Supreme Court dismisses appeal regarding labor dispute jurisdiction over public servants under private law contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a labor court judgment transferring a dispute to civil jurisdiction. The State argued the case should remain administrative, but the court found the underlying relationship was a private law contract. Consequently, the court ruled that civil courts had proper jurisdiction and the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1) and (2) of the Constitution; Articles 1 and 2 of the relevant ministerial circular; Articles 7 and 11 of Law 3717/2008: Disputes arising from employment relationships based on private law contracts fall under the jurisdiction of civil courts, not administrative ones.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 141 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 141/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. - Α. Τ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3231/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1194/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β1' τμήμα) η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 5043/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 20-9-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 20 Σεπτεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 7099/787/21-9-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 5043/7-12-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά την έκδοση της με αριθμό 1194/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προηγουμένη με αριθμό 3231/2016 απόφαση του ως άνω Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5043/2021, απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 20-2-2014 (υπ' αριθμ. καταθ. 1103/2014), από 21-2-2014 (υπ'αριθμ. καταθ. 1168/2014) εφέσεις και τους από 16-2-2015 (υπ'αριθμ. καταθ. 78/2015) πρόσθετους λόγους έφεσης των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, κατά της με αριθμό 103/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο,α) απέρριψε την από 27-7-2010 (υπ'αριθμ.
καταθ. 4624/2010) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως προς το πρώτο τότε των εναγομένων Υ. Υ.-Μ. και Δ. ως απαράδεκτη (ως μη έχον την ιδιότητα του διαδίκου) και β) δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του τρίτου των εναγομένων - αναιρεσείοντων, Ελληνικού Δημοσίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ήτοι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών, .μη υπολογιζομένων των δικαστικών διακοπών από 1-7 έως 15-9-2022), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 21-9-2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 6-6-2022, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Α.
Ν., που υπάρχει στο πρώτο φύλλο του προσκομιζόμενου από το αναιρεσείον αντιγράφου της (άρθρα 68, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 144 και 147 παρ,2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εδ. 1 του άρθρου 11 του Κώδικα περί Δικών Δημοσίου (Ν.Δ. 26 Ιουν./10 Ιουλ.1944) ως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 του Ν.3514/2006 , ΦΕΚ 266 τ.Α /6.12.2006). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989, ΑΠ 195/2023).
Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 στοιχ. (α) του ΚΠολΔ, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 12/1992, ΑΠ 195/2023, ΑΠ 8/2023, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 280/2016).
Σε εκτέλεση δε των αντιστοίχων συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, που ανάγονται σε δικαιώματα και, γενικότερα, σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι δε αδιάφορο ότι γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις ή παράλειψη έκδοσης εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, διότι κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. (ΑΠ 195/2023, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017).
Μόνη δε η παρεμβολή διοικητικής διαδικασίας δεν μεταβάλλει τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής (Ολ.ΑΠ 5/1995, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 533/2018). Περαιτέρω, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995).
Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 638/2023, ΑΠ 1529/2017).
Κατά δε, τον αρ. 8 του άνω άρθρου (559 ΚΠολΔ), ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 872/2023, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1082/2018) Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης.
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 27-7-2010 και με αριθ.καταθ. 143124/4624/2010 αγωγή της εξέθεσε ότι, με την υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη της δεύτερης εναγομένης Ο. Α. - Υ. Α..Ε.. (Φ.Ε.Κ. 150/4-4-2008, τεύχος προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.), εφεξής Ο.Α. προκηρύχθηκε διαγωνισμός (χωρίς εξετάσεις, αλλά βάσει προκαθορισμένων αντικειμενικών κριτηρίων) για την πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3429/2005, για την πλήρωση μεταξύ άλλων και δέκα (10) θέσεων, κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, κλάδου ΤΕ/Avionics Μηχανικών (Αεροσκαφών ΤΕ - (κωδ.
ΙΑ), ειδικότητα για την οποία η ενάγουσα ενδιαφερόταν και συμμετείχε στη διαδικασία επιλογής με την υποβολή σχετικής αίτησης και των απαιτούμενων δικαιολογητικών. επιδιώκοντας την πρόσληψή της. Ότι, κατ' εφαρμογή των όρων της προκήρυξης, η αρμόδια Επιτροπή Αξιολόγησης των υποψηφίων κατάρτισε και ανάρτησε στις 26-8-2008 τον οριστικό πίνακα των δέκα (10) επιτυχόντων- προσληπτέων, στον οποίο όμως η ενάγουσα δεν περιλαμβανόταν, γιατί είχε καταταγεί στην 13η θέση του προσωρινού κύριου πίνακα, με συνολικό αριθμό μορίων 779,83.
Ότι την ίδια ημέρα ο ως άνω πίνακας διαβιβάστηκε στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), προκειμένου να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας, κατ' εφαρμογή των άρθρων 13 παρ.1 του ν. 3429/2005, 1 παρ.1 και 14 περ. δ'του ν. 2190/1994 και το ρητό όρο (του Κεφαλαίου Ε) της προκήρυξης, ενώ στις 9-9-2008 η εναγομένη Ο.Α., προσέλαβε τους δέκα συμπεριλαμβανομένους στον πίνακα της επιτροπής αξιολόγησης, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών.
Ότι το πιο πάνω Συμβούλιο του Α.Σ.Ε.Π., το οποίο επιλαμβάνεται των θεμάτων πρόσληψης προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών, στις οποίες ανήκε και η εναγομένη Ο.Α., μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3717/2008 (26-11-2008), έχοντας έως τον κρίσιμο αυτό χρόνο αρμοδιότητα, ενόψει του ότι ο διαγωνισμός άρχισε στις 4-8-2008, η κατάρτιση του πίνακα των δέκα επιτυχόντων-προσληπτέων από την αρμόδια Επιτροπή Αξιολόγησης της εναγομένης Ο.Α., έγινε στις 26-8-2008 και η ολοκλήρωση του διαγωνισμού έγινε το Σεπτέμβριο του έτους 2008 (χρόνος πρόσληψης των συνυποψηφίων της ενάγουσας), απεφάνθη στις 26-2-2009, με την υπ' αριθμ. 516/26-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματός του, ότι η ενάγουσα διαθέτει τα από την προκήρυξη απαιτούμενα προσόντα και έπρεπε να καταταγεί στην προσήκουσα 10η θέση του οικείου πίνακα προσληπτέων και ότι, παρά την απόφαση αυτή του Α.Σ.Ε.Π., η διοίκηση της εναγομένης Ο.Α., αρνήθηκε να συμπεριλάβει αυτή στους προσληπτέους του πίνακα επιτυχόντων και να την προσλάβει.
Ότι η υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 (ΦΕΚ150/04-04-2008) προκήρυξη της εναγομένης Ο.Α., για την πρόσληψη προσωπικού αποτελεί πρόταση αυτής για τη σύναψη εργασιακής σχέσης προς αόριστο αριθμό υποψηφίων εργαζομένων, η δε συμμετοχή της (ενάγουσας) στο διαγωνισμό συνιστά αποδοχή εκ μέρους της της παραπάνω πρότασης για τη σύναψη της σύμβασης, η κατάρτιση της οποίας τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας της στο διαγωνισμό.
Ότι η εναγομένη Ο.Α., κατά παράβαση, αφενός της νόμιμης υποχρέωσής της από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 ν. 3429/2005 και της ΚΥΑ 45378/555/2-8-2007, με το να αρνηθεί να εφαρμόσει την υπ' αριθμ 516/26-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. και αφετέρου την ως άνω συμβατική υποχρέωσή της (από την υπ' αριθμ. 2/202/Μ/2008 προκήρυξη), χωρίς την ύπαρξη νόμιμου ή ουσιαστικού λόγου και ενεργώντας εναντίον της καλής πίστης, εμπόδισε, με εσφαλμένη αξιολόγησή της σε σύγκριση με τους συνυποψηφίους της και συνακόλουθα τη μη επιλογή της ως διοριστέας, την πλήρωση της αναβλητικής ως άνω αίρεσης, με συνέπεια να θεωρείται αυτή (αίρεση) ως πληρωθείσα και η σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της εναγομένης Ο.Α., καταρτισθείσα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 207 παρ. 1, 288, 361 και 648 παρ. 1 ΑΚ και να περιέρχεται αυτή (εναγομένη) λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της σε υπερημερία.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η απόφαση της εναγομένης Ο.Α. να εφαρμόσει τον εκδοθέντα υπό της Επιτροπής της πίνακα επιτυχόντων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης της κατηγορίας (ΤΕ) Avionics Hλεκτρολόγοι (ΙΑ) και όχι τον κυρωθέντα με την 516/26-2-2009 απόφαση του Β' τμήματος του ΑΣΕΠ οριστικό πίνακα βάσει της υπ' αριθμόν 2/202Μ/2008 προκήρυξης (ΦΕΚ, 150/04-04-2008, τεύχος προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) και να μην τη συμπεριλάβει μεταξύ των δέκα (10) πρώτων επιτυχόντων, προτάσσοντας, αντ' αυτής, άλλους μη επιτυχόντες συνυποψηφίους της, είναι άκυρη, μη νόμιμη και καταχρηστική, β) να αναγνωρισθεί ότι η με αριθμ.
πρωτ. 2059/28-5-2009 αρνητική απάντηση - απόφαση (άρνηση πρόσληψης - διορισμού) της Ο.Α. με την οποία απορρίφθηκε η από 21-5-2009 αίτηση της για πρόσληψη είναι παράνομη, άκυρη και καταχρηστική, γ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, Ο.Α. και το Υπουργείο Μεταφορών και Δικτύων, σε δήλωση βουλήσεως με την εγγραφή της στους δέκα (10) πρώτους προσληπτέους του οριστικού πίνακα προσληπτέων, σύμφωνα με την 516/26-2-2009 απόφαση του Β' τμήματος του ΑΣΕΠ και να υποχρεωθούν να εφαρμόσουν την απόφαση του ΑΣΕΠ.
δ) να αναγνωρισθεί η επιτυχία της στον περιγραφόμενο στο ιστορικό διαγωνισμό και να θεωρηθεί ότι έχει ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ, λόγω κατάρτισης μεταξύ αυτής και της Ο.Α. σύμβασης εργασίας από τον Σεπτέμβριο του 2008 για δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών, μετατραπείσα αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου διαρκείας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη και με το γεγονός ότι κατά το εν λόγω επτάμηνο, εργαζόταν στην Ο.Α.
και έχει καλύψει επιτυχώς την δοκιμαστική περίοδο, ε)να υποχρεωθούν η Ο.Α., το Υπουργείο Μεταφορών και το τρίτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να κάνουν δεκτή την από 14-12-2009 αίτηση μετάταξής της με αριθμ. πρωτ. 67457/14-12-2009 του άρθρου 7 του Ν. 3717/2008 και να διαταχθεί η μεταφορά της σε κενή οργανική θέση αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας της στις θέσεις επιλογής της, στ) να υποχρεωθούν η Ο.Α., το Υπουργείο Μεταφορών και το Ελληνικό Δημόσιο, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλλουν το ποσό των 33.538,71 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από το τέλος εκάστου μηνός του επίδικου διαστήματος 2008 - 2010, μέχρις εξοφλήσεως της και το ποσό των 50.000 ευρώ ως ηθική βλάβη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 103/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η εναγομένη Ο.Α., αρνούμενη να εφαρμόσει την υπ' αριθμ. 516/26-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., παραβαίνοντας την αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωσή της, από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 ν. 3429/2005 και της Κ.Υ.Α 45378/555/2-8-2007, καθώς και την αντίστοιχη συμβατική της υποχρέωση, από την υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη, εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης για την πρόσληψη της ενάγουσας, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί, μεταξύ αυτής και της εναγομένης Ο.Α., σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς για δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών από τις 9-9-2008, ήτοι αφότου προσέλαβε τους αναφερόμενους στον από 26-8-2008 οριστικό κύριο πίνακα αξιολόγησης αυτής δέκα (10) επιτυχόντες, ενώ την ίδια μέρα θα έπρεπε να είχε προσλάβει την ενάγουσα, εάν εφάρμοζε τη σύμφωνη με την υπ'αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη και παρατιθέμενη στην υπ'αριθμ. 516/26-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π.
διαδικασία βαθμολόγησης, ακολούθως δε αορίστου χρόνου από 9-4-2009 με ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της Ο.Α., [καθότι στο πλαίσιο διετούς σύμβασης μαθητείας, η ενάγουσα κατά το διάστημα από 9/9/2008 έως 9/4/2009 εκτελούσε επιτυχώς τα καθήκοντα της θέσης, για την οποία είχε επιτύχει] μέχρι και την θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης στις 2-10-2009.
Ακολούθως, με την πρωτοβάθμια απόφαση, α) απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το Υπουργείο Μεταφορών, Υποδομών ως μη έχον την ικανότητα παράστασης διαδίκου, β) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την Ο.Α. και το Ελληνικό Δημόσιο, γ) αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ της Ο.Α. και της ενάγουσας καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικά για δοκιμαστική περίοδο 7 μηνών από 9-9-2008, ακολούθως δε αορίστου χρόνου με ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της Ο.Α., μέχρι και την θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης την 2-10-2009, δ) υποχρέωσε την Ο.Α.
να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.039,90 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, ε) αναγνωρίστηκε ότι η Ο.Α. υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.811,68 ευρώ (1.811,68 ευρώ + 3.000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, στ) υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να προβεί σε μεταφορά της ενάγουσας, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε κενή οργανική θέση, ειδικότητας avionics ηλεκτρολόγου μηχανικού αεροσκαφών Τεχνολογικής Εκπαίδευσης ή άλλης παρεμφερούς ειδικότητας (με βάση τα τυπικά προσόντα της ενάγουσας, ήτοι πτυχίο τμήματος ηλεκτρολογίας Τ.Ε.Ι.), σε δημόσια υπηρεσία ή Ν.Π.Ι.Δ.
εποπτευόμενο από το Υπουργείο Μεταφορών ή αυτοτελή ανεξάρτητη αρχή ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ α' ή β' βαθμίδας, με απειλή χρηματικής ποινής 50 ευρώ σε βάρος του Δημοσίου για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσης του. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με τις από 20-2-2014 και 21-2-2014 εφέσεις και τους από 16-2-2015 πρόσθετους λόγους, η εναγομένη Ο.Α., και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το οποίο με την με αριθμό 3231/2016 απόφασή του, δέχτηκε την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεων και των πρόσθετων λόγων και απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή, κρίνοντας ότι το ΑΣΕΠ, κατά το χρόνο που συνήλθε και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 516/26-2-2009 απόφασή του, είχε απωλέσει την αρμοδιότητά του να ελέγχει τη διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού της Ο.Α.
και συνεπώς η ως άνω απόφασή του είναι ανίσχυρη, μη επάγουσα έννομα αποτελέσματα, γιατί όταν συνήλθε και εξέδωσε την ως άνω απόφαση, δεν είχε πλέον αρμοδιότητα να ελέγξει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 του ν. 3717/2008 τον συνταχθέντα πίνακα της επιτροπής της Ο.Α., καθόσον η ισχύς του νόμου αυτού (άρθρο 11 του ν. 3717/2008) και ως εκ τούτου και η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού από την Ο.Α., χωρίς τον έλεγχο και τη διαδικασία του ΑΣΕΠ, άρχισε από τη δημοσίευσή του νόμου στις 26-11-2008.
Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν από την ενάγουσα αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και εκδόθηκε η με αριθμό 1194/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση, διότι κρίθηκε ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η υπ'αριθμ. 516/2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., με την οποία κρίθηκε προσληπτέα η τότε αναιρεσείουσα, θεωρείται ανίσχυρη ως μη εκδοθείσα και ως μη επάγουσα έννομα αποτελέσματα, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 4 ν. 2271/1994, 13 παρ.1 ν. 3429/2005, άρθρ. 5 παρ. 2 περ.
ε ν. 3469/2006, των άρθρων 1-2-της ΚΥΑ 45378/555/2-8-2007 και των άρθρων 7 και 11 ν. 3717/2008. Και τούτο διότι κρίσιμος χρόνος ολοκλήρωσης του ένδικου διαγωνισμού, ο οποίος άρχισε στις 4-8-2008, είναι ο χρόνος πρόσληψης των συνυποψηφίων της ενάγουσας, δηλαδή η 9η Σεπτεμβρίου 2008 και έως το χρόνο αυτό το Α.Σ.Ε.Π. είχε αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται των θεμάτων πρόσληψης προσωπικού της εναγομένης Ο.Α, αρμοδιότητα που συνέχισε να έχει για τα σχετικά θέματα μέχρι και τις 26-11-2008 που άρχισε να ισχύει ο ν. 3717/2008 ("Εργαζόμενοι στην Ο.
Ε.... ΦΕΚ 239 Α/'26-11-2008), με τον οποίο η εναγομένη δεν ανήκει πλέον στο δημόσιο τομέα - όπως αυτός προσδιορίζεται στο ν. 2190/1994 - αλλά έχει καταστεί εταιρία ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενη από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών.
Συνεπώς όταν, α) στις 4-8-2008 άρχισε ο ένδικος διαγωνισμός και β) στις 26-8-2008, καταρτίστηκε από την αρμόδια Επιτροπή Αξιολόγησης της πρώτης αναιρεσίβλητης Ο.Α. ο πίνακας με τους δέκα επιτυχόντες-προσληπτέους και η Ο.Α. απέστειλε την ίδια ημέρα τον ως άνω πίνακα για έλεγχο στο ΑΣΕΠ κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 13 του νόμου 3429/2005 και της υπ' αριθμ. ΚΥΑ 45378/555/10-8-2007, το Α.Σ.Ε.Π. είχε σχετική προς τούτο αρμοδιότητα και ως εκ τούτου ορθά επελήφθη της σχετικής υπόθεσης και η υπ' αριθμ. 516/2009 απόφασή του, ανεξάρτητα από το χρόνο έκδοσής της, είναι καθόλα ισχυρή και νόμιμη και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, κρίθηκε με την ως άνω αναιρετική απόφαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη, σύμφωνα με τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, , και δεν εξετάστηκε, παρόλο που είχε επαναφερθεί νόμιμα ο προς θεμελίωση της αγωγής προβληθείς ισχυρισμός της ενάγουσας, σύμφωνα με τον οποίο, η άρνηση της εναγομένης Ο.Α, να προβεί στην πρόσληψη της ενάγουσας συνιστά παράβαση της συμβατικής υποχρέωσής της από την υπ' αριθμ. 2/202/Μ/2008 προκήρυξη, καθώς, με το να κρίνει η αρμόδια τριμελής επιτροπή αξιολόγησης της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν είχε τις απαιτούμενες από την προκήρυξη προϋποθέσεις και να αρνηθεί να την προσλάβει παρά την ύπαρξη υπέρτερων έναντι των λοιπών αναφερομένων υποψηφίων προσόντων της, εμπόδισε την πλήρωση της αναβλητικής ως άνω αίρεσης, καταχρηστικά και αντίθετα προς την καλή πίστη, με συνέπεια να θεωρείται αυτή (αίρεση) ως πληρωθείσα και η σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτισθείσα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 207 παρ. 1, 288, 361 και 648 παρ. 1 ΑΚ, με συνέπεια η εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της (ενάγουσας), να περιέρχεται σε υπερημερία.
Γενομένων δεκτών των εκ των αρ.1α και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικών λόγων, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής και συμμορφούμενο με το νομικό ζήτημα που έλυσε η ως άνω αναιρετική απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 4 ν. 2271/1994, 13 παρ.1 ν. 3429/2005, των άρθρων 1-2-της ΚΥΑ 45378/555/2-8-2007 και των άρθρων 7 και 11 ν. 3717/2008, ως και εκείνων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 207, 361 και 648 του ΑΚ, ως προς την κρινόμενη υπόθεση και εξετάζοντας όλους τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς, απέρριψε τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη όπως αναλυτικά το διατακτικό της έχει προεκτεθεί.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε και κατά το μέρος που δέχθηκε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, επειδή η επίδικη διαφορά δεν συνιστά ιδιωτική αλλά διοικητική διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, με το ακόλουθο σκεπτικό: "η υπό κρίση διαφορά κατά τα ρηθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και, κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι έχει δικαιοδοσία για εκδίκαση της διαφοράς στην έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή, και στη συνέχεια ερεύνησε την αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, όπως αβασίμως διατείνεται το τρίτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τους πρόσθετους λόγους έφεσής του.
Ειδικότερα η προβαλλομένη από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την κρίση αυτού περί συνδρομής δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προέβη, καθ' υπέρβαση αυτής, ουσιαστικά σε έλεγχο διά αυτής πρωτίστως της επικαλούμενης παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ήτοι σιωπηρής διοικητικής πράξης του δημοσίου προκειμένου διά του αρμοδίου του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών να μεταφερθεί η ενάγουσα σε κενή οργανική θέση αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας στις αναφερόμενες θέσεις της επιλογής της και κατάγεται προς κρίση διοικητική διαφορά και όχι διαφορά του ιδιωτικού δικαίου είναι αβάσιμη.
Και τούτο διότι το κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, είναι η φύση της επίδικης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και συγκεκριμένα η φύση αυτής ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και όχι οι εκτελεστές πράξεις της Διοίκησης, από τις οποίες απορρέει η ανωτέρω σχέση.
Τη νομιμότητα δε των ανωτέρω πράξεων της διοίκησης (αλλά και της απόφασης του ΑΣΕΠ) μπορούσε να ερευνήσει το πολιτικό δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΟλΑΠ 1/2018), ακόμη και αν αυτές οι εκτελεστές πράξεις δεν υπόκεινται πλέον σε προσβολή με αίτηση ακύρωσης εκ μέρους της ενάγουσας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3717/2008 " α.
Το κατά την κρίσιμη ημερομηνία Τακτικό Προσωπικό των σημερινών εργοδοτών, ανεξάρτητα εάν έχει λυθεί ή όχι η σχέση εργασίας τους, μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας, σε νπιδ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημόσιες υπηρεσίες, αυτοτελείς ή ανεξάρτητες αρχές, νπδδ και ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας, ύστερα από αίτηση του.
Η μεταφορά γίνεται σε φορέα ή υπηρεσία, αποκλειστικά σε νομό επιλογής του υπαλλήλου, εφόσον υπάρχει κενή θέση ή ανάγκη σε φορέα του νομού αυτού. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου περιλαμβάνεται και το προσωπικό που έχει προσληφθεί πριν την 1.1.2008 και εργάζεται μέχρι την κρίσιμη ημερομηνία με σύμβαση αορίστου χρόνου στην Ο.
των Σ. των Ε. της Ο. Α. και τα Σωματεία που είναι μέλη της. β..3".Έτσι, σύμφωνα με το νόμο το τακτικό προσωπικό της Ο.Α., συνεπώς και η ενάγουσα θα μεταφέρετο σε δημόσιες υπηρεσίες, ΝΠΔΔ κλπ με την ίδια σχέση εργασίας που τη συνέδεε με την Ο.Α., ήτοι με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή μετά τη μεταφορά του τακτικού προσωπικού στις ανωτέρω υπηρεσίες του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ, η σχέση ιδιωτικού δικαίου που συνέδεε το τακτικό προσωπικό με την Ο.Α., θα παρέμενε η ίδια, ιδιωτικού δικαίου.
Δηλαδή, ο νόμος, άρθρο 7 Ν. 3717/2008, προβλέπει ρητά τη δυνατότητα όλου του τακτικού προσωπικού της Ο. Α. να ενταχθεί σε κενές οργανικές θέσεις της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας σε δημόσιες υπηρεσίες, ΝΠΔΔ κλπ με έννομη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Το Δημόσιο και οι άλλες υπηρεσίες του που αναφέρονται στο άρθρο 7 του Ν. 3717/2008 είχαν την υποχρέωση να συνάψουν με τους υπαλλήλους της Ο.Α.
έννομη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου είναι ιδιωτικής φύσεως και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος των πρόσθετων λόγων έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Με την ως άνω κρίση του το Μονομελές Εφετείο, που απέρριψε τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, δικάζοντας κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αρ.4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αληθώς αποδίδεται από το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση με το πρώτο σκέλος του λόγου αναίρεσης. Και τούτο διότι κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, εν προκειμένω, είναι η φύση της επίδικης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους αποτελεί το υπόβαθρο της διαφοράς. Η σχέση αυτή είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συνέδεε την ενάγουσα με την Ο.Α και με την ίδια μορφή, όπως το άρθρο 7 του ν.3717/2008 ορίζει, θα συνεχίσει να τη συνδέει με τη δημόσια υπηρεσία στην οποία αυτή πρέπει να μεταφερθεί μετά τη θέση σε εκκαθάριση της Ο.Α την 2-10-2009 και δεν επηρεάζεται η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων από την πράξη της διοίκησης που αναγκαίως πρέπει να εκδοθεί, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταφορά αυτή.
Συνεπώς, απορρέει από την ως άνω ιδιωτικού δικαίου σχέση η υποχρέωση Διοίκησης για τη μεταφορά της ενάγουσας που υπέβαλε προς τούτο αίτηση, σε κενή οργανική θέση σε δημόσιες υπηρεσίες, ως υπαγόμενη στο μεταφερόμενο κατά το ως άνω άρθρο τακτικό προσωπικό της Ο.Α., μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 516/2009 απόφασης του Β τμήματος του ΑΣΕΠ, με την οποία η ενάγουσα συμπεριλήφθηκε στη 10η θέση του πίνακα προσληπτέων της Ο.Α., και ορθά εκδικάστηκε η αγωγή και κατά το εν λόγω αίτημά της από τα πολιτικά δικαστήρια. Άλλωστε η φύση της εργασιακής σχέσης μετά τη μεταφορά προβλέφθηκε ρητά στο άρθρο 7 του ν. 3717/2008, που όριζε τη δυνατότητα ένταξης όλου του τακτικού προσωπικού της Ο.Α. σε κενές οργανικές θέσεις της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας σε δημόσιες υπηρεσίες, ΝΠΔΔ κλπ με έννομη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, οι εκδιδόμενες διοικητικές πράξεις προς εκτέλεση της ως άνω υποχρέωσης, μεταφοράς του προσωπικού έχουν ως υπόβαθρο την ως άνω σχέση ιδιωτικού δικαίου και οι απορρέουσες διαφορές, όπως η ένδικη υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 1 εδαφ. α' και 2 του ΚΠολΔ και 1 και 9 του ν. 1406/1983, σύμφωνα με τις οποίες η ύπαρξη της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαρτάται από τη φύση της ερευνώμενης διαφοράς ως διοικητικής ή ιδιωτικού δικαίου διαφοράς, ορθά δε ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1-2-της ΚΥΑ 45378/555/2-8-2007 και των άρθρων 7 και 11 ν. 3717/2008 ως προς τη φύση ως ιδιωτικού δικαίου της ένδικης διαφοράς και δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δικάζοντας και κρίνοντας κατ' ουσίαν το αίτημα της ενάγουσας για τη μεταφορά της σε δημόσια υπηρεσία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Κατόπιν αυτών, ο ως ο άνω αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να μην αξιολογήσει τους ισχυρισμούς του και να δεχθεί χωρίς καμμία αιτιολογία άλλως με πλημμελή αιτιολογία τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 της αναίρεσης υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 8 και 19 ΚΠολΔ.
Επειδή στην παράγραφο 6 της κρινόμενης αίτησης εκτίθεται το προαναφερόμενο σκεπτικό του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων στην ένδικη διαφορά, οι αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύονται, όπως προεκτέθηκε στη σχετική μείζονα σκέψη, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου αλλά δικονομικού και όσον αφορά την εκ του αρ.8 πλημμέλεια, δεν στοιχειοθετείται αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον περί έλλειψης δικαιοδοσίας ισχυρισμό του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και τον απέρριψε.
Συνεπώς και κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 7099/787/21-9-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5043/7-12-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ