Legislator Case Law & Legislation
1420/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will validity, ruling lower court properly considered all evidence including witness depositions.

Case Number 1420/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four heirs against a final judgment regarding the validity of a will. The appellants argued that the lower court failed to consider specific witness depositions and medical certificates proving the testator's mental capacity. The court ruled that the appellate court had indeed taken all cited evidence into account and evaluated it correctly within the overall context of the decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 313(1)(d), 286 et seq., 573(1), 558, 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof for an appeal on evidence requires demonstrating that the lower court failed to consider specific evidence, not merely that doubts exist regarding its consideration.

Keywords

AI generated
appeal on evidence will validity mental capacity witness depositions appellate review burden of proof civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1420 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 1420/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7, 8. Ψ8, κατοίκων ..., 9. Ψ9, κατοίκου ..., 10. Ψ10, κατοίκου ..., 11. Ψ11, 12. Ψ12, 13. Ψ13, κατοίκων ..., 14. Ψ14, κατοίκου ..., 15. Ψ15, η οποία απεβίωσε στις 20-10-2000 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της: Ψ15-Α, Ψ15-Β και Ψ15-Γ, κατοίκων ..., 16. Ψ16, κατοίκου ..., 17. Ψ17, κατοίκου ..., 18. Ψ18, κατοίκου ..., 19. Ψ19, κατοίκου ... και 20. Ψ20, απεβίωσε στις 25-9-2007 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Ψ20-Α και Ψ2Ο-Β, κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν οι υπ' αριθ. 2 έως και 7 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σπυριδάκη. ΟΛΟΙ οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πρασιανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

- ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ. δ' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώ-σαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυ-νόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει του θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, α) η δέκατη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων Ψ15, αποβίωσε στις 20-10-2000, οι δε Ψ15-Α, Ψ15-Β και Ψ15-Γ, που είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως μοναδικοί κληρονόμοι της ανωτέρω αποβιώσασας και β) η εικοστή των αναιρεσιβλήτων Ψ20, αποβίωσε στις 25-9-2007, δηλαδή πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 28-9-2007, οι δε Ψ20-Α και Ψ20-Β, που είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως μοναδικοί κληρονόμοι της ανωτέρω αποβιώσασας.

Ενόψει τούτων, νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους κληρονόμους των παραπάνω διαδίκων που αποβίωσαν πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Πράγματα υπό την έννοια αυτή, αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης, των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τέλος, κατά μεν το άρθρο 1718 του ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 του ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 § 3 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι και όσοι κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.

Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξη της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί έννομη επιρροή. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ.β' και 14 αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, αφενός δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας της.

Ειδικότερα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που επανέφεραν με λόγο της έφεσής τους, ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 21-5-1998 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος εξαδέλφου τους ΩΩ, η οποία στηρίζεται στην, κατά το άρθρο 1719 αρ.3 ΑΚ, ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων και ψυχικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του, ήταν αόριστη, διότι, ενώ στο δικόγραφο αυτής εκτίθεται ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη, γιατί ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης αυτής, στις 21.5.1998, δεν είχε συνείδηση των πράξεων του και στερείτο της χρήσης του λογικού, εξαιτίας προϊούσας ανοϊκής συνδρομής από την οποία έπασχε, στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την προσθήκη αυτών ότι "η προσβαλλόμενη διαθήκη δεν συντάχθηκε κατά την ημερομηνία που φέρει (21-5-1998), αλλά σε άλλο χρόνο", επιφέροντας έτσι ανεπίτρεπτη μεταβολή του χρόνου σύνταξης της διαθήκης, που αποτελεί στοιχείο θεμελιωτικό της βάσης της αγωγής τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, και ως προς τις δύο αιτιάσεις, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής με βάση τον εκτιθέμενο σ' αυτήν με πληρότητα χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, τον οποίο και θεώρησε ως πραγματικό, χωρίς καθόλου να λάβει υπόψη τον παραπάνω περιεχόμενο στις προτάσεις τους και την προσθήκη ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι η διαθήκη συντάχθηκε σε άλλο χρόνο, γιατί έκρινε ότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ακολούθως δε ορθά απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο της έφεσης τους ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ΑΚ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει, όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νού, ενώ ως ψυχική ή δια-νοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λει-τουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια.

Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεων του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαρειά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξη της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειας της.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ΩΩ, πρώτος εξάδελφος των εναγόντων, κάτοικος όσο ζούσε ..., εγγράματος, αποβίωσε στις 4-3-2003, σε ηλικία 61 ετών, άγαμος και άτεκνος, στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων.

Ο πατέρας αυτού, ..., και η μητέρα του, ..., με την οποία συμβίωνε μέχρι το θάνατο της στις 6-1-1997, είχαν αποβιώσει πριν απ' αυτόν, πλησιέστεροι δε συγγενείς τούτου τυγχάνουν οι ενάγοντες, δεδομένου ότι δεν είχε αδέλφια. Ο αποβιώσας, πριν από το θάνατο του συνέταξε δύο ιδιόγραφες διαθήκες, οι οποίες φέρουν χρονολογία η πρώτη την 21-5-1998 και η δεύτερη την 22-8-1998.

Με τη δεύτερη, από 22-8-1998, ιδιόγραφη διαθήκη, την οποία είχε καταθέσει στις 28-8-1998 στο συμβολαιογράφο Χανίων ΕΕ, η οποία και δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 521/18-9-2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ο εν λόγω διαθέτης εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο του στα αναφερόμενα στη διαθήκη αυτή περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν το σύνολο της ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας του, τον πιο πάνω συμβολαιογράφο Χανίων, κατά παράλειψη των εναγόντων και των τιμημένων με την προηγούμενη από 21-5-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του.

Ο συμβολαιογράφος, όμως, ΕΕ, μετά τη δημοσίευση της δεύτερης διαθήκης και την επίδοση σ' αυτόν της ένδικης αγωγής, αποποιήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα την καταλειφθείσα σ' αυτόν κληρονομιά. Με την πρώτη, από 21-5-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 230/10-4-2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ο ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους του τους εναγομένους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι τέκνα του ΑΑ και οι άλλοι δύο τέκνα του ΒΒ, υπαλλήλου του Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, στα αναφερόμενα στη διαθήκη αυτή περιουσιακά στοιχεία, κατά παράλειψη των εναγόντων που ήταν οι μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς του και θα τον κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου.

Το περιεχόμενο της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης, που προσκομίστηκε ενώπιον του αρμόδιου προς δημοσίευση δικαστηρίου από το δικηγόρο ΔΔ, κλειστή σε φάκελλο, εμπεριέχοντα δύο τίτλους ιδιοκτησίας, ήτοι τους με αριθμ. .../1974 και .../31-3-1969 και μικρότερο φάκελο, εντός του οποίου υπήρχε η διαθήκη, έχει ως εξής: "Ιδιόχειρος Διαθήκη. ...

σήμερα την 21η Μαΐου 1998 ο κάτωθι υπογεγραμμένος ΩΩ συντάσσω την παρούσα ιδιόχειρον διαθήκην μου και ορίζω όπως μετά τον θάνατο μου περιέλθει η περιουσία μου ("κινητά και ακίνητα") στα παιδιά των αγαπημένων μου φίλων ΒΒ και ΑΑ. 1ον Στη Χ3, 2ον Χ4. 3ον Χ1. 4ον Χ2. Στην οδό ... 2° όροφο και δύο συνεχόμενα μαγαζιά φέροντα τους αριθμούς 42, 43 και όλα τα έπιπλα που βρίσκονται σπίτι όλα τα χρήματα που θα βρεθούν σε τράπεζα ή οπουδήποτε αλλού.

Ανακαλώ την προηγούμενη διαθήκη μου που έχω κάνει στον ΕΕ Συμβολαιογράφο διότι έχει συνταχθεί κάτω από πίεσιν. Στους συγγενείς μου δεν αφήνω τίποτα και ούτε να διανοηθούν να διεκδικήσουν τίποτε. Την διαθήκην μου αυτήν την παραδίδω στον δικηγόρο μου ΔΔ είναι ο μόνος που εμπιστεύομαι. ... τη 21.05.98, ΩΩ. Όποιος προσβάλλει τη διαθήκη μου την κατάρα μου να έχει.

Υπογραφή". Κατόπιν της από 2-4-2003 σχετικής αιτήσεως, που υπέβαλαν οι τρίτος, έκτος και όγδοος των εναγόντων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 162/2003 απόφαση αυτού, διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία διορίσθηκε η πρώτη ενάγουσα Ψ1 οριστικός κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομιάς του ΩΩ.

Ωστόσο, ο εν λόγω διαθέτης πολύ πριν από το θάνατο του (4-3-2003) και τουλάχιστον από το έτος 1995 έπασχε από χρόνια ψυχωσική συνδρομή (βλ. την από 1-8-1995 ιατρική βεβαίωση του Β' Ψυχιατρικού Τομέα του Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων). Η νόσος αυτή του ΩΩ εκδηλώθηκε για πρώτη φορά κατά το έτος 1968 (βλ. το προσαγόμενο δελτίο Κοινωνικής και Οικογενειακής Κατάστασης του Ασθενή του Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων), γεγονός το οποίο τον ανάγκασε να διακόψει την εργασία του στο ..., όπου τότε εργαζόταν.

Συγκεκριμένα αυτός είχε νοσηλευθεί στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων κατά το χρονικό διάστημα από 28-4-1995 μέχρι τις 7-6-1995, οπότε εξήλθε με εντολή γιατρού. Το καλοκαίρι του έτους 1998, λόγω τραυματισμού του στο χέρι, νοσηλεύθηκε αρχικά στο νοσοκομείο Χανίων και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις 5-7-1998 με αίτηση του για εκούσια νοσηλεία στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων, προκειμένου να είναι δυνατή η λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, η οποία ήταν απαραίτητη για την ψυχική του υγεία, όπου παρέμεινε μέχρι τις 7-8-1995, οπότε και εξήλθε συνοδευόμενος από τον εξάδελφο του, όπως προκύπτει από την από 5-7-1998 αίτηση του ίδιου προς το Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, σε συνδυασμό με το δελτίο κοινωνικής και οικογενειακής κατάστασης του ασθενή.

Ο διαθέτης συμβίωνε πάντοτε με τη μητέρα του στα ... και με μία οικιακή βοηθό. Όταν αποβίωσε η μητέρα του στις 6-1-1997, η ψυχική του υγεία επιδεινώθηκε, αφού δεν είχε πλέον κανένα να τον φροντίζει, ο ίδιος δε αδυνατούσε να επιμεληθεί του εαυτού του και της οικίας του. Στις 14-12-1998 με εισαγγελική παραγγελία, η οποία δόθηκε μετά από αίτηση ενός από τους πρώτους εξαδέλφους του, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, νοσηλεύθηκε στο παραπάνω θεραπευτήριο, όπου παρέμεινε μέχρι και το θάνατο του στις 4-3-2003, λόγω της χρόνιας ψυχωσικής συνδρομής από την οποία έπασχε, σε συνδυασμό με τη χρόνια λοίμωξη αναπνευστικού, αιτίες από τις οποίες και απεβίωσε.

Το έτος 2002, κατόπιν της από 29-10-2002 αίτησης της πρώτης ενάγουσας προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Χανίων, περί θέσεως του ως άνω διαθέτη υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο συμπαραστατέος πάσχει από πνευματική νόσο και συγκεκριμένα από χρόνια ψυχωσική συνδρομή, προϊούσα εκπτωτική διαδικασία ανοϊκού τύπου και διαταραχές αντίληψης και συνεργασίας και, σε καταφατική περίπτωση, αν η πνευματική διαταραχή απέκλειε ολικά ή εν μέρει τη δυνατότητα αυτού να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του, ενόψει και του γεγονότος ότι οι προσκομισθείσες με αρ.

πρωτ. .../24-10-2002, .../11-12-2002 και .../20-1-2003 ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών του άνω Θεραπευτηρίου (Θ.Ψ.Π.Χ.) εμφάνιζαν το διαθέτη να νοσεί, η πρώτη από χρόνια παρανοϊκή ψύχωση, η δεύτερη από ψυχωσική συνδρομή και η τρίτη από χρόνια ψυχωσική συνδρομή και προϊούσα εκπτωτική διαδικασία ανοϊκού τύπου, διαταραχές αντίληψης και συνεργασίας.

Έτσι συντάχθηκε η από 25-2-2003, με αριθ. καταθ. .../26-2-2003, ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ..., νευρολόγου ψυχιάτρου, Δ/ντή του Νευρολογικού Τμήματος του Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε " ότι ο διαθέτης έπασχε από α) χρονίσασα ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου με επανειλημμένες νοσηλίες στο Θ.Ψ.Π.Χ.

και β) χρονία αναπνευστική ανεπάρκεια. Η παραπάνω κλινική κατάσταση έχει προκαλέσει (λόγω χρονιότητος) στον ασθενή προϊούσα ανοϊκή συνδρομή με πνευματική έκπτωση και διαταραχές αντίληψης και συνεργασίας. Συμπερασματικά, ο ασθενής θεωρείται τελείως ανίκανος να φροντίζει μόνος τις υποθέσεις του και να διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία".

Επί της ανωτέρω αιτήσεως δεν εκδόθηκε απόφαση περί θέσεως του διαθέτη υπό δικαστική συμπαράσταση, διότι ο τελευταίος αποβίωσε στις 4-3-2003, λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας και Χ.Α.Π., Χ. Ψ. Σ. Από την προσκομιζόμενη από 16-2-2007 έκθεση διενέργειας ψυχιατροδικαστικής γνωμοδοτήσεως επί εγγράφων, την οποία συνέταξε ο ..., Επικ.

Καθηγητής Ψυχιατρικής, προκύπτει ότι στην περίπτωση του ΩΩ, η διάγνωση είναι αυτή της σχιζοφρένειας παρανοειδούς τύπου, ότι η σχιζοφρένεια δεν είναι νόσος που παρουσιάζει παροδικότητα ή περιοδικότητα, αλλά βαίνει προοδευτικά επιδεινούμενη, ότι στις 5-7-1998 η κλινική εικόνα του ανωτέρω ήταν πολύ επιβαρημένη με ενεργό και επιδεινούμενη ψυχοπαθολογία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη νοσηλεία του, ότι είχε νάρθηκα στο χέρι, ζούσε μόνος, είχε αδυνατίσει πάρα πολύ, δεν έπαιρνε φάρμακα, στο νοσοκομείο δεν συνεργαζόταν, ήταν διεγερτικός.

Ο ίδιος ψυχίατρος αποφαίνεται τελικά, ότι ο ΩΩ έπασχε από σχιζοφρένεια παρανοειδούς τύπου, ότι η νόσος αυτή είναι συνεχής, χρονία με σταδιακή επιδείνωση, ότι η σχιζοφρένεια αποτελεί την κατ' εξοχήν μείζονα διαταραχή κατά την οποία η βουλητική λειτουργία παραβλάπτεται αποφασιστικά και τέλος ότι, κατά τη σύνταξη της από 21-5-1998 ιδιόχειρης διαθήκης του, αποκλειόταν σ' αυτόν ο με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του.

Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995, οπότε είχε εξέλθει του Θεραπευτηρίου, μέχρι και το έτος 1998, οπότε εισήχθη εκ νέου σ' αυτό, λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της χρόνιας ψυχωσικής συνδρομής από την οποία έπασχε, και ότι η νόσος αυτή δεν ήταν μία πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, αλλά συνεχής με σταδιακή επιδείνωση, η οποία τον είχε καταστήσει άτομο χρόνια ψυχωσικό με ασθενική θέληση αρκετά υποβόλιμο ώστε να επηρεάζεται από τρίτους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τιμώμενα με την από 21-5-98 διαθήκη πρόσωπα είναι, αφενός μεν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, τέκνα του φίλου του ΑΑ, του οποίου η σύζυγος, ΓΓ, επισκεπτόταν το διαθέτη μετά το θάνατο της μητέρας του από τις αρχές του έτους 1997 έως το καλοκαίρι του έτους 1998, προσφέροντας του βοήθεια στο σπίτι, αφετέρου δε η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων, που είναι τέκνα του ΒΒ, υπαλλήλου του ψυχιατρείου στο οποίο νοσηλευόταν κατά διαστήματα ο διαθέτης.

Με την από 22-8-1998 δε ιδιόγραφη διαθήκη τιμώμενο πρόσωπο ήταν ο ΕΕ, ο οποίος είχε συντάξει τη με αριθ. .../1-9-97 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της μητέρας του διαθέτη. Από τα πρόσωπα που τίμησε ο διαθέτης με τις ανωτέρω διαθήκες του προκύπτει ότι, λόγω της κακής ψυχολογικής κατάστασης στην οποία αυτός βρισκόταν μετά το θάνατο της μητέρας του, με την οποία συμβίωνε, και του μοναχικού βίου που διήγε έκτοτε, σε συνδυασμό με την απουσία προσώπου που να επιμελείται μόνιμα αυτόν, τελώντας σε αδυναμία κανονικής επιλογής των ελατηρίων, δηλαδή των συναισθηματικών και ορμητικών τάσεων για τη διαμόρφωση της βούλησης του, κάθε φορά εγκαθιστούσε ως κληρονόμους του πρόσωπα που απλά τον βοηθούσαν και όχι μόνο πρόσωπα που, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ένοιωθε ότι τον αγαπούσαν ή τους αγαπούσε, δηλαδή τιμούσε πρόσωπα που ήταν οι εγγύτεροι συμπαραστάτες και αρωγοί του, καθόσον, κατά τα επιστημονικά δεδομένα, οι πάσχοντες από τέτοιας μορφής ασθένειες και μάλιστα χρόνιας μορφής, όπως ο διαθέτης, επιλέγουν αυτά ακριβώς τα πρόσωπα, που τους βοηθούν και τους συμπαρα-στέκονται, για να στρέψουν τις εμμονές και το παραλήρημα τους, όπως ακριβώς έπραττε ο διαθέτης προς τη μητέρα του, όταν αυτή βρισκόταν εν ζωή.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, ότι ο διαθέτης επιθυμούσε να εγκαταστήσει κληρονόμους του τα παιδιά των φίλων του, ΑΑ και ΒΒ, επειδή δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με τους ενάγοντες συγγενείς του, από την από 5-7-1998 αίτηση του διαθέτη προς το ανωτέρω Θεραπευτήριο Χανίων προκύπτει ότι κατά την εισαγωγή του σ' αυτό δήλωνε τα τηλέφωνα της πρώτης ενάγουσας εξαδέλφης του, καθώς και του μισθίου καταστήματος του, και όχι τα τηλέφωνα κάποιου από τους εναγομένους ή τους γονείς αυτών, ενάμισυ μήνα περίπου μετά τη σύνταξη της επίμαχης από 21-5-1998 διαθήκης του, με την οποία τους εγκατέστησε κληρονόμους του.

Άλλωστε και από το προσκομιζόμενο δελτίο κοινωνικής και οικογενειακής κατάστασης του διαθέτη προκύπτει το ενδιαφέρον προς αυτόν των συγγενών του και ειδικότερα του όγδοου ενάγοντος Ψ8 και της πρώτης ενάγουσας Ψ1. Από αυτά, σε συνδυασμό και με την από 22-8-1998 δεύτερη διαθήκη του, με την οποία εγκαθιστά κληρονόμο του ένα συμβολαιογράφο τρεις (3) μήνες μετά τη διαθήκη με την οποία τιμά τους εναγομένους, συνάγεται ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της από 21-5-1998 ιδιόγραφης διαθήκης κατανοούσε μεν το περιεχόμενο της διαθήκης υπό την έννοια της κατανόησης και σύνταξης των προτάσεων, πλην όμως το περιεχόμενο αυτής δεν ήταν αποτέλεσμα λογικών συλλογισμών, αλλά προσδιοριζόταν από το διωκτικό περιεχόμενο της παραληρητικής ψυχωτικής σκέψης, εξαιτίας της νόσου του.

Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα από 16-2-2007 έκθεση διενέργειας ιατροδικαστικής γνωμοδοτήσεως επί εγγράφων του επίκουρου Καθηγητή της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ..., "Την άποψη αυτή ενισχύει ακόμη περισσότερο, η χάλαση των συνειρμών, η οποία εκφράζεται με τη διαταραχή στο χρονικό προσανατολισμό (αντικαθιστά μεταγενέστερη διαθή-κη), αλλά και με το χαρακτηριστικό ψυχωτικό περιεχόμενο όπου "θεωρεί" ότι οι άλλοι "κατανοούν" με συμβολικό τρόπο καταστάσεις και ανύπαρκτες συσχετίσεις "...

Ανακαλώ την προηγούμενη διαθήκη ... Διότι έχει συνταχθεί υπό πίεση ..." και καταλήγει, όπως και η δομή των τυπικών διαταραχών στην αντίληψη, με βρισιές ή και κατάρες". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο διαθέτης ΩΩ, κατά το χρόνο σύνταξης (21-5-1998) της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης του, ήταν ανίκανος προς σύνταξη αυτής, λόγω και ψυχικής διαταραχής, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της ακυρότητας της πιο πάνω διαθήκης του ΩΩ, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων και ψυχικής διαταραχής του διαθέτη που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο διαθέτης ΩΩ από το έτος 1995 και μέχρι τις 14-12 998, που με εισαγγελική παραγγελία εισήχθη εκ νέου για νοσηλεία στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, έπασχε από χρόνια ψυχωσική συνδρομή και ότι λόγω της ψυχικής διαταραχής του, εξαιτίας της ασθένειας του, αποκλειόταν σ' αυτόν, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της από 21-5-1998 ιδιόγραφης διαθήκης του, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του με λογικούς υπολο-γισμούς, διέλαβε στην απόφαση του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανικανότητας του διαθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προανα-φερόμενης διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ΑΚ.

Επομένως ο δεύτερος, μέρος δεύτερο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιάσεις, ότι το Εφετείο αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη της επίμαχης διαθήκης διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι "α) δεν αναφέρονται στην απόφαση συγκεκριμένα και αποδεδειγμένα περιστατικά που αφορούν την προσωπικότητα του διαθέτη, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός είχε εξασθενημένη βούληση και αδυναμία λογικών συλλογισμών, β) δεν εξηγείται από που μόρφωσε το Εφετείο την πεποίθηση του περί μη έλλογης κρίσης του διαθέτη κατά τη σύνταξη της διαθήκης, γ) τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αφο-ρούν την κατάσταση του διαθέτη πέντε έτη μετά τη σύνταξη της διαθήκης και δ) ενώ, γίνεται δεκτό από την προσβαλλομένη ότι ο διαθέτης έξι ημέρες πριν τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, δηλαδή στις 15.5.1998 κατάρτισε με τη μισθώτρια του ακινήτου του το με ίδια ημερομηνία καθόλα έγκυρο ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι αυτός ήταν ικανός για σύνταξη της διαθήκης, με την αιτιολογία ότι το εν λόγω συμφωνητικό συντάχθηκε με αντιγραφή άλλου μισθωτηρίου εγγράφου, χωρίς όμως να προσδιορίζει την ταυτότητα και το περιεχόμενο του τελευταίου".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όλες οι παραπάνω αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθ-μιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από αυτές, ότι δηλαδή ο διαθέτης, εξαιτίας της χρόνιας ψυχωσικής συνδρομής από την οποία έπασχε, βρισκόταν κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης του σε κατάσταση ψυχικής διαταραχής, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του και συνεπώς ήταν ανίκανος προς σύνταξη της διαθήκης, εκτίθεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση.

-ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 463 Κ. Πολ. Δ., όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός περί πλαστότητας εγγράφου, είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού, χωρίς την ταυτόχρονη προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης περί λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε αυτό να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο διαθέτης, εξαιτίας της χρόνιας ψυχωσικής συνδρομής από την οποία έπασχε, βρισκόταν κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του σε κατάσταση ψυχικής διαταραχής, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο οκτώ φύλλα του Δελτίου κοινωνικής και οικογενειακής κατάστασης του διαθέτη στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, ενώ το Δελτίο αυτό ήταν αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, γιατί οι αναιρεσείοντες το είχαν προσβάλλει ως πλαστό, αλλά και διότι δεν είχε προσκομιστεί νόμιμα στο Εφετείο από τους αναιρεσιβλήτους, αφού επρόκειτο για απλή φωτοτυπία ανυπόγραφου εγγράφου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι, για το παραδεκτό του ισχυρισμού τους περί πλαστότητας του ανωτέρω εγγράφου, οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και ανέφεραν ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία (άρθρο 463 ΚΠολΔ), ούτε αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός για την πλαστότητα του εν λόγω εγγράφου, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάθηκε στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο ίδιος λόγος ως προς τη δεύτερη αιτίαση, ότι το παραπάνω έγγραφο δεν είχε προσκομιστεί από τους αναιρεσιβλήτους κατά νόμιμο τρόπο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι αυτό προσκομίστηκε νόμιμα, ως αναγόμενη σε "πράγματα" δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 2/2008).

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που προτείνονται για να στηρίξουν δικαστικά τεκμήρια ως έμμεση απόδειξη (άρθρο 336 παρ.3 ΚΠολΔ), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, όπως είναι και η διαθήκη, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, μέρος τρίτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 εδ. β' και 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι αφενός δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με λόγο της έφεσής τους ισχυρισμό ότι από το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης και ειδικότερα "από την ύπαρξη σ' αυτήν πλήρους λογικής ακολουθίας στη διατύ-πωση των νοημάτων, σαφών διατάξεων, συνειρμού της σκέψης του διαθέτη κ.λ.π.", συνάγεται δικαστικό τεκμήριο περί της ικανότητας του διαθέτη για σύνταξη διαθήκης και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη το δικαστικό αυτό τεκμήριο, που συνάγεται από το περιεχόμενο της διαθήκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια που εκτέθηκε, αλλά επιχείρημα που προτάθηκε, προκειμένου να στηρίξει βάση για τη συναγωγή έμμεσης απόδειξης, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση, διότι η εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της ψυχοδιανοητικής κατάστασης του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης ΔΔ, που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ...

και ..., τις οποίες προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσείοντες και 2) το υπ' αριθ. .../2.11.2004 πιστοποιητικό νοσηλείας του Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, από το οποίο, όπως διατείνονται, αποδεικνυόταν ότι ο διαθέτης για μια ολόκληρη τριετία, στην οποία εμπίπτει και ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης (21.5.1998), δεν χρειάσθηκε ψυχιατρική αρωγή.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα προσκομισθέντα πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου, οι υπ' αριθμ. .../29-9-2005 και .../28-9-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που επαναπροσκομίσθηκαν από τους αναιρεσείοντες, και όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση επαναπροσαγόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης που εκτέθηκε, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2007 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 249/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για τους 2°, 3°, 4°, 5η, 6° και 7° αναιρεσιβλήτους, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Ψ7, που είχαν κοινή παράσταση, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ και για τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους, που παραστάθηκαν χωριστά με κοινή παράσταση, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ