Supreme Court allows appeal against eviction order due to incorrect application of twenty-year statute of limitations instead of five-year rule.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the Greek State against a first-instance eviction order, ruling that the lower court erred in applying the five-year statute of limitations. The State argued that the twenty-year limitation period applied because the debt originated from a contract with a public entity ('National Tobacco Organization') before it was transferred to the State. The Court agreed, finding the lower court misapplied the law by ignoring the specific provisions governing public entity debts, thereby overturning the eviction order and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 86 of Law 2362/1995 and 44(2) of Law 496/1974; When a public entity's debt stems from a contract concluded by a predecessor public body, the twenty-year statute of limitations applies rather than the five-year rule for state claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 141 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 141/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου - Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ρ. Σ. - Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Καπράρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/ΜΙ-ΑΚ/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1812/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 10-3-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1239/123/17-6-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1812/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το Ν.4335/2015), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 12-7-2018), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1812/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος, ως προς τα ακίνητα του καταργηθέντος με το Π.Δ. 311/2002, άλλοτε Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Καπνού", άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, την από 18-2-2011 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την απόδοση στο ίδιο του εκμισθωθέντος από τον ως άνω Οργανισμό προς την εναγομένη αγρού, λόγω λήξεως της συμβάσεως μισθώσεως και την καταβολή οφειλόμενων μισθωμάτων και αποζημιώσεως χρήσεως, συνολικού ποσού 55.510 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 30/2012 οριστική του απόφαση, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αφού έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση παραγραφής, που προέβαλε η εναγομένη, εκ του άρθρου 250 αριθμ. 16 του Α.Κ., για τα μισθώματα του έτους 2003 και μέρους του 2004, υποχρέωσε την τελευταία να αποδώσει το μίσθιο στο ενάγον και να του καταβάλει, για μισθώματα και αποζημίωση χρήσεως, συνολικό ποσό 36.544 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 1-5-2008.
Κατά της αποφάσεως αυτής το ενάγον και ήδη αναιρεσείον, ως προς το μέρος της αγωγής του που απορρίφθηκε, κατόπιν παραδοχής της προβληθείσας ενστάσεως παραγραφής, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 15-7-2015 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η έφεση του αναιρεσείοντος, αφού έγινε τυπικώς δεκτή, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86 του Ν. 2362/1995, που ίσχυε κατά τον χρόνο γεννήσεως της ενδίκου απαιτήσεως, ορίζεται ως προς την παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, ότι "1. Καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία).
Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, περιλαμβανομένης και της συμβάσεως εκείνης που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρυθμίσεως του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών, η οποία εξομοιώνεται πλήρως με μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β) απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου γ) γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχειρίσεως δ) απορρέει από διάταξη τελευταίας βουλήσεως ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ) γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές η) αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτοεισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ) απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στον οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής. 4.
Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ' αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής".
Ομοίου περιεχομένου είναι και οι διατάξεις του άρθρου 136 του Ν. 4270/2014 (Α.Π. 1148/2022, Α.Π. 186/2022). Η ρύθμιση αυτή ως ειδικότερη για το Δημόσιο υπερισχύει από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 16 και 251 του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες η παραγραφή της αξίωσης από μισθώματα κάθε είδους υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (Α.Π. 1148/2022).
Άλλωστε, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 και 2 του άρθρου του Ν.Δ. 496/1974, "1. Παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους του οποίου εβεβαιώθη. Εάν η βεβαίωσις εγένετο πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον εν μέρει ή εν όλω η παραγραφή άρχεται από της λήξεως του οικονομικού έτους, καθ' ο το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμον και δια το ποσόν τούτο. 2. Χρέη προς το ν.π. α) εκ τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων, πλην των, δια πρόστιμον, χρηματικάς ποινάς και συναφή δικαστικά έξοδα και τέλη, υπαγομένων εις την πενταετή παράγραφον, β) εξ απίστου διαχειρίσεως, γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων δια των περιοδικών παροχών και δ) εκ καταλογισμών επιβληθέντων παρ' οιασδήποτε αρμοδίας κατά νόμον Αρχής, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι οι απαιτήσεις των Ν.Π.Δ.Δ. από συμβάσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκαν (Α.Π. 210/2016).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση επί του μοναδικού λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά έκρινε, ότι "το Ελληνικό Δημόσιο, μετά την κατάργηση, με το ΠΔ 311/2002, του άλλοτε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Καπνού", τα ακίνητα αυτού, μεταξύ των οποίων και το εκμισθωθέν στην εναγομένη, περιήλθαν στην κυριότητά του και υπήχθησαν στην εποπτεία και διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας με την ...-2003 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα (και) στο Υποθηκοφυλακείο Αλεξάνδρειας στις 22-9-2003, στον τόμο 120 με αριθμό 314, οπότε έτσι αυτό, ως κύριος πλέον της εκμισθωθείσας έκτασης, υπεισήλθε στην επίδικη μισθωτική σχέση στη θέση του εκμισθωτή", ακολούθως δέχθηκε και τα εξής: "Εν προκειμένω με τις μη αμφισβητούμενες με την έφεση παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης έγινε δεκτό η επίδικη σύμβαση αγρομίσθωσης καταρτίσθηκε όχι με συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά, αντίθετα, το διάφορο αυτού και ήδη καταργηθέν από 12-1-2003 ΝΠΔΔ με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Καπνού.
Ειδικότερα, η απόφαση δέχθηκε (κατά πιστή αντιγραφή) ότι "Με το από 14.9.2000 ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ αφενός του Εθνικού Οργανισμού Καπνού και αφετέρου της εναγομένης, εκμισθώθηκε προς τη δεύτερη για καλλιέργεια καπνού, ένας αγρός εμβαδού 130 στρεμμάτων στο Πλατύ Ημαθίας έκταση από την οποία τα 66 επιμέρους στρέμματα ανήκαν στο υπ' αριθμ. 537 αγροτεμάχιο και τα λοιπά 64 στρέμματα στο υπ' αριθμ. 540 τεμάχιο του αγροκτήματος Πλατέος.
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε από 30.5.2000 έως 31.12.2001, απαγορευομένης της σιωπηρής αναμίσθωσης και το ετήσιο μίσθωμα σε 11.102 Ευρώ καταβλητέο στο τέλος κάθε μισθωτικού έτους". Ως προς δε την επίδικη εκ των μισθωμάτων οφειλή δέχθηκε η απόφαση (κατά τη δέουσα εκτίμηση όλου του περιεχομένου της) ότι υφίσταται κατ' αρχήν οφειλή της εναγόμενης για τα μισθώματα του έτους 2003 και μέχρι 15-9-2004, οπότε έληξε η εκ της αναγκαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 634 ΑΚ τετραετής διάρκεια της αγρομίσθωσης, επειδή η ανωτέρω διάδικος εξακολούθησε να κάνει ακώλυτα χρήση του μισθίου καλλιεργώντας το μετά την παρέλευση της συμφωνημένης διάρκειας μίσθωσης και μέχρι τον ανωτέρω χρόνο της 15-9-2004 ...
Εφόσον, επομένως, η επίμαχη (ιδιωτικού δικαίου) σύμβαση αγρομίσθωσης, από την οποία απορρέει η επίδικη στην έκκλητη δίκη απαίτηση μισθωμάτων του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου για το διάστημα λειτουργίας αυτής, του έτους 2003 και έως και την 14-9-2004, δεν έχει καταρτισθεί με αντισυμβαλλόμενη της εναγόμενης το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς τούτο να αναιρείται από το γεγονός ότι μετά την κατάργηση του συμβαλλόμενου σ' αυτήν Εθνικού Οργανισμού Καπνού, στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθε και το επίδικο ακίνητο και τα εκ της μισθώσεως αυτού δικαιώματα, δεν βρίσκει εφαρμογής η επικαλούμενη με το μοναδικό λόγο της έφεσης διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 86 του ανωτέρω Ν. 2352/1995, αλλά, αντίθετα, η κοινή διάταξη περί παραγραφής μισθωμάτων της παρ. 16 του άρθρου 250 ΑΚ.
Ενόψει δε ότι η αγωγή του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 22-2-2011, οι απαιτήσεις του για το μίσθωμα του έτους 2003 και το μίσθωμα του διαστήματος από 1-1 έως 14-9-2004, έχουν υποκύψει στην ανωτέρω, προβλεπόμενη από τη διάταξη του Αστικού Κώδικα, πενταετή παραγραφή, που άρχισε από την 1-1-2004 για το μίσθωμα του έτους 2003 και από 1-1-2005 για το μίσθωμα του διαστήματος από 1-1-2004 έως 14-9-2004".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τον μοναδικό λόγο της από 15-7-2015 εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση παραγραφής, που είχε προτείνει πρωτοδίκως η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και απέρριψε τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που αφορούσαν το μίσθωμα του έτους 2003 και μέρους του μισθώματος του 2004 και δη, μέχρι τις 14-9-2014.
Εντούτοις, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι απαιτήσεις από μισθώματα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, του από 1-1-2003 έως 14-9-2004 χρονικού διαστήματος από την ένδικη αγρομίσθωση εις βάρος της αναιρεσίβλητης, γεννήθηκαν μετά την κατάργηση του αρχικού εκμισθωτή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Καπνού", την περιέλευση της ακίνητης περιουσίας του στο Ελληνικό Δημόσιο και την υπεισέλευση του τελευταίου στην μισθωτική σχέση ως εκμισθωτή, δεσμευόμενο από όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα από την σύμβαση μισθώσεως, ήτοι πρόκειται για απαιτήσεις του αναιρεσείοντος από την, δεσμεύουσα το ίδιο, ενεργή σύμβαση μισθώσεως.
Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις αυτές υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή από την λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση των εν λόγω απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 86 του Ν. 2362/1995, ενώ, επιπροσθέτως, η ίδια εικοσαετής παραγραφή ίσχυε και ως προς τον αρχικό εκμισθωτή κατ' άρθρον 44 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974, καθόσον ήταν Ν.Π.Δ.Δ., έτσι ώστε δεν είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως κατά την άσκηση της από 18-2-2011 αγωγής του αναιρεσείοντος.
Ως εκ τούτου, κρίνοντας το Εφετείο, ότι ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αριθμ. 16 του Α.Κ. για τις απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου για τα μισθώματα του από 1-1-2003 έως 14-9-2004 χρονικού διαστήματος, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα εφάρμοσε την τελευταία διάταξη και δεν εφάρμοσε τις προσήκουσες διατάξεις του άρθρου 86 του Ν. 2362/1995, όπως βασίμως παραπονείται το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως.
Τούτου δοθέντος, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία θα επιβληθεί, όμως, μειωμένη κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Α.Π. 1329/2024, Α.Π. 1803/2017, Α.Π. 631/2017), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1812/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ