Legislator Case Law & Legislation
141/2022 AI generated

141/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 141/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

141/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κατάθ. 71/30.9.2013 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση και πριν τη συζήτηση αυτής ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αρχικός ενάγων - εφεσίβλητος Δ. Κ. του Κ. απεβίωσε στις 6.5.2016 και έκτοτε συνεχίζουν τη δίκη οι ήδη αναιρεσείοντες - καλούντες, σύζυγος και τέκνα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού.

Keywords

AI generated
offences against public transport Union transit weekly commuter allowance taxi operating license transit charge heavy goods vehicle tax
AI generated
963/2009
Supreme Court dismisses appeal on evidence admissibility and statute of limitations grounds in labor dispute.
459/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
1698/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν άπαντες οι αναιρεσείοντες με την από 27/5/2010 αίτησή τους και ειδικότερα με τους από 14/7/2011 πρόσθετους λόγους αυτής ο τρίτος αναιρεσείων.
719/2018
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων με την ένδικη, από 1-7-2014 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων (με αριθμό κατάθεσης ...2014), επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με τον εναγόμενο στα Χανιά, την 20-11-2008, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε αποκλειστικά ως οδηγός του κατά ποσοστό 50% επίκοινου λεωφορείου αμφοτέρων, εκτελώντας τα προγραμματισμένα από το ...
667/2019
Με την από 8-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης 153/2018) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, πλήττεται η 364/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείoυ Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης από 7-12-2015(αριθ. κατ.7374/2015) εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2480/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 20-9-2014 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση της εναγομένης και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα καταψηφιστικά το ποσό των 16.434,27 ευρώ και αναγνωριστικά το ποσό των 42.404,80 ευρώ και τα δύο δε ποσά νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 141 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 141/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Κ., το γένος Γ. Ν., χήρας Δ. Κ., έως και 5)Μ. Κ. του Δ., κατοίκων … , ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος Δ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πάτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Π., χήρας Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2011 αγωγή του αρχικού διαδίκου Δ. Κ. του Κ., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 407/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/8/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5 Ιουνίου 2019 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτούς ασκηθείσα από 1 Αυγούστου 2018 και με αριθ. κατάθ. 2854/200/2.8.2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 7/4.1.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28.5.2019, λόγω αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων, εξαιτίας των ευρωεκλογών και των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών της 26.5.2019 και 2.6.2019.

Με την από 1 Αυγούστου 2018 και με αριθ. κατάθ. 2854/200/2.8.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ως άνω με αριθ. 7/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Διαρκούσης της προθεσμίας προς εκδίκαση της από 29.9.2013 και με αριθ.

κατάθ. 71/30.9.2013 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση και πριν τη συζήτηση αυτής ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αρχικός ενάγων - εφεσίβλητος Δ. Κ. του Κ. απεβίωσε στις 6.5.2016 και έκτοτε συνεχίζουν τη δίκη οι ήδη αναιρεσείοντες - καλούντες, σύζυγος και τέκνα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω από 29.9.2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση και εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 407/25.6.2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 27.10.2011 και με αριθ.

κατάθ. 395/31.10.2011 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Δ. Κ. του Κ. και είχε επιδικασθεί σε αυτόν το συνολικό ποσό των 6.948,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.11.2009 μέχρι την εξόφληση, ως διαφορά μεταξύ της δικαιουμένης και της ληφθείσας αποζημίωσης αυτού λόγω αποχώρησης του από την εργασία του, ως οδηγού λεωφορείου ιδιοκτησίας της εναγομένης, που είχε ενταχθεί στο ΚΤΕΛ ..., συνεπεία συμπλήρωσης από αυτόν των προϋποθέσεων για την πλήρη σύνταξη γήρατος.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α του ν. 3198/1955, ο υπολογισμός της αποζημίωσης του μισθωτού, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη του, γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν την καταγγελία υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 εδ.

α του ν. 2112/1920 ως τακτικές αποδοχές του υπαλλήλου θεωρούνται ο μισθός , ως και κάθε άλλη παροχή, εφόσον δίδεται αντί μισθού, όπως οι παροχές σε είδος, προμήθειες κλπ. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο πρώτο παρ.

ΙΑ υποπ. ΙΑ.12 περ. 2 και 3 του ν. 4093/2012 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση ως εκ του χρόνου λύσης της εργασιακής σχέσης (30.11.2009), συνάγεται ότι η ως άνω αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί από τον εργοδότη στο μισθωτό για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, συνακόλουθα, και για την εύρεση του ποσοστού από 40% ή 50% επ' αυτής που οφείλεται στο μισθωτό σε περίπτωση αποχώρησης αυτού από την εργασία του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό του φορέα, εφόσον αντιστοίχως αυτός είναι ή δεν είναι επικουρικά ασφαλισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ.

β του ν. 3198/1955 που προστέθηκε με το άρθ. 8 παρ. 4 του ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, καθορίζεται με βάση τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 491/2019, ΑΠ 284/2013). Κατά δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 εδ.

α' του ν. 2112/1920, 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός, τα επιδόματα και κάθε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή που χορηγείται στο μισθωτό, κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 16/2011).

Έτσι, εφόσον παρέχονται μόνιμα και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, η πρόσθετη αμοιβή για παροχή πρόσθετης εργασίας, το αντίτιμο τροφής και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου (Ολ.

ΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 16/2011, ΑΠ 52/2017, ΑΠ 413/2008). Τοιαύτη πρόσθετη αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας, συνιστά και η κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο καταβολή χρηματικού ποσού σε οδηγούς υπεραστικών λεωφορείων για την κατά τη διάρκεια των δρομολογίων παροχή από αυτούς υπηρεσιών εισπράκτορα (ΑΠ 1002/2017). Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2556/1997 "Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων ΙΚΑ και άλλα θέματα" (ΦΕΚ Α 270) ορίσθηκε ότι οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν. 2112, όπως τροποποιήθηκε ή συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967.

Με τη διάταξη αυτή ήρθη για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ, που αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης (ΟλΑΠ 40/2005), µόνον ο περιορισµός του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης που προβλέπεται από το άρθ. 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 και δεν θίχθηκε το ποσοστό της αποζημίωσης του 40% ή 50% για τους επικουρικά ή µη ασφαλισμένους αντίστοιχα, που προβλέπεται από το άρθ. 8 εδ.

β ν. 3198/1955, και το οποίο (ποσοστό) σε περίπτωση που υπερβαίνει το τιθέμενο από το άρθ. 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 ανώτατο όριο (όπως εκάστοτε διαμορφώνεται) καταβάλλεται ολόκληρο (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 383/2011, ΑΠ 69/2010). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 648 και 651 ΑΚ προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης, που έχει στην διάθεση του τις υπηρεσίες του μισθωτού, παραχωρεί με την συναίνεση του τελευταίου (που μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ρητό ή σιωπηρό, προς τον αρχικό ή μεταγενέστερο εργοδότη), τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθόσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών.

Στην περίπτωση αυτή του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο αρχικός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του (δευτερογενούς) εργοδότη, επέρχεται δηλ. διάσπαση (κατάτμηση) της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων.

Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός. Κατά συνέπεια ο αρχικός εργοδότης εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο δευτερογενής εργοδότης που χρησιμοποιεί τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης (ΑΠ 755/2020, ΑΠ 800/2014, ΑΠ 1116/2011).

Υποχρεώσεις και δικαιώματα όμως, που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση εργασίας, αλλά ανακύπτουν κατά τη διάρκεια του δανεισμού, υφίστανται μόνον έναντι του δευτερογενούς εργοδότη και του μισθωτού, εκτός εάν υπάρχει ειδική συμφωνία για το αντίθετο (ΑΠ 755/2020, ΑΠ 902/2017, ΑΠ 884/2017 σχετ. ΑΠ 1160/2015). Δεδομένου δε ότι η σύμβαση δανεισμού δεν λύει τη συμβατική σχέση μεταξύ του αρχικού εργοδότη και του μισθωτού , μόνο ο αρχικός εργοδότης δικαιούται να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού (ΑΠ 884/2017, ΑΠ 1160/2015, ΑΠ 1157/2009, ΑΠ 229/1990) και συνακόλουθα υποχρεούται στην καταβολή της οφειλομένης κατά νόμο αποζημίωσης.

Για τον υπολογισμό της καταβλητέας από τον αρχικό εργοδότη αποζημίωσης θα ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και οι τυχόν πρόσθετες αμοιβές που έχουν καταβληθεί στο μισθωτό από τον δευτερογενή εργοδότη κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και είναι συμφυείς με το αντικείμενο και τη φύση της εργασίας του εργαζομένου, ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που ο δανεισμός αφορά μετακίνηση του εργαζομένου στο πλαίσιο συνεργασίας επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου και προς εξυπηρέτηση κοινών οικονομικών συμφερόντων (ενδοομιλικές μετακινήσεις εργαζομένων) ή σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, είναι δε αδιάφορο ότι κατά τη διάρκεια του δανεισμού οι ως άνω πρόσθετες αμοιβές καταβάλλονταν σταθερά και μόνιμα στον εργαζόμενο από τον δευτερογενή εργοδότη, ως αναγόμενες στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης του τελευταίου και συνακόλουθα στις ιδιαίτερες σχέσεις αυτού με τον εργαζόμενο.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή διασπά ανεπίτρεπτα και χωρίς νομοθετικό έρεισμα την έννοια του υποχρέου εργοδότη προς καταβολή ολοκλήρου του ποσού της οφειλομένης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, στην οποία όμως μόνο αυτός, ως αρχικός εργοδότης, δικαιούται να προβεί και, επί πλέον, άγει σε προφανή άτοπα στην περίπτωση προσβολής εκ μέρους του εργαζομένου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτού, ως άκυρης, λόγω της μη καταβολής ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης που του οφείλεται, οσάκις το μέρος αυτής που αναλογεί στον αρχικό εργοδότη με βάση το βασικό μισθό και τις λοιπές παροχές σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας έχει καταβληθεί από αυτόν, ενώ δεν έχει καταβληθεί το μέρος που αναλογεί στις παρασχεθείσες στον δευτερογενή εργοδότη πρόσθετες αμοιβές, παρά την κοινότητα συμφερόντων μεταξύ του αρχικού και δευτερογενούς εργοδότη.

Με το άρθρο 2 παρ.1 του κατά τον επίδικο χρόνο (30.11.2009) ισχύοντος π.δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α 261), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία κλπ" (ΦΕΚ Α 268), ορίζεται ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται α) σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ και β) στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους - ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί σε λεωφορείο ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο, με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού υπό τον παράτιτλο "Ειδικές ρυθμίσεις απασχολουμένων οδηγών μη υπαγομένων στο προσωπικό των ΚΤΕΛ" ορίζεται ότι οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών (παρ. 1) και ότι οι συμβάσεις εργασίας των παραπάνω οδηγών κατατίθενται υποχρεωτικά στο οικείο ΚΤΕΛ μαζί με τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή έγγραφα και πιστοποιητικά (παρ. 2) και με το άρθρο 26 παρ. 3 αυτού ορίζεται ότι ο ιδιοκτήτης λεωφορείου, που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει κάποιος εκ των προβλεπομένων λόγων απόλυσης του οδηγού του [ήδη καταργηθέντων], οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίηση να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Σκοπός των ως άνω ρυθμίσεων που αφορούν την πρόσληψη και απόλυση οδηγών λεωφορείων από τους ιδιοκτήτες αυτών, οι οποίοι, επομένως, έχουν την ιδιότητα του άμεσου εργοδότη των προσλαμβανομένων από αυτούς οδηγών (ΑΠ 709/2010, ΑΠ 1024/1990), είναι η διασφάλιση των συμφερόντων των ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών των λεωφορείων με την πρόσληψη από αυτούς και ανάθεση σε πρόσωπα που χαίρουν της εμπιστοσύνης αυτών της οδήγησης του λεωφορείου ιδιοκτησίας των, το οποίο συνιστά ιδιαίτερα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο αυτών.

Η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος ως προς το τόπο, χρόνο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας και την παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών στους οδηγούς των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, ανεξαρτήτως της ιδιότητας αυτών ως υπαλλήλων των ιδιοκτητών ή ως ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών λεωφορείων, ανήκει στο ΚΤΕΛ, το οποίο μάλιστα ουδόλως αποκλείεται να προσλάβει για τις ανάγκες του και το ίδιο οδηγούς, που ανήκουν στο προσωπικό του.

Περαιτέρω με τον ως άνω ν. 2963/2001 αντικαταστάθηκε το προηγούμενο ν. δ/μα 102/1973 που είχε οργανώσει τα ΚΤΕΛ, ως ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας με την μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου υπό την εποπτεία του Νομάρχη και με το άρθρο 3 αυτού παρασχέθηκε στα υφιστάμενα ΚΤΕΛ η δυνατότητα μετατροπής των σε ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες μετά τη σύστασή τους υποκατέστησαν αυτοδικαίως και χωρίς καμία διατύπωση τα αντίστοιχα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 2963/2001 που διαλαμβάνει τις προϋποθέσεις μετατροπής των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρείες ορίζει στην περίπτωση β υποπερ. ii αυτής ότι τα λεωφορεία φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι ενταγμένα στο ΚΤΕΛ, καθώς και εκείνα που προέρχονται από αντικατάσταση αυτών, εκμισθώνονται στην ΑΕ και ότι οι συμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες υποχρεούνται, έναντι προκαθορισμένης χιλιομετρικής αποζημίωσης, να παρέχουν το όχημα με τον οδηγό του, σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας που καθορίζει η συμβαλλομένη ΚΤΕΛ ΑΕ, τον δε ιδιοκτήτη μέτοχο εκμισθωτή βαρύνουν οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού, που αυτός προσλαμβάνει, η συντήρηση και η φύλαξη του οχήματος.

Με την υποπερίπτωση iii της διάταξης αυτής ορίσθηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι βασικοί όροι των συμβάσεων μισθώσεως, ιδίως οι ελάχιστες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, οι παρεχόμενες υπηρεσίες και κάθε άλλο ειδικό θέμα. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής (άρθ. 3 παρ.2 περ.

β υποπερίπτωση iii του ν. 2963/2001) εκδόθηκε η κατά τον επίδικο χρόνο (30.11.2009) ισχύουσα με αριθ. 1189/37/8.1.2003 (ΦΕΚ Β 25/17.1.2003) απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Με την διάταξη του άρθρου 1 αυτής ορίζεται ότι κάθε ΚΤΕΛ που μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2963/2001 υποχρεούται να συνάψει σύμβαση μίσθωσης με κάθε ιδιοκτήτη μέτοχο λεωφορείου που είναι ενταγμένο στο ΚΤΕΛ για τη διενέργεια του συγκοινωνιακού έργου που έχει ανατεθεί σε αυτήν ή στο ΚΤΕΛ από το οποίο προέρχεται, έχουσα το κατά τη διάταξη αυτή ελάχιστο περιεχόμενο, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 εδ.

α αυτής ορίζεται ότι τον ιδιοκτήτη μέτοχο (εκμισθωτή) βαρύνουν οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού που αυτός προσλαμβάνει και οι λειτουργικές δαπάνες του οχήματος (καύσιμα, συντήρηση και φύλαξη του οχήματος) και με την παρ. 6 εδάφιο α του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι για τον υπολογισμό της τιμής βάσης υπολογισμού της χιλιομετρικής αποζημίωσης που πρέπει να λάβει μισθωμένο λεωφορείο, από τις συνολικές ακαθάριστες εισπράξεις της ΚΤΕΛ ΑΕ (από εισιτήρια, αποσκευές, εκδρομές κλπ) αφαιρούνται, μεταξύ άλλων, αποδοχές και λοιπές αποζημιώσεις του προσωπικού και αναλυτικότερα, οι τακτικές αποδοχές όλου του προσωπικού, εκτός από του οδηγούς που δεν είναι υπάλληλοι της ΚΤΕΛ ΑΕ, οι τακτικές αποδοχές όλων των οδηγών δεύτερης φυλακής και εφεδρικής δύναμης, οι πρόσθετες αποδοχές (υπερωρίες, αποζημιώσεις για νυκτερινή εργασία, προσαυξήσεις εξαιρέσιμων κλπ) όλου του προσωπικού που απασχολείται στην ΚΤΕΛ ΑΕ, συμπεριλαμβανομένων και των οδηγών, οι αποζημιώσεις των απολυομένων και συνταξιοδοτουμένων, εκτός από τους οδηγούς που δεν είναι υπάλληλοι της ΚΤΕΛ ΑΕ, οι εργοδοτικές εισφορές στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία (πλην ΤΣΑ), το χαρτόσημο και ΟΓΑ όλου του προσωπικού, εξαιρουμένων μόνον εκείνων που αναλογούν στις τακτικές αποδοχές των οδηγών που δεν είναι υπάλληλοι της ΚΤΕΛ ΑΕ...

Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 της ανωτέρω με αριθ. 1189/37/8.1.2003 Υπουργικής Απόφασης ορίζεται ότι η ΚΤΕΛ ΑΕ υποχρεούται να δρομολογεί τα μισθωμένα σε αυτή λεωφορεία σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας, να καλύπτει τα ελάχιστα εγγυημένα χιλιόμετρα που αναφέρονται στη σύμβαση μίσθωσης, να τηρεί τις υποχρεώσεις της προς τον εκμισθωτή ιδιοκτήτη μέτοχο και τους τρίτους που απορρέουν από τη σύμβαση μίσθωσης και να ενημερώνει έγκαιρα των εκμισθωτή για τις οιασδήποτε αλλαγές που έχουν σχέση με τη σύμβαση ή το κύκλωμα εργασίας, ενώ με τη διάταξη της παρ.2 του ιδίου άρθρου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ιδιοκτήτης - μέτοχος της ΑΕ υποχρεούται ανελλιπώς να παρέχει το λεωφορείο με τον οδηγό, σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας που καθορίζει η ΚΤΕΛ ΑΕ, να χρησιμοποιεί οδηγούς που έχουν τα απαραίτητα προσόντα για τη συγκεκριμένη εργασία τόσο σε επίπεδο εμπειρίας ως προς την οδηγητική ικανότητα όσο και ως προς την εν γένει συμπεριφορά και να μεριμνά για την έγκαιρη πληρωμή αυτών και την καταβολή των αντίστοιχων εργοδοτικών εισφορών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η για τις ανάγκες του συγκοινωνιακού έργου εκ μέρους του ιδιοκτήτη λεωφορείου εκμίσθωση αυτού στην ΚΤΕΛ ΑΕ με τον οδηγό του, τον οποίο έχει προσλάβει ο ίδιος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα η στη συνέχεια παροχή της εργασίας από τον οδηγό στην ΚΤΕΛ ΑΕ υπό τις δεσμευτικές γι' αυτόν οδηγίες και εντολές ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας του και υπό τον έλεγχο και εποπτεία των οργάνων της ΚΤΕΛ ΑΕ [υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της συναίνεσης του οδηγού για την παροχή της εργασίας του προς την ΚΤΕΛ ΑΕ] συνιστά μορφή δανεισμού εργασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο μεν ιδιοκτήτης του λεωφορείου ως άμεσος εργοδότης του οδηγού είναι υποχρεωμένος να καταβάλει σε αυτόν τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές του με βάση το βασικό μισθό και τα προβλεπόμενα από τις οικείες σ.σ.ε ή το νόμο επιδόματα, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, η δε ΚΤΕΛ ΑΕ, ως δευτερογενής εργοδότης του οδηγού, είναι υποχρεωμένη να καταβάλει σε αυτόν τις πρόσθετες αμοιβές, που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια του δανεισμού από την παροχή εργασίας αυτού και ανάγονται στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της ΚΤΕΛ ΑΕ και συνακόλουθα στις ιδιαίτερες σχέσεις αυτής με τον οδηγό, όπως τις πρόσθετες αμοιβές για την παροχή εργασίας τις Κυριακές και τις εξαιρέσιμες αργίες, για εργασία κατά τη διάρκεια της νύκτας, για υπερεργασία και παροχή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, ως και την πρόσθετη αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας εισπράκτορα για τις ημέρες εκτέλεσης από τον οδηγό δρομολογίων με λεωφορεία χωρίς εισπράκτορα (ΑΠ 1002/2017).

Περαιτέρω στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του κατά τα άνω προσληφθέντος οδηγού από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου δικαιούται να προβεί μόνο ο ως άνω ιδιοκτήτης, ως αρχικός εργοδότης αυτού (βλ. και άρθρα 4 παρ.1 και 26 παρ.3 του ως άνω με αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος), ο οποίος συνακόλουθα είναι και ο μόνος υπόχρεος προς καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης στον οδηγό και, επομένως, και για τη καταβολή της μειωμένης αποζημίωσης σε περίπτωση αποχώρησης του οδηγού, λόγω συμπλήρωσης από αυτόν των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος (άρθ. 8 εδ.

β του ν. 3198/1955, όπως τροποποιηθείς ισχύει). Για δε τον υπολογισμό της οφειλομένης από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου αποζημίωσης θα ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και οι ως άνω πρόσθετες αμοιβές που έχουν καταβληθεί στο οδηγό από την ΚΤΕΛ ΑΕ κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και είναι συμφυείς με το αντικείμενο και τη φύση της εργασίας αυτού, ενόψει της κοινότητας συμφερόντων μεταξύ της ΚΤΕΛ ΑΕ και των μετόχων της, ιδιοκτητών λεωφορείων, είναι δε αδιάφορο ότι κατά τη διάρκεια του ως άνω δανεισμού του οδηγού οι ως άνω πρόσθετες αμοιβές καταβάλλονταν σταθερά και μόνιμα σε αυτόν από την ΚΤΕΛ ΑΕ ως δευτερογενή εργοδότη.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Δ. Κ. προσλήφθηκε στις 3-3-1983 από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα [ήδη αναιρεσίβλητη], ιδιοκτήτρια του με αριθμό κυκλοφορίας ΧΑΡ … λεωφορείου, το οποίο ήταν ενταγμένο στο δυναμικό του ΚΤΕΛ [ενν.

νομού …], με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός του συγκεκριμένου λεωφορείου. Παρείχε δε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την 30-11-2009, οπότε αποχώρησε από την εργασία του λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (κύρια σύνταξη) και το ΕΤΕΑ (επικουρική), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμό 884/2010 και 885/2010 αποφάσεις του Διευθυντή του ΙΚΑ ….

Ο βασικός μισθός του ενάγοντος κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης εργασίας του ανερχόταν στο ποσό των 1.686 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων προϋπηρεσίας, γάμου, τέκνων και εξομάλυνσης, καθώς και της προσωπικής διαφοράς. Επίσης κατά τους μήνες του έτους αποχώρησής του που προηγήθηκαν αυτής, είχε λάβει μηνιαίως κατά μέσο όρο και τα εξής ποσά:

α) 69,26 ευρώ (αμοιβές για απασχόληση σε ημέρες ανάπαυσης) + 163,79 ευρώ (προσαυξήσεις λόγω απασχόλησης την Κυριακή) + 363,15 ευρώ (αμοιβές λόγω νομίμων υπερωριών) + 27,52 ευρώ (αμοιβές για νυκτερινή εργασία) + 52,82 ευρώ (επίδομα άνευ εισπράκτορα). Η κατανομή του μισθολογικού κόστους του ενάγοντος οδηγού, είχε ρυθμιστεί μεταξύ της εναγομένης και της "Υπεραστικό ΚΤΕΛ ...

Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου του "Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων Νομού … ", με το από 30.9.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης δημόσιας χρήσης λεωφορείου. Το εν λόγω συμφωνητικό υπογράφηκε μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2963/2001 και της με αριθμό Β 1189/37/2003 απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και με αυτό συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ως προαναφερόμενο λεωφορείο της η εναγομένη το εκμισθώνει στην ΚΤΕΛ ...

ΑΕ, ότι η εκμισθώτρια (εναγομένη) υποχρεούται να παρέχει ανελλιπώς το λεωφορείο με τον οδηγό της, σύμφωνα με το κύκλωμα εργασίας που καθορίζει η μισθώτρια (ΚΤΕΛ ΑΕ) και ότι ο οδηγός είναι υποχρεωμένος να τηρεί τις εντολές του ΚΤΕΛ και των προϊσταμένων του και να εκτελεί επακριβώς τα οριζόμενα από το ΚΤΕΛ τακτικά και έκτακτα δρομολόγια.

Επίσης ότι την εκμισθώτρια βαρύνουν οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού, που αυτή προσλαμβάνει, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός, τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, τα επιδόματα αδειών, οι αποζημιώσεις λόγω μη λήψης άδειας και οι ασφαλιστικές εισφορές αυτού στο ΙΚΑ. Σε εκτέλεση του παραπάνω συμφωνητικού και κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, στις οποίες άλλωστε το εν λόγω συμφωνητικό ρητά παραπέμπει, ο Δ.

Κ., καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, υπόκειτο στις εντολές των προϊσταμένων του, της ΚΤΕΛ ... ΑΕ, οι οποίοι συγκεκριμενοποιούσαν την απασχόλησή του ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας του. Λάμβανε δε καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης τον βασικό του μισθό από την εναγομένη, ενώ όλες τις πρόσθετες παροχές για νόμιμες υπερωρίες, νυχτερινή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, απασχόληση εκτός έδρας, καθώς και το επίδομα άνευ εισπράκτορα από την "ΚΤΕΛ ...

ΑΕ", αφού εκείνη ήταν που αποφάσιζε τη δρομολόγηση του συγκεκριμένου λεωφορείου σε χρόνο ή διαδρομή, που συνεπαγόταν την καταβολή επιπλέον αμοιβής και εκείνη ωφελείτο από την πρόσθετη εργασία του οδηγού, αφού κάλυπτε τις επιχειρησιακές της ανάγκες. Με βάση τα ανωτέρω και όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, οι τακτικές αποδοχές που κατέβαλλε η εναγομένη (εργοδότρια) στον Δ.

Κ., ως αντάλλαγμα για την παρεχομένη σε αυτήν εργασία του, ανέρχονται στο ποσό των 1.686 ευρώ, οι υπόλοιπες δε παροχές, που κατέβαλλε (έστω και σταθερά κάθε μήνα) η ΚΤΕΛ ... ΑΕ για τις πρόσθετες εργασίες που ενεργούσε κατ' εντολή και προς όφελός της ο Δ. Κ., ανάγονται στις ιδιαίτερες σχέσεις αυτού με την εν λόγω εταιρεία (δανείστρια).

Συνεπώς η αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη στον Δ. Κ., με βάση τις τακτικές αποδοχές που κατέβαλε σ' αυτόν κατά τον τελευταίο μήνα πριν την αποχώρησή του (Νοέμβριο του 2009) ανέρχεται σε 1.686 ευρώ Χ 22 μήνες = 37.092 + (37.092 Χ 1/6 =) 6.182 = 43.274 Χ 40% = 17.309,60 ευρώ, τα οποία πράγματι του κατέβαλε, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του ισχυρισμού του Δ.

Κ. ότι η εναγομένη, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, όφειλε να συμπεριλάβει στις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν τη συνταξιοδότησή του και τις αμοιβές για παροχή πρόσθετης εργασίας (νόμιμες υπερωρίες κλπ). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι οι ανωτέρω πρόσθετες παροχές έπρεπε να υπολογισθούν στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, βάσει των οποίων καθορίστηκε η προαναφερόμενη αποζημίωση απόλυσης, ότι η αποζημίωση που έπρεπε να λάβει από την εναγομένη ανερχόταν στο ποσό των 24.257,98 ευρώ, ήτοι 2.362,79 Χ 22 μήνες = 51.981,38 + (1/6 Χ 51.981,38) = 51.981,38 + 8.663,56 = 60.644,94 Χ 40% = 24.257,98 ευρώ και ότι επομένως η εναγομένη του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των (24.257,98 - 17.309,60 =) 6.948,38 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' αποδοχή ως ουσία βάσιμου του τρίτου λόγου έφεσης.

Εξάλλου, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν προσκρούει στο δεδικασμένο της με αριθμό 75/2011 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η προγενέστερη από 25-2-2010 αγωγή του Δ. Κ. κατά της "Υπεραστικό ΚΤΕΛ ... ΑΕ" ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού των εφεσίβλητων, με την περαιτέρω σημείωση ότι με την παρούσα απόφαση δεν κρίνεται το ζήτημα της ιδιότητας ή μη της εναγομένης, ως εργοδότριας, η οποία (ιδιότητα) δεν αμφισβητείται από την ίδια, αλλά η υποχρέωση ή όχι αυτής να συμπεριλάβει, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, στις τακτικές αποδοχές που κατέβαλε στον μισθωτό κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη συνταξιοδότηση, τις πρόσθετες παροχές που λάμβανε αυτός από την ΚΤΕΛ ΑΕ, προς την οποία είχε παραχωρηθεί με δανεισμό εκ του νόμου".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα με αριθμό 407/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της 27.10.2011 αγωγής του Δ. Κ., η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτόν, ως διαφορά στην οφειλομένη αποζημίωση, συνεπεία συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για την πλήρη σύνταξη γήρατος, το συνολικό ποσό των 6.948,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 30.11.2009 μέχρι την εξόφληση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 651, 653 ΑΚ, 3 παρ. 1 [όπως ίσχυε] και 2 εδ. α' του ν. 2112/1920, 1, 5 παρ.1 και 8 εδ. β [όπως η τελευταία τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε] του ν. 3198/1955, 30 του ν. 2556/1997 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ. 1 και 2, 26 παρ. 3 του εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 2963/2001 π.δ/τος 246/2006 , 3 παρ. 2 περ.

β υποπερ. ii και iii του ν. 2963/2001 και των άρθρων 1, 3 παρ. 3 εδ. α και 6 και 4 παρ. 1 και 2 της κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας ως άνω διάταξης [του άρθρου 3 παρ. 2 περ. β υποπερ. iii του ν. 2963/2001] εκδοθείσας με αριθμό 1189/37/8.1.2003 (ΦΕΚ Β 25/17.1.2003) απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, καθόσον δέχθηκε εσφαλμένα ότι κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης αποχώρησης του αρχικού διαδίκου Δ.

Κ. λόγω συνταξιοδότησης, ο οποίος είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσίβλητη, ως οδηγός του λεωφορείου ιδιοκτησίας της που είχε εκμισθωθεί στην ΚΤΕΛ ... ΑΕ, η αναιρεσίβλητη, παρά την κοινότητα συμφέρον της με την ΚΤΕΛ ... ΑΕ, δεν όφειλε να συμπεριλάβει στις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν τη συνταξιοδότησή του και τις αμοιβές για παροχή πρόσθετης εργασίας (νόμιμες υπερωρίες κλπ), τις οποίες κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του λάμβανε σταθερά και μόνιμα ο ως άνω οδηγός από την ΚΤΕΛ ΑΕ, στην οποία παρείχε την εργασία του με σχέση δανεισμού.

Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος είναι επαρκώς ορισμένος, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, είναι βάσιμος. Ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή κατ' αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της παρά το νόμο λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991) ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Εξ άλλου οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή κατ' αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται στο νόμο περιοριστικά, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 366/2019, ΑΠ 147/2019).

Στους περιοριστικά δε κατά τα άνω διαλαμβανόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, δεν διαλαμβάνεται αντίστοιχος λόγος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε ή αρνήθηκε να δεχθεί τη συνδρομή δεδικασμένου, ήτοι της δέσμευσης αυτού για την ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης (ΑΠ 366/2019).

Με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 5 [και όχι και από τον αριθμό 6] του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι με το να δεχθεί ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την κρίση της προηγουμένης με αριθμό 75/2011 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας επί της προγενέστερης από 25.2.2010 αγωγής του Δ.

Κ. κατά της εναγομένης και της ΚΤΕΛ ... ΑΕ, με την οποία (απόφαση) απορρίφθηκε η αγωγή κατά της ΚΤΕΛ ... ΑΕ ως παθητικά ανομιμοποίητη, δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα από τον Δ. Κ. και τους αναιρεσείοντες τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση σχετικό ισχυρισμό περί συνδρομής δεδικασμένου, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης και παράλληλα παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 321 του ΚΠολΔ, καθότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι δεν όφειλε να συμπεριλάβει κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης τις ως άνω πρόσθετες αμοιβές προσέκρουε στο δεδικασμένο της με αριθ. 75/2011 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι μοναδική υπόχρεη προς καταβολή της ένδικης διαφοράς είναι η αναιρεσίβλητη και όχι η ΚΤΕΛ ...

ΑΕ, ως προς την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με βάση τις άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, τον οποίο απέρριψε ευθέως ως αβάσιμο, κατά το μέρος δε που αφορά παραβίαση της δικονομικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 321 του ΚΠολΔ από την άρνηση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να δεχθεί τη συνδρομή δεδικασμένου με βάση την προηγούμενη με αριθ. 75/2011 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι στους περιοριστικά κατά τα άνω διαλαμβανόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή κατ' αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν διαλαμβάνεται αντίστοιχος λόγος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 7/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ