Supreme Court allows appeal on insufficient reasoning for dismissal of director's vacation pay claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court dismissed the claim for vacation pay compensation based on the appellant's status as a director, but failed to provide sufficient reasoning regarding his specific qualifications and the employer's trust. Consequently, the Court found the lower court's justification inadequate and remanded the case for further examination of the director status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 669(2) of the Civil Code, Article 1 of Law 2112/1920, and Articles 1 and 5 of Law 3198/1955: A unilateral termination of an indefinite-term employment contract is a valid exercise of right, but the employer's justification for denying vacation pay to a director must be substantiated by specific criteria of supervision and trust; insufficient reasoning renders the decision voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1420 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1420/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «BAYER ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ», που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1650/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4836/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/11/2004 αίτησή του και τους από 9/2/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι κύριοι και πρόσθετοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, που είχε αρχικά οριστεί. Τυχόν μη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους προσθέτους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι, το δικόγραφο των από 10-2-2006 προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη (μάλιστα ούτε γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του περί επιδόσεως) πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί ως απαράδεκτοι.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους – που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, στις 8-10-1985, και απασχολήθηκε σ' αυτή ως πωλητής στο τμήμα ....., μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο 1989, οπότε ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος αυτού.
Το έτος 1995 αποφασίσθηκε από την αναιρεσίβλητη η συγχώνευση του άνω τμήματος με το τμήμα καταναλωτικών προϊόντων της και δημιουργήθηκε ο ....... Προϊστάμενος του τομέα αυτού ορίσθηκε ο μέχρι τότε προϊστάμενος του τμήματος καταναλωτικών προϊόντων Χ1, στον δε ενάγοντα ανατέθηκε η ευθύνη του τμήματος πωλήσεων.
Την 1-12-1997, ο Χ1 ανακλήθηκε στη Γερμανία και τότε ο αναιρεσείων διαδέχθηκε αυτόν στη θέση προϊσταμένου του τομέα αυτού, διατηρώντας παράλληλα και την ευθύνη του τμήματος πωλήσεων. Από τη λειτουργική αυτή θέση ο αναιρεσείων αναφερόταν απ' ευθείας στο Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης αλλά και στη κεντρική διεύθυνση του τμήματος .....
της μητρικής εταιρείας στη Γερμανία. Κατόπιν καταγγελιών σε βάρος του αναιρεσείοντος, στις 9-5-2002, ο τομέας εσωτερικού ελέγχου της μητρικής εταιρείας της αναιρεσίβλητης προέβη σε σύντομο, έκτακτο έλεγχο των πωλήσεων ασπιρίνης 20χ0,5 γρ. στην Ελλάδα, όπου διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσείων εκμεταλλευόμενος τη διευθυντική θέση που κατείχε στην αναιρεσίβλητη, πωλούσε ποσότητες ασπιρίνης σε μια σειρά χονδρεμπόρων, οι οποίοι είναι άγνωστοι στην Ελληνική αγορά φαρμάκων, όχι προς διάθεση στην ελληνική αγορά, αλλά προς μεταπώληση σε άλλες χώρες, στις οποίες δεν υφίσταται δέσμευση τιμών για τα φάρμακα ή τα φάρμακα μπορούν να μεταπωλούνται σε τιμές ανώτερες απ 'ότι στην Ελλάδα.
Το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας Αγοράς Ι.Μ.S. ερευνά τακτικά την εσωτερική ζήτηση στην Ελλάδα από τις πραγματικές πωλήσεις ασπιρίνης μέσω φαρμακείων προς τον τελικό καταναλωτή. Από τις έρευνες του Ινστιτούτου αυτού προέκυψε ότι ο πραγματικός τζίρος ασπιρίνης ήταν για το έτος 1999, 9,9 εκατομμύρια κουτιά, για το έτος 2000, 8,8 εκατ.
κουτιά και για το έτος 2001 7,8 εκατ. κουτιά. Η πραγματική όμως εγχώρια ζήτηση ήταν για το έτος 1999, 3 εκατ. κουτιά, για το έτος 2000, 2,9 εκατ. κουτιά και για το έτος 2001, 2,7 εκατ. κουτιά. Επομένως, η απόκλιση μεταξύ τζίρου και πραγματικής ζητήσεως ήταν σε απόλυτους αριθμούς για το έτος 1999, 6,9 εκ. κουτιά (δηλαδή ποσοστιαία απόκλιση 230%), για το έτος 2000 5,9 εκ.
κουτιά (ποσοστιαία απόκλιση 203,44%) και για το έτος 2001 5,1 εκ. κουτιά (ποσοστιαία απόκλιση 188,88%). Και ναι μεν δικαιολογείται μία μικρή απόκλιση εκ του γεγονότος ότι στην Ελλάδα η ασπιρίνη πωλείται και στα περίπτερα. Όμως η μικρή αυτή απόκλιση θα έπρεπε να είναι κατά μεν το Ι.Μ.Σ. μέχρι 2%-2,5%, κατά δε τους ελεγκτές μέχρι 15%.
Έτσι ο αναιρεσείων προμήθευσε αδικαιολόγητα δυσανάλογα περισσότερο ασπιρίνη 20χ0,5 γρ. στους άγνωστους στην ελληνική αγορά χονδρεμπόρους, σε αντίθεση με τους χονδρεμπόρους που καλύπτουν την εσωτερική ζήτηση στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να ζημιωθεί το ποσό των 6000000 ευρώ περίπου. Επίσης, από το διενεργηθέντα σε βάρος του αναιρεσείοντος έλεγχο διαπιστώθηκε ότι δύο προμηθευτές της αναιρεσίβλητης επιβεβαίωσαν, ότι ο αναιρεσείων ζήτησε απ' αυτούς οικονομικές παροχές προς αποκλειστικά δικό του όφελος.
Ειδικότερα, από την έκθεση προκύπτει ότι ένας προμηθευτής έχει δηλώσει ενυπόγραφα, ότι ο αναιρεσείων το έτος 1995 έλαβε δάνειο ύψους 2000000 δραχμών και μέχρι τις 12-5-2002 δεν το εξόφλησε και ούτε έχει καταβάλει τόκους. Σύμφωνα δε με τη δήλωση του προμηθευτή αυτού ο αναιρεσείων το έτος 1997 ζήτησε για μία ήδη δοθείσα παραγγελία μερίδιο ύψους 25% του ποσού της παραγγελίας.
Ο προμηθευτής αυτός αρνήθηκε να πληρώσει το ποσό αυτό και από τότε δεν έλαβε καμία πλέον παραγγελία. Ένας άλλος προμηθευτής ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον αναιρεσεόντα για να δώσει μία προσφορά και ο αναιρεσείων πρότεινε στον προμηθευτή να αυξήσει την προσφορά και να πληρώσει σ' αυτόν κάθε μήνα μετρητοίς το ποσό της διαφοράς που θα προέκυπτε..
Σε αντάλλαγμα αυτός θα φρόντιζε να δοθεί παραγγελία στον προμηθευτή. Επίσης διαπιστώθηκε ότι όσον αφορά στη σχέση του τομέα που διηύθυνε ο αναιρεσείων με τη διαφημιστική εταιρεία ....., ο αναιρεσείων δεν είχε μεριμνήσει να αποδοθούν στην αναιρεσίβλητη όλες οι εκπτώσεις που χορήγησαν σ' αυτή οι τηλεοπτικοί σταθμοί από τηλεοπτική διαφήμιση και οι οποίες ανέρχονταν σε 100000 ευρώ ετησίως για τα έτη 1999-2002.
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι, με βάση τα παραπάνω περιστατικά η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους και έγινε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, στις 13-5-2002, δεν είναι καταχρηστική και οφείλεται σε ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης και όχι σε διένεξη αυτού με το Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο διεκδικούσαν τη θέση του Γενικού Διευθυντή της υπό ίδρυση εταιρείας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και πληρωμή μισθών υπερημερίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 και 281 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/20 και 1 και 5 του Ν. 3198/55 και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία, εξαιτίας του οποίου αυτή ήταν καταχρηστική (εμπάθεια, μίσος έχθρα κλπ) και ειδικότερα ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα της διενέξεώς του ως προς την κατάληψη της θέσεως του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσιβλήτου, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει τα πρόσωπα, με τα οποία ήλθε σε επαφή ο αναιρεσείων, ούτε λεπτομέρειες για τον τρόπο διακίνησης των φαρμάκων ή άλλα περιστατικά.
Επίσης η επίκληση παραβίασης του άρθρου 29 παρ. 2 του Ν. 1316/83, περί του τρόπου διακίνησης των φαρμάκων και εφοδιασμού της αγοράς, είναι αλυσιτελής, γιατί η διάταξη αυτή δεν ασκεί επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση ως προς την καταγγελία της συμβάσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 του Ν. 1316/83, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, που προσκομίσθηκαν με επίκληση οι διάδικοι και συγκεκριμένα την έκθεση του εσωτερικού ελέγχου του ομίλου της αναιρεσίβλητης, οργανόγραμμα της αναιρεσίβλητης, με ημερομηνία 1-12-2000 καθώς και το από 1-12-2000 έγγραφό της, τα οποία ήταν κρίσιμα για την υπόθεση. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτων «περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταίς βιομηχανικαίς επιχειρήσεις», που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέα αυτής και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπο ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικώς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών, και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι δε συνήθως με μισθό, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα ως άνω πρόσωπα, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, εβδομαδιαίας αναπαύσεως, αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως κατ' έτος στους μισθωτούς αδειών με αποδοχές, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους, η δε εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς αυξημένες αποδοχές.
Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου, ο οποίος τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση σ' αυτόν αποζημιώσεως, λόγω μη χορηγήσεως αδείας κατά το έτος 2001 και μάλιστα προσαυξημένης κατά 100%, ως αβάσιμο, για το λόγο ότι αυτός είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου και δεν εδικαιούτο αδείας ή επιδόματος αδείας.
Η αιτιολογία, όμως αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αίτημα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημιώσεως, λόγω μη χορηγήσεως αδείας, είναι ανεπαρκής και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην απόφαση τα εξαιρετικά προσόντα του αναιρεσείοντος, η ιδιάζουσα εμπιστοσύνη του εργοδότη προς αυτά, τα καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης, που είχε ο αναιρεσείων, οι πρωτοβουλίες που ανελάμβανε ο αναιρεσείων και όλα τα πιο πάνω περιστατικά, με βάση τα οποία μπορεί να κριθεί αν κάποιος υπάλληλος κατέχει θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το παραπάνω αίτημα, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4836/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια(400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ