Supreme Court allows appeal against dismissal of default judgment due to sudden lawyer's illness constituting superior force.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a default judgment. The appellant argued that the sudden illness of their sole authorized lawyer constituted superior force, preventing timely notification of the appeal. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the timing of the lawyer's recovery and the adequacy of subsequent actions to notify the client or find a replacement. Consequently, the court declared the first ground of appeal admissible and remitted the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 673(1) and 674(2) of the Code of Civil Procedure; Superior force constitutes any unforeseen event preventing a party's appearance, such as a lawyer's sudden illness, provided the event was not foreseeable and could not be avoided despite utmost diligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1420 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1420/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. - Εμπόριον Τροφίμων και Οικιακών ειδών" και το διακριτικό τίτλο "Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σεραφείμ Πολυχρόνη. Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γούτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1144/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9617/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την τελευταία απόφαση ανέκοψε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 25-4-2006 ανακοπή ερημοδικίας.
Εκδόθηκε η 2591/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας, όπως και την αναίρεση της παραπάνω 9617/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 23-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 673 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 663 επ. του εν λόγω Κώδικα) ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Από τη διάταξη αυτήν, που, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι ανώτερη βία, που θεμελιώνει λόγο ανακοπής κατά της ερήμην αποφάσεως, συνιστά κάθε τυχαίο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο δικαστήριο και της συμμετοχές του στην εκδίκαση της υποθέσεως, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και συνέσεως.
Επομένως τέτοιο γεγονός είναι και η απρόβλεπτη αιφνίδια νόσος του μόνου πληρεξουσίου δικηγόρου, εξαιτίας της οποίας κατέστη αδύνατο τόσο να ενεργήσει ο ίδιος την επιβαλλόμενη σ'αυτόν πράξη, όσο και να ειδοποιήσει εγκαίρως τον εντολέα του όπως αυτός είτε ο ίδιος είτε με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο ενεργήσει την εν λόγω πράξη (ΑΠ 22/2007, 42/2004, 904/2002, 1686/1997, 630/1963).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικοί δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πρώτη απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας προσβαλλόμενη 2591/2007 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο για συνδρομή ανώτερης βίας, που στήριζε την ανακοπή ερημοδικίας που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, ότι κατά την ημέρα της 5ης Απριλίου 2005, κατά την οποία είχε προσδιοριστεί ενώπιον του εν λόγω Εφετείου, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της από 7-12-2004 εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1144/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της τελευταίας, Βασίλειος Μαρής του Δημητρίου, δικηγόρος Αθηνών, δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, που αντιμετώπισε εκείνη την ημέρα.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, περί ώρα 10,15 της ως άνω ημέρας της 5ης Απριλίου 2005, ο παραπάνω δικηγόρος, ενώ βρισκόταν στην οδό ....., κατευθυνόμενος προς το δικαστικό μέγαρο του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να παρασταθεί στη συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσείουσας, αισθάνθηκε ζάλη και έντονη κεφαλαλγία, ενώ παρουσίασε και λιποθυμικές τάσεις, λόγω υπέρτασης από την οποία πάσχει και ακολούθως περιήλθε σε ημιλιπόθυμη κατάσταση.
Αμέσως, μόλις συνήλθε, επικοινώνησε με τη σύζυγό του, η οποία μετέβη, αμέσως στο σημείο, όπου αυτός βρισκόταν και στη συνέχεια τον συνόδευσε στην οικία τους. Επίσης ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, ενημέρωσε σχετικά με την ασθένειά του το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ......, καθώς και τη συνάδελφο και συνεργάτιδά του, Μαρία Χατζή, η οποία μάλιστα έχει υπογράψει και καταθέσει ως πληρεξούσια δικηγόρος το δικόγραφο της ανακοπής, προκειμένου να της ζητήσει να παραστεί στο δικαστήριο αντί γι' αυτόν, πλην όμως, αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθόσον αυτή βρισκόταν τη στιγμή εκείνη σε άλλο δικαστήριο.
Τα παραπάνω ανέφερε ο ίδιος ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, Βασίλειος Μαρής, στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του Εφετείου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, που έχουν τον ίδιο με την προαναφερόμενη απόφαση αριθμό. Όμως, το επικαλούμενο, ως λόγος της δικονομικής απουσίας της αναιρεσείουσας κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο ενώπιον του Εφετείου και εντεύθεν της ερημοδικίας της, γεγονός, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας, καθόσον τούτο, υποτιθέμενο αληθές, αποτελεί, βέβαια, γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατό να προληφθεί, πλην όμως ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, ενεργώντας με την επιμέλεια, με την οποία οφείλει ο μέσος συνετός νομικός συμπαραστάτης να χειρίζεται τις υποθέσεις των πελατών του, όφειλε μετά την άκαρπη, όπως ο ίδιος ανέφερε, προσπάθειά του να επικοινωνήσει με τη συνάδελφο και συνεργάτιδά του, Μαρία Χατζή, να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς έστω και μέσω της συζύγου του, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, Νικόλαο Γούτα, ο οποίος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αλλά κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή κάποιον από τους συνεργαζόμενους δικηγόρους του δικηγορικού του γραφείου, ή με οποιοδήποτε άλλο δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ώστε να μεριμνήσει για την αναβολή της υποθέσεως ή τη ματαίωση της συζητήσεώς της, δεδομένου ότι από τη στιγμή που παρουσιάστηκε το πρόβλημα υγείας του (ώρα 10,15) μέχρι την έναρξη της συνεδριάσεως του δικαστηρίου (ώρα 11.00) μεσολάβησαν 45 λεπτά της ώρας, χρόνος που ήταν επαρκής, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να προβεί στις ως άνω ενέργειες.
Αντίθετα, όταν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς ο προαναφερόμενος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, ο Βασίλειος Μαρής, του δήλωσε άγνοια για την ως άνω δικάσιμο και δεν του ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με την αιφνίδια ασθένειά του, όπως ο ίδιος αναφέρει στην προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή του.
Ακολούθως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το επικληθέν πραγματικό περιστατικό, αληθές υποτιθέμενο, δεν συνιστά ανώτερη βία, απέρριψε "ως μη νόμιμο" το σχετικό πρώτο λόγο της ένδικης από 25-4-2006 ανακοπής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της 9617/2005 ερήμην αποφάσεώς του, με την οποία η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας από αυτήν 1144/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της από 9-6-2003 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, είχε απορριφθεί λόγω ερημοδικίας της, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 εδ.
β' του ΚΠολΔ. Στη συνεχεία (το Εφετείο), αφού απέρριψε και δη ως αβάσιμο και τον άλλο λόγο της ίδιας ανακοπής (που δεν ενδιαφέρει εδώ), απέρριψε "στο σύνολό της ως αβάσιμη" και την ίδια την προαναφερομένη ανακοπή ερημοδικίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, την από το ουσιαστικό δίκαιο νομική έννοια της ανώτερης βίας, που αναφέρεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 673 παρ. 1 του ΚΠολΔ (σχ.
ΑΠ 1686/1997). Ειδικότερα: 1) Παραβίασε ευθέως την εν λόγω νομική έννοια, εφόσον αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση της νομικής αυτής έννοιας, για να κρίνει τον παραπάνω πρώτο λόγο της ανακοπής ερημοδικίας ως νόμιμο. Και αυτό διότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την παραδοχή του, αναφέρονταν στον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, ήταν αρκετά προς θεμελίωση της υπάρξεως ανώτερης βίας για τη μη εμφάνιση αυτής κατά τη συζήτηση της ως άνω εφέσεώς της, δεδομένου μάλιστα, ότι, κατά τα εκτιθεμένα στο λόγο αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, και υπήρξε απρόβλεπτη αιφνίδια νόσος του μόνου πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, εξαιτίας της οποίας κατέστη αδύνατο τόσο να ενεργήσει ο ίδιος την επιβαλλόμενη σ'αυτόν πράξη (παράσταση στο Εφετείο κατά την ενώπιον τούτου συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσείουσας), όσο και να ειδοποιήσει εγκαίρως την εντολέα του αναιρεσείουσα ώστε αυτή με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο να ενεργήσει την εν λόγω πράξη, λαμβανομένου υπόψη ότι, πάντοτε κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο της ανακοπής, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο εμφανίστηκε το πρόβλημα υγείας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας και κατά τον οποίο χρόνο αυτός μπορούσε να ενεργήσει είτε ο ίδιος, είτε μέσω της συζύγου του για ειδοποίηση και δη εγκαίρως κάποιου άλλου δικηγόρου, ο οποίος θα τον αντικαθιστούσε, μέχρι την έναρξη της συνεδριάσεως του δικαστηρίου δεν ήταν επαρκώς ικανό για να προβεί, είτε ο ίδιος, είτε μέσω της συζύγου του στις σχετικές ενέργειες.
Και 2) παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω νομική έννοία, εφόσον με το να κρίνει επί του ζητήματος τούτου, όπως πιο πάνω αναφέρεται, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του εν λόγω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, παρά το ότι έκρινε ως απορριπτέο "ως μη νόμιμο" τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, εν τούτοις συγχρόνως προέβη, όπως εκτιμάται, και σε επί της ουσίας κρίση αναφορικά με το λόγο αυτόν ανακοπής. Κατά δε την επί της ουσίας αυτήν κρίση του:
α) Παρά το ότι δέχεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η νόσος που εμφανίστηκε στο μόνο πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας ήταν "γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατό να προληφθεί", εν τούτοις στη συνέχεια ασαφώς και αντιφατικώς δέχεται ότι δεν υπήρξε ανώτερη βία, ενώ δεν διευκρινίζει για ποιόν ειδικότερα λόγο το γεγονός της απρόβλεπτης και αιφνίδιας αυτής νόσου του μόνου πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας δεν εμπόδισε το δικηγόρο αυτόν να ειδοποιήσει εγκαίρως την εντολέα του (αναιρεσείουσα) ώστε αυτή να μπορέσει να παρασταθεί στο Εφετείο με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο.
β) Δεν αναφέρει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ανέκτησε εκ νέου πλήρως τις αισθήσεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι τη στο ακροατήριο του Εφετείου συζήτηση της υποθέσεως ήταν πράγματι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, επαρκής, για να προβεί ο εν λόγω δικηγόρος της αναιρεσείουσας, είτε ο ίδιος είτε μέσω της συζύγου του στην έγκαιρη ειδοποίηση της αναιρεσείουσας ή στην εξεύρεση κάποιου άλλου δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος θα παρίστατο για την αναιρεσείουσα στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως.
γ) Δεν διευκρινίζει για ποιόν ειδικότερα λόγο δεν ήταν αρκετές οι αναφερόμενες ενέργειες στις οποίες προέβη μετά την ανάκτηση των αισθήσεών του ο ίδιος δικηγόρο της αναιρεσείουσας για ειδοποίηση άλλου δικηγόρου προς αναπλήρωσή του. Έτσι όμως, εξαιτίας των ως άνω επί της ουσίας της υποθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίστηκαν στην προσβαλλόμενη (2501/2007) εφετειακή απόφαση, δηλαδή ελλείψεων που αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της ως άνω από το ουσιαστικό δίκαιο νομικής έννοιας της ανώτερης βίας, που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 673 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ'αμφότερα τα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία προβάλλονται οι ως άνω, αντίστοιχα, πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στο σύνολό του και να αναιρεθεί η απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας προσβαλλόμενη 2591/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ κατόπιν τούτου παρέλκει η εξέταση όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως (2ου, 3ου και 4ου στο σύνολό τους) που αφορούν προβαλλόμενες πλημμέλειες της παραδεκτώς με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσας, συμπροσβαλλόμενης υπ'αριθ. 9617/2005 οριστικής αποφάσεως του ίδιου Εφετείου, καθόσον μετά την αναίρεση της 2591/2007 απόφασης του Εφετείου που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, η συμπροσβαλλόμενη αυτή απόφαση (9617/2005) δεν είναι πλέον τελεσίδικη, ώστε να μπορούν να εξεταστούν οι λοιποί ως άνω λόγοι που στρέφονται κατ'αυτής, το παραδεκτό των οποίων, προδήλως τελεί υπό την αίρεση της απόρριψης του πρώτου πιο πάνω λόγου αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ), που έγινε όμως δεκτός (ΑΠ 1211/1992).
Μετά απ' όλα αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2591/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ