζ. Ε. Τ. με την από 4.6.1927 διαιτητική απόφαση, που εκδόθηκε κατόπιν του υπ' αριθ. .../1927 συνυποσχετικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρούσσου και κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 7.008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, ενώ τα από 1-16 συνοδευτικά αυτής πρακτικά κηρύχθηκαν εκτελεστά με την υπ' αριθ. 8.855/1927 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και μεταγράφηκαν νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών.
Στους συγκυρίους Λ. Β. του Γ. και Α. συζ. Ε. Τ. είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία", που στη συνέχεια διανεμήθηκε, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομιά του πατέρα τους Γ. Β. του Λ., ο οποίος απεβίωσε την 15.2.1911, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Ε., το γένος Ι.
Κ. και τα τέσσερα τέκνα του, Λ. Β., Α. σύζ. Ε. Τ., Α. σύζ. Α. Ε. και Μ. χήρα Ι. Κ., από τους οποίους η τελευταία αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των λοιπών συγκληρονόμων, επιπλέον δε στο Λ. Β. είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Γ. Οικονομόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα λόγω αγοράς από τις Ε. χήρα Γ. Β. (μητέρα του) και Α. σύζ. Α. Ε. (αδελφή του), στις οποίες, κατά τα προαναφερθέντα, είχε περιέλθει από κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, ότι στον Γ. Β. του Λ. είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση από κληρονομιά της μητέρας του Α.
χήρας Λ. Β., που απεβίωσε την 21.1.1899, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε αυτόν ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Στην Α. χήρα Λ. Β. είχε περιέλθει από κληρονομιά του Α. Κ. του Ι., που απεβίωσε στις 10.10.1864 και κατέλιπε την από 11.1.1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθ. 8/1864 Πρακτικό του, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Ταβανάκη, με την οποία πιστοποιείται από τους εκτελεστές της διαθήκης του Α. Κ. η παράδοση του εν λόγω ακινήτου στην ως άνω κληρονόμο. Στον Α. Κ. του Ι. είχε περιέλθει η μείζονα έκταση του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία" με τμηματικές αγορές από Έλληνες ιδιοκτήτες κατά τα έτη 1833 έως 1853: α) με το από 13.2.1833 συμφωνητικό του Μνήμονος Πωλήσεων Π.
Π., λόγω αγοράς από τον Ν. Ζ., β) με το από 27.2.1833 ιδιωτικό έγγραφο των δημογερόντων Αθηνών Μ. Τ., Σ. Μ. και Σ. Β., λόγω αγοράς από τους Γ. Τ., Μ. Τ. και Κ. Τ., γ) με το υπ' αριθ. .../1837 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πιτάρη λόγω αγοράς από τον Β. Κ., δ) με το υπ' αριθ. .../1841 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από την Σ.
Κ., ε) με το υπ' αριθ. 1.804/1843 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από την Σ. Κ., στ) με το υπ' αριθ. .../1843 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από τους Ι. Κ., Α. Κ., Σ. σύζ. Μ. Τ., ζ) με το υπ' αριθ. .../1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από την Σ. σύζ. Μ. Τ., η) με το υπ' αριθ. .../1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από τον Α.
Κ., θ) με το υπ' αριθ. .../1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από τον Ι. Κ., ι) με το υπ' αριθ. .../1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από τις Μ. σύζ. Ν. Μ., Κ. σύζ. Δ. Β. και Γ. Κ., ια) με το υπ' αριθ. .../1853 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από τους Μ. χήρα Σ.
Σ., Μ. Ζ. και Γ. Ζ. ... . Έτσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας τριών Πρωτοκόλλων (δηλ. στις 3.2.1830, 16.6.1830 και 1.7.1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 9.7.1832), αλλά και στις 31.3.1833 όταν ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος, το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο στην πιο πάνω ευρύτερη έκταση των 4.500 στρεμμάτων δεν ανήκε, κατά κυριότητα, στο Τουρκικό Κράτος, ούτε σε Τούρκους ιδιώτες, που το εγκατέλειψαν, κατά την αποχώρηση τους από την περιοχή της Αττικής, αλλά κατεχόταν από τον Α.
Κ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι, συμπεριφερόμενοι ως κύριοι και έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν, με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις. Στις 10.10.1864 απεβίωσε ο Α.
Κ. και το ως άνω κτήμα περιήλθε λόγω κληρονομίας στην Α. χήρα Λ. Β., με την από 11.1.1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα και εγκαταστάθηκε στην κληρονομιά από τους εκτελεστές της διαθήκης, με την .../1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Ταβανάκη, στην οποία (κληρονομιά) υπεισήλθε και αναμείχθηκε με διάνοια κληρονόμου, μέχρι του θανάτου της, την 21.1.1899 ...
Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακών στρεμμάτων, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα, καταμετρημένα από τον μηχανικό Δ. Ζ., τεθέντων των ορίων από τον τότε Ειρηνοδίκη της Βορείου Πλευράς Αθηνών Π. Σταματιάδη, κατά το επίσημο έγγραφο 54 της 30 Μαΐου 1853 ...
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι τους, απώτεροι και εγγύτεροι, απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο και στο μείζον ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νέμονταν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαταράκτως, από το 1833, και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις.
Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι κατείχαν και νέμονταν συνεχώς ολόκληρη την έκταση, η οποία φερόταν ως δύο αυτοτελή κτήματα, ήτοι αυτό της "Εύμορφης Εκκλησίας" και αυτό που ονομάζεται "Καμπούρ-Γιάννη" ή "Κουμπουρ-γιάννη" ή "Κουμπουρ-γιάννου" ή "Σκουπερ-γιάννη" ή "Σκουμπουρ-γιάννου" και έχει συνολική επιφάνεια 15.000 περιμετρικά (περιφερειακά/αθηναϊκά) στρέμματα, που ισοδυναμούν με περίπου 4.500 επίπεδα (κοινά) στρέμματα, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι την εισαγωγή του Α.
Κ. (23.2.1946), ότι νεμόμενοι το κτήμα αυτό δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλων, ούτε και του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν άσκησε ποτέ επ' αυτού διακατοχικές πράξεις, μετά δε την εισαγωγή του Α. Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο. Η ευρύτερη έκταση του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία" περιελάμβανε αγρούς, καλλιεργήσιμες εκτάσεις με σιτηρά, δημητριακά, λαχανόκηπους, αμπέλους, οπωροφόρα δένδρα και βοσκήσιμες εκτάσεις, ο δε Α.
Κ., αλλά και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, εκμίσθωναν σε τρίτους τμήματα της έκτασης αυτής για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή, εξόρυξη λίθων και εκμετάλλευση των αμμορυχείων, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τα μισθωτήρια συμβόλαια υπ' αριθ. .../1837, .../1838, .../1841, .../1843 και .../1852 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Πιττάρη, υπ' αριθ. .../1861 του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κυπριάδη, υπ' αριθ. .../1877 και .../1877 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Βουτυρά, υπ' αριθ. .../1903 του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σταμέλου, .../1903 του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Καρκούλια, υπ' αριθ. .../1903 του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Γενοβέλη, υπ' αριθ. .../1906 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Ρούσσου, υπ' αριθ. .../1910 του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Παπαπάνου, υπ' αριθ. .../1914 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σκούταρη, υπ' αριθ. .../1917, .../1918, .../1923 και .../1925 του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Βελμάχου, υπ' αριθ. .../1928, .../1928 και .../1928 του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Δημητρίου και υπ' αριθ. .../1934 του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Κορωνάκη. Επιπλέον, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων επισκέπτονταν την ευρύτερη έκταση, επέβλεπαν αυτή ως δική τους και προέβαιναν σε σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και οριοθέτηση της, όπως προκύπτει, μεταξύ από την υπ' αρ. .../1882 πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κομνηνού, τις υπ' αριθ. .../1918, .../1923 και .../1924 πράξεις καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Βελμάχου και την υπ' αρ. .../1926 πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Παλαιολόγου. Επίσης, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων μεριμνούσαν για τη φύλαξη της έκτασης με ιδιωτικούς φύλακες και την απόκρουση πράξεων προσβολής της νομής από τρίτους. Επιπλέον αποδείχθηκε, ότι η χρήση του επίδικου ακινήτου είχε αρχικά παραχωρηθεί από τους ενάγοντες στον Γ.
Κ. χωρίς αντάλλαγμα, δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου, που καταρτίσθηκε με το από 20.7.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό και είχε διάρκεια από την 25.7.1996 μέχρι την 24.10.1996 και στη συνέχεια έναντι μισθώματος, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης που καταρτίσθηκε με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, μετά από συνεχείς παρατάσεις της διάρκειας αυτής, με τα αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά.
Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε, ότι κατά καιρούς έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια επιμέρους ακίνητα της μείζονος έκτασης του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία" και στις σχετικές δίκες με αντίδικο το Ελληνικό Δημόσιο έχουν αναγνωρισθεί διάφοροι ιδιοκτήτες -όμορων ακινήτων ως δικαιούχοι αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
Η πρώτη, μάλιστα, ενάγουσα, με την υπ' αριθ. 2.564/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθ. 2.568/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε κυρία και για όμορο του επιδίκου ακίνητο, που βρίσκεται επί της οδού ..., σε δίκη μεταξύ αυτής και του εναγόμενου. Το επίδικο επομένως αποτελεί τμήμα της μείζονος έκτασης του "Κτήματος Εύμορφης Εκκλησίας", γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, την οποία νέμονταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 έως την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα τριάντα και πλέον ετών, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Α.
Κ., αλλά και οι προαναφερόμενοι διάδοχοι αυτού και, ως εκ τούτου, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των απώτερων ως άνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων πρωτότυπος τρόπος κτήσης της κυριότητας, ήτοι έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς και ανεξάρτητα από την μορφολογία της επίδικης έκτασης, εάν δηλαδή αυτή ήταν δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπος, όπως διατείνεται το εναγόμενο, η οποία (κυριότητα) μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια, νομότυπα στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικά στους ίδιους, βάσει των ως άνω τίτλων και λοιπών νομίμων προσόντων (νομή διάνοια κυρίου και καλή πίστη) ...
Από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι το εναγόμενο ασκούσε πράξεις νομής στη μείζονα έκταση του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία", αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το ίδιο θεωρούσε τους κληρονόμους Β. ως κύριους του όλου κτήματος. Το έτος 1987, το εναγόμενο αμφισβήτησε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στην ευρύτερη έκταση του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία, με την υπ' αριθ. 23/28.5./18.6.1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθ.
Δ.3.954/756/20.7.1987 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και την συμπληρωματική αυτής υπ' αριθ. 1.096.684/6.894/Α 0010/1.10.1992 απόφαση του (υφυπουργού Οικονομικών και διατάχθηκε η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων όλων των επιμέρους ακινήτων της έκτασης του "Κτήματος Εύμορφη Εκκλησία", τα οποία, σύμφωνα με αυτήν, βρίσκονταν στην κυριότητα των κληρονόμων Γ.
Β. και στη συνέχεια, την 19.10.1987, καταγράφηκε το επίδικο ακίνητο σαν δημόσιο κτήμα με τον αριθμό 2.220 στα οικεία βιβλία καταγραφής δημοσίων κτημάτων, που τηρούνται στην Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών.
Συνεπώς και εφόσον αποδεικνύεται ότι από το έτος 1883 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως την 11.9.1915, δηλαδή συνεχώς για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και με βάση τους πιο πάνω τίτλους οι προμνημονευόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις το Δημόσιο, το οποίο αντιθέτως θεωρούσε τους κληρονόμους Β.
ως κυρίους της επίδικης έκτασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του επίδικου (αν δηλαδή αυτό ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι), έγιναν κύριοι του επίδικου με την έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ). Η κυριότητα αυτή του επίδικου μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικώς στους ίδιους με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά προαναφέρθηκαν.
Ενόψει των γεγονότων που αποδείχθηκαν, είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου Δημοσίου ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης έκτασης λόγω διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" του έτους 1832 και τα από 6.6.1830 και 7.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, ότι τούτο καταλήφθηκε πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ότι κατά το έτος αυτό ήταν αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο με βούληση κυρίου ή ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι ή βοσκότοπος το έτος 1833".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε ότι πρώτη τούτων είναι επικαρπώτρια κατά 36/100 εξ αδιαιρέτου και οι λοιποί ψιλοί κύριοι κατά ποσοστό 2/60 καθένας σε ποσοστό 36/100 εξ αδιαιρέτου, καθώς και συγκύριοι κατά ποσοστό 2/60 ο καθένας σε ποσοστό 64/100 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μορφή του επιδίκου και τις επί μέρους πράξεις νομής, τις οποίες δέχεται ότι διενεργούσαν οι αναιρεσίβλητοι και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους στο επίδικο με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δε προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων από το 1833 μέχρι την 11-9-1915 αλλά και μετά με την βούληση να ο εξουσιάζουν ως κύριοι, οι οποίες αιτιολογίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τα παραπάνω δικαιώματα της επικαρπίας, και της ψιλής και πλήρους κυριότητας κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις στο επίδικο ακίνητο σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν.
ΔΞΗ/1912 τα διατάγματα περί δικαιοστασίου που ακολούθησαν, το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 22-4/26-5-1926 και εκείνες των άρθρων 50, 51, 55, 57 ΕισΝΑΚ, 1041, 1042, 1045, 1051 και 1033 ΑΚ και οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών από το Εφετείο. Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση 1) των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος του μείζονος ακινήτου, αφού πρόκειται περί ενιαίας έκτασης και ο φυσικός εξουσιασμός των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και το πνευματικό στοιχείο της νομής εκτεινόταν σε όλη την έκταση των 4500 στρεμμάτων εντός της οποίας εμπίπτει και το επίδικο σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και συνεπώς και σ' αυτό και 2) η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη δικανική του κρίση περί του στοιχείου της καλής πίστης υπό την προαναφερόμενη έννοια.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ούτε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Επίσης το Εφετείο με βάση τις ίδιες παραδοχές μεταξύ των οποίων 1) το επίδικο ακίνητο ως τμήμα του μείζονος ακινήτου των 4.500 στρεμμάτων που προαναφέρθηκε, κατά τους χρόνους της υπογραφής των περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος τριών πρωτοκόλλων (από 3-2-1830, 16-6-1830 και 1-7-1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 9-7-1832, αλλά και την 31-3-1833 οπότε ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος, δεν ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό Κράτος, ούτε σε Τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής, αλλά κατεχόταν από τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Α.
Κ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι συμπεριφερόμενοι ως κύριοι και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν με βάση το σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους στην προσβαλλομένη απόφαση κτητικούς τίτλους και το ενέμοντο έκτοτε με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας και ότι επομένως 2) το επίδικο δεν καταλήφθηκε και δε δημεύθηκε από το Ελληνικό Κράτος κατά τη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία, ως ανήκον στο τουρκικό δημόσιο ή σε οθωμανούς που το εγκατέλειψαν με βάση την από 3-2, 4/16-6, 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, ούτε περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ως δασικό τμήμα κατά τις διατάξεις του Β.Δ/τος της 17/29-11-1836 διαφορετικά ως λιβάδι ή βοσκότοπος κατά το άρθρο 1 του Β.Δ/τος της 3/15-12-1833, άλλως ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμων "περί διακρίσεως κτημάτων" δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις αυτές ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 8 του τουρκικού νόμου "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274", που ορίζουν τις προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας σε δημόσιες γαίες μέχρι τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους.
Συνεπώς οι δεύτερος, τρίτο, τέταρτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά ένα μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την 23/1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και την 2/6-6-1983 έκθεση του Επιθεωρητή Δημοσίων Κτημάτων Π.
Γ., τις οποίες νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο Εφετείο για την απόδειξη της έλλειψης καλής πίστης κατά την άσκηση της νομής των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων. Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε ως εκκαλούν στο Εφετείο, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει μεταξύ άλλων και τα παραπάνω έγγραφα.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά του πρώτου των παραπάνω εγγράφων (της 23/1987 γνωμοδότησης), δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 1344 23/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 876/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τρακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ